αρχική σελίδα ποίηση Μικρή ανθολογία σύγχρονης ποιητικής ομορφιάς και ευαισθησίας. 5 σπουδαία σύγχρονα ποιήματα του Σκιαθίτη ποιητή Α.Κ.Τ.
Μικρή ανθολογία σύγχρονης ποιητικής ομορφιάς και ευαισθησίας. 5 σπουδαία σύγχρονα ποιήματα του Σκιαθίτη ποιητή Α.Κ.Τ. PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - ποίηση
Συντάχθηκε απο τον/την Από τον ποιητή Α.Κ.Τ.   
Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015 11:14

   

  Η Σκιάθος μας είναι γνωστό ότι διαθέτει κορυφαίας ποιότητας παράδοση στα Νεοελληνικά μας Γράμματα. Η Σκιάθος, όμως, διαθέτει και εξίσου σπουδαίο παρόν στη λογοτεχνική μας δημιουργία!  Mε ιδιαίτερη χαρά η ιστοσελίδα μας δημοσιεύει σήμερα τα παρακάτω κομμάτια αληθινής, δυνατής και ουσιαστικής, γνήσιας σύγχρονης Ποίησης. Πρόκειται για δείγματα της δουλειάς του Σκιαθίτη ποιητή, συνεπούς και πρωτοπόρου αγωνιστή της κοινωνικής απελευθέρωσης, του αγαπητού φίλου όλων μας, του Α.Κ.Τ. . Ο ποιητής μας, ο οποίος διακρίνεται για το εξαιρετικό ήθος και την απαράμιλλη σεμνότητά του, διάλεξε συνειδητά να μας δώσει τα παρακάτω δείγματα της δουλειάς του, για να δημοσιευτούν στη sispirosi.gr μόνο με τα αρχικά του ονόματός του, χωρίς καμιά διάθεση προσωπικής του προβολής.

   Σεβόμαστε απολύτως την επιλογή του και σας προτείνουμε να διαβάσετε με μεγάλη προσοχή και με ανοιχτά τα μάτια της ψυχής και της ευαισθησίας σας τα παρακάτω ποιήματα. Είναι, νομίζουμε, από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ιστοσελίδας μας η συνάντηση με μια τόσο ευαίσθητη, διεισδυτική, και καθαρή, ταυτόχρονα, ποιητική φωνή.


 

   Θα προτείναμε στον Α.Κ.Τ.  να προχωρήσει άμεσα στην έκδοση των ποιημάτων του σε βιβλίο! Γιατί είναι άξια η ποίησή του και άξιος ο ποιητής, με όλη τη σημασία αυτής της λέξης. Επομένως, «άξιον εστί το τίμημα»!

Καλή, δημιουργική ανάγνωση, αγαπητοί μας φίλοι!


     1.   ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ                                                       

Καταβροχθίζοντας  τις  εκτιμήσεις

των  ιχνηλατημένων  αμφιλογιών

βουστροφηδόν η ιστορία μέσα απ’ την ηχώ

των εκδηλώσεων τις  διηγούνταν

 

Ο  γελωτοποιός  κυκλοφορεί

στους  διαδρόμους του κόσμου

βιγλίζοντας  τα  ανέκφραστα πρόσωπα

αγνοώντας αλλά αναζητώντας τη  γνώμη  τους

για  το  άτομό  του

 

Στο θέατρο των ανθρώπων

οι ερωτήσεις συστρέφονται,

περιστρέφονται και αντιστρέφονται.

Η αξιολόγησή τους   γι αυτόν

ταιριάζει πάντοτε  με  την  ηθική

και το χαρακτήρα τους

 

Ανακυκλώνοντας  τις  σκέψεις

επανέρχονται  στο  καταλυτικό

ερώτημα  της  κρίσης

-Ποιος είναι; Ποιος είμαι;

Η  κόρη του ματιού  χάνεται

στην ίριδα της φαντασίωσης

 

Μελετούν  τα  χαρακτηριστικά  του

μέσα  απ’ το  άνοιγμα του  γιλέκου

αδιαφορώντας  για  των άλλων τις  αντιλήψεις

παρακινούμενοι μόνο απ’ τον εσωτερικό τους  κόσμο

 

