αρχική σελίδα ποίηση 71 χρόνια από το μεγάλο Δεκέμβρη του 1944: Σύντομο ποιητικό αφιέρωμα της ιστοσελίδας μας, με ποιήματα του ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
71 χρόνια από το μεγάλο Δεκέμβρη του 1944: Σύντομο ποιητικό αφιέρωμα της ιστοσελίδας μας, με ποιήματα του ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - ποίηση
Συντάχθηκε απο τον/την Επιλογή από την ποίηση του Νίκου Καββαδία   
Παρασκευή, 04 Δεκεμβρίου 2015 07:46
Ο Λαός στην πρώτη γραμμή του αγώνα για λευτεριά - εθνική ανεξαρτησία - κονωνική πρόοδο.
 ΚΑΤΩ Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ, κάτω ο ντόπιος και ο ξένος φασισμός!


DEKEMBRIANA300X150

3 Δεκέμβρη 1944 - 3 Δεκέμβρη 2015

Δεν ξεχνάμε την ιμπεριαλιστική επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα.

Εμπνεόμαστε και διδασκόμαστε από την ηρωική λαϊκή πάλη των 33 ημερών.

Ο αγώνας συνεχίζεται.
Ως ελάχιστο φόρο τιμής στους αγωνιστές της ανυπέρβλητης ΕΑΜικής Αντίστασης που έδωσαν ηρωικά και με αυτοθυσία τη μάχη του μεγάλου Δεκέμβρη, η sispirosi.gr αφιερώνει στη μνήμη τους τα παρακάτω τρία ποιήματα του σπουδαίου ναυτεργάτη ποιητή και αγωνιστή του λαού μας, του ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ:



              Ἀντίσταση

Στὸ παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οἱ στεριές.
Πρώτη σου ἀγάπη τὰ λιμάνια σβυοῦν καὶ ἐκεῖνα.
Θάλασσα τρώει τὸ βράχο ἀπ᾿ ὅλες τὶς μεριές.
Μάτια λοξὰ καὶ τ᾿ ἀγαπᾶς: Κόκκινη Κίνα.

 

Γιομάτα πᾶν τὰ ἰταλικὰ στὴν Ἐρυθρά.
Πουλιὰ σὲ ἀντικατοπτρισμὸ -Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στὴ νυχτιὰ παίζουν νωθρά.
Λάμπει ἀρραβώνα στὸ δεξί σου: Ἀβησσυνία.

 

Σὲ κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ἰβηρική.
Ἀνάβουνε τοῦ Barriochino τὰ φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες καὶ Γραικοί.
Γκρέκο καὶ Λόρκα -Ἱσπανία καὶ Πασιονάρια.

 

Κύμα θανάτου ξαπολιοῦνται οἱ Γερμανοί.
Τ᾿ ἄρματα ζώνεσαι μ᾿ ἀρχαία κραυγὴ πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι καὶ σκοινί,
Οἱ κρεμασμένοι στὰ δέντρα, μπαίγνιο τοῦ ἀνέμου.

 

Κι ἀπὲ Δεκέμβρη, στὴν Ἀθήνα καὶ Φωτιά.
Τοῦτο τῆς Γῆς τὸ θαλασσόδαρτο ἀγκωνάρι,
Λικνίζει κάτου ἀπὸ τὸ Δρῦ καὶ τὴν Ἰτιὰ
τὸ Διάκο, τὸν Κολοκοτρώνη καὶ τὸν Ἄρη.

Δημοσιεύτηκε στὰ «Ἐλεύθερα Γράμματα» στὶς 10 Αὐγούστου 1945
στὸ φύλλο ὑπ᾿ ἀριθμὸν 14
.


 

 

 

       Στὸν τάφο τοῦ Ἐπονίτη

Ἐπέταξα τὴ σάκα μου καὶ τρέχω μὲ τουφέκια
Μικρούλης φαίνομαι Ἀδερφέ, τὸ μάτι δὲν μὲ πιάνει.
Στὴ μάχη ὅμως κουβάλησα χιλιάδες τὰ φουσέκια
κι ἀκόμα μ᾿ εἶδαν Γερμανοὺς νὰ στρώνω στὸ ρουμάνι.
Στὴ γειτονιὰ μὲ ξέχασε τὸ τόπι, τὸ ξυλίκι.
Καὶ μοναχὰ ποὺ πέρναγα μὲ τὸ χωνὶ στὸ στόμα.
Παιδί! Μὰ μὲ λογάριασαν οἱ λυσσασμένοι λύκοι.
Τεράστιο τὸ κουράγιο μου. Καὶ ποῦ νὰ δεῖς ἀκόμα.
Μία μέρα μᾶς μπλοκάρανε. Δυὸ ἐμεῖς καὶ αὐτοὶ σαράντα.
Σφαίρα τὴ βρῆκε τὴν καρδιὰ πού ῾μοιαζε μὲ γρανίτη.
Σὲ μία γωνιὰ μὲ θάψανε χωρὶς ἀνθούς, μὰ πάντα
Σὰ ρόδο θὰ μοσκοβολάει ὁ τάφος τοῦ Ἐπονίτη.

Δημοσιεύτηκε στὸ περιοδικὸ «Νέα Γενιά»
χρόνος 3ος, ἀρ. φύλλου 51, 15 Ἰουνίου 1945.
Τὸ ποίημα βρέθηκε καθ᾿ ὑπόδειξη τοῦ Γιώργου Ζεβελάκη
.


 

 

Σπουδαστές

Αφιερωμένο στοὺς Μάκη Ρηγᾶτο καὶ Γιάννη Καούνη,
μέλη τῆς Δημοκρατικῆς Νεολαίας Λαμπράκη.

Σᾶς εἶδα κάτου ἀπὸ τὴν πύρινη βροχὴ
μὲ τὰ πλακὰτ καὶ τὰ σκουτιὰ τὰ ματωμένα
ἐσᾶς ποὺ κάματε τὴ δύσκολην ἀρχὴ
κεῖνα τὰ χρόνια τὰ βαριὰ τὰ κολασμένα.

 

Σήμερα βλέπω τὰ δικά σας τὰ παιδιὰ
σμάρι πηχτὸ μὲς στοῦ πελάγου τὴ (σπι)λιάδα.
Πάντα κατάντικρα στὴν κάθε ἀναποδιὰ
καὶ σ᾿ ὅσους πᾶνε νὰ σταυρώσουν τὴν Ἑλλάδα.

Δημοσιεύτηκε στὴν «Πανσπουδαστικὴ» λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πραξικόπημα τοῦ 1967.