Ο  καθένας κάνει  μιαν  άλλην  αποτίμηση

στα  αρχεία  των εντυπώσεων και των  πεποιθήσεων

Ο  διαφορετικός  διαφορετικά  βλέπει

Η  πραγματικότητα μονήρης  και  προσωπική

 

Οι  ζηλωτές  αριστεύουν  στην

ατομικότητα  των στοχασμών

κραυγάζοντας ολομόναχοι  κάτω  απ’ τους

στραπατσαρισμένους  πυλώνες

 

Στην προσπάθειά τους ν’ ανέβουν στην όχθη

των  θέσεων,  των  αντιθέσεων

των απόψεων και των θεωριών

γλιστράνε  αενάως.  Κατρακυλάνε                                            

στο θολό ποτάμι της υποκειμενικότητας

 

Οι  όψεις  οι  κατόψεις

τα  πρόσωπα  οι  χαρακτήρες

έχουν  άπειρες  ερμηνείες

στο  μυαλό  και  στη  σκέψη

 

Η  εικόνα  κάτω  απ’ το  γείσο

των  βλεφάρων

μια  σκιά  των  αρχών  των  αρετών

και  των  ορίων

 

Ο  Κλόουν ανακλάται αλλιώτικος

στο εσωτερικό κάτοπτρο του καθενός

Αποζητώντας  τη μήτρα

απ’ την  οποία  γεννιούνται

τα αμέτρητα είδωλά  του

 

Καθρεφτίσματα  και  φάσματα

σαν  ασπρόμαυρες  ξεθωριασμένες

ή σαν ολόλαμπρες πολύχρωμες

φωτογραφίες

Σκιαγραφημένα  μέσα  στους  άλλους

στο χωροχρόνο του  εγώ  και  του  είναι.

                                                                ΣΚΙΑΘΟΣ, 30-10- 2009.

 

 

 

               2.  ΣΠΟΥΔΗ  ΘΑΝΑΤΟΥ                                            

Στο θαμπό δειλινό του Αυγούστου

Σε κείνον τον έρημο τόπο

Των διαισθήσεων και της ουτοπίας

Την ώρα που ο Γρέγος

Έπαιζε Άρπα με τα ξάρτια

Και το πουλί με τις μαύρες φτερούγες

Έριχνε τον ίσκιο του

Παραμορφώνοντας την πραγματικότητα

Η ζωή του στηρίζονταν

Σε δύο σκουριασμένες βίδες

Κι ένα μπρούντζινο χερούλι

Δεν είναι πια εδώ

Δε βρίσκεται εδώ

Βουλιάζει

 

Οι Μέδουσες πλέουν τριγύρω

Κουνώντας τα χείλη τους

Σε πένθιμο τραγούδι

Τ’ αστέρι του ορίζοντα τρεμοσβήνει

Βουτώντας στην άβυσσο

Λίγα αιμάτινα σύννεφα

Κυνηγιούνται στη Δύση

Μερικές ψαρόβαρκες

Αργοκινούνται στην παλλόμενη

Επιφάνεια της θάλασσας

Αχνές εικόνες

Στις τελευταίες σελίδες

Του άλμπουμ της ύπαρξής του

Βουλιάζει

 

Ένα ναυαγισμένο πλοίο

Κολλημένο στα βράχια της ακτής

Γερμένο σε μια θάλασσα

Πράσινη και σκοτεινή

Σαν τη ζωή των παιδικών του χρόνων.

Βρεγμένα χέρια στην κουπαστή

Σπασμένα άλμπουρα

Ο ανεπαίσθητος ψίθυρος

Του αιώνιου κύματος

Του γέρου καπετάνιου το φάντασμα

Ψηλά στο βράχο

Ο άνεμος κουνά ανεπαίσθητα

Το σιδερένιο κουφάρι

Κι αυτός βουλιάζει

 

Οσμή από νερό κι αλάτι

Από κάβους και γούμενες

Από μίνιο κι αρχαία λαμαρίνα

Το δεξί όκι σεργιανίζει

Στον ουράνιο θόλο

Και στ’ αριστερό μπαινοβγαίνει το πέλαγο

Oι ψυχές του πληρώματος

Με τα τατουάζ στα μπράτσα

Και τη βρισιά

Πηγαινοέρχονται

Στ’ αμπάρια, στο κομοδέσιο,

Στην πλώρη, στην κουβέρτα,

Στην τιμονιέρα και στο μηχανοστάσιο

Κάποιο παλαμάρι δεμένο χωρίς λόγο

Στα βράχια με τα πικρά κρίταμα

Βουλιάζει

 

Ανασηκώνει τα βλέφαρα

Κοιτάζει

Του ήλιου το στίγμα

Τ’ ασημένια μονοπάτια των δελφινιών

Τις φωτεινές ανταύγειες των βράχων

Τις σκιές των γλάρων π’ αγγίζουν το νερό

Την καρίνα της βάρκας του

Τη χίμαιρα των ονείρων του

Του γεροκαπετάνιου το στοιχειό

Που διαθλώμενο τον καλεί του γνέφει

 

Κι ως χάνεται στην απάνεμη

Πλευρά των σιωπών

Στρέφει το βλέμμα εντός του

Στην ύστατη προσπάθεια

Του τελευταίου απολογισμού

Προτού οι Νηρηίδες παρθένες

Τον κάνουν δικό τους

Κι ενώ το τρεμουλιαστό ημίφως

Τον παρασέρνει στο κατώφλι του χρόνου

Σταλάζει και σκορπίζεται

Το τελευταίο του δάκρυ

Στην απεραντοσύνη της θάλασσας

Κάνοντάς την να γλυκάνει

Βουλιάζει,  βουλιάζει

 

Η πνοή φεύγει, χάνεται

Τα μαλλιά κυλάνε σαν καταρράκτης στο μέτωπο

 

Απλώνει τα χέρια ικετεύοντας                                          

Ακουμπά απαλά στο βυθό

Γέρνει

Ο εισβολέας που παίρνει τη ζωή

Του δίνει την ηρεμία

Της επίγνωσης του τέλους

Ένας ωχρός οφίουρος κινείται αργά

Οι ποσειδωνίες τον χαϊδεύουν

Αγάπησε τόσο τη θάλασσα

Που πνίγεται στον κόρφο της

Στ’ αγκάλιασμά της στα φιλιά της

Το φάντασμα του βράχου

Τον παίρνει μαζί του

Σα λάφυρο του ονείρου

 

Ο καπετάνιος που κάθε βράδυ

Έστεκε εκεί ψηλά χάθηκε

Η βάρκα με το

Χαλασμένο στήριγμα

Αθόρυβα έγινε μια κουκίδα

Στον ορίζοντα

Το σκοτεινό πλοίο

Ακίνητο πια απολιθώθηκε

Τα πνεύματα των ναυτών εξαφανίστηκαν

Γλάροι δεν πετούν στο στοιχειωμένο πέλαγο

Οι μέδουσες με ξέπλεκα μαλλιά

Ξεμακραίνουν μοιρολογώντας

Το φως έσβησε

Κι οι γοργόνες ακολουθούν κοιτάζοντας

Την τελευταία της ζωής του φυσαλίδα

Καθώς ανεβαίνει στην επιφάνεια.

                                                              ΣΚΙΑΘΟΣ,  ΟΚΤΩΒΡΗΣ  2011.


 

 

3. ΤΟ  ΑΡΧΕΤΥΠΟ  ΣΥΜΒΟΛΟ Ή  ΠΕΡΙ  ΑΓΑΠΗΣ

 

               Κυκλοθυμία

Παγιδεύτηκα  στην  απληστία  και  τη  χλιδή

Της  Αγάπης

Δε  θέλησα  να  δραπετεύσω  απ’ τον  ιστό

Της  Μοίρας

Μια  σημαδεμένη  μέρα κάτω  απ’ την  καταιγίδα

Του Νεφεληγερέτη

Μέσα  στις  στιγμιαίες  αστραπές

Των πυροτεχνημάτων τ’ ουρανού

Βυθίστηκα  στις  αισθήσεις που δημιουργούν

Του πόθου οι ρυθμοί

Στην  απαστράπτουσα  οικειότητα  των

Αχαλιναγώγητων  παθών

Στον κύκλο της προσμονής

Και της απόρριψης

 

               Ερωτοθηρεία

Αναζήτησα την Αγάπη

Σε κρυστάλλινους  Εφιάλτες  πάνω

Στα  μαβιά  βουνά

Κατάντικρυ  στον  αντικατοπτρισμό

Του  Αλλόκοτου

Διαπέρασα  το  λαβύρινθο

Των  Κεραυνών

Ακολουθώντας  την  αλληλουχία

Των αισθημάτων και των αισθήσεων

Με τα αέναα και  ακέραια  διαστήματα

Ερωτευμένος  εκλιπαρούσα

Για  ένα  ψήγμα στοργής

Κυνηγώντας του μεγάλου έρωτα

Το γλυκό τρυγόνι

 

             Θυμηδία

Στο  χείμαρρο  της  βροχής στο δάσος με τις οξιές

Μια αμυδρή ρωγμή φωτός

Στο  μαγικό χαλί ανείπωτες σκέψεις σ’ ένα ηδονικό

Χωνευτήρι  προσμονής

Στην  παλέτα  των  αποχρώσεων                                                    

Τα  χρώματα  της αγάπης

Κι όπως ένα  κύμα τρυφερότητας  κάνει   διάφανα

Τα  μυστήρια

Και τ’ όνειρο καταγράφεται  κάτω  απ’ την  αψίδα

Του  Ουράνιου  Τόξου

Τα σπαραξικάρδια  αναφιλητά  του  κορμιού

Γίνονται  νότες αισιοδοξίας

Κι η καρδιά γιορτάζει παλλόμενη

Τη χαρά του έρωτα

                                              ΣΚΙΑΘΟΣ,  2010

                                                   ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ. 

 

 

    4. Ο   ΟΔΥΣΣΕΑΣ   ΔΕΣΜΩΤΗΣ

Στα φουρτουνιασμένα στενά

της Messinas

το μαυροκοραλλένιο καράβι του Δυσσέα

έρμαιο των κυμάτων

Ο ήχος της σιωπής πλανιέται ως

εκεί που χάνεται

στη θαμπάδα του φωτός και στη

διαύγεια της ομίχλης

Ο φόβος των ενοχών φτάνει με το Λεβιάθαν

που επιστρέφει

Αναπότρεπτο το σκοτάδι στην πίσω

πλευρά του φεγγαριού

Περίπλοκος ο περίπλους στο λυκόφως

της ενόρασης

Ποικίλες παραινέσεις απ’ τους

αδαείς  συντρόφους

που κρέμονται στα ξάρτια του

ζοφερού πλοίου

Ηττημένοι παρά την προσπάθεια

για την αλήθεια

μένουν με τις αισθήσεις και τις σκέψεις

αλυσοδεμένες

στην καθολική αναζωπύρωση της ασταθούς

ισορροπίας της ελευθερίας

Ακούσια παλινωδία του σκότους και

του λαμπυρίζοντος φωτός

όπου στα όρια τους αναλώνεται η

συνείδηση

Πλέοντας στη βένθο της παντοδυναμίας

του τρόμου

ανθρωποφάγα μαλάκια και οστρακόδερμα

μπαίνουν στο μυαλό

καταλαμβάνουν την ψυχή και διαλύουν

την προσωπικότητα

Ίδια η ζωή πάνω και κάτω

κι αυτός ακούει τα κελεύσματα

των σειρήνων δεμένος στο άλμπουρο της βάπτισης

του προπατορικού αμαρτήματος

Παρασύρεται απ’ τη Σκύλα και τη Χάρυβδη

κάτω απ’ τις στριγκές Φωνές τους

Περιδινίζεται στη σκοτεινή ρουφήχτρα των ενοχών

όπου δεν υπάρχει μήτε χρόνος μήτε θάνατος

                                                            ΣΚΙΑΘΟΣ,   2012.

 

                                                                    


                  5.  GOOD FOR NOTHING

                     (Ο ΤΙΠΟΤΕΝΙΟΣ)


         Η πραγματικότητα

Είδες πως ο κ. Ν. μ’ ευτέλεια μεγάλη άρχισε σιγά-σιγά

Αφού πέρασε της νιότης τα χρόνια

Τα χρόνια των ερώτων των αγώνων της αγάπης και της αθωότητας

Να κυνηγά όπως ο διψασμένος λύκος της στέπας

Να κυνηγά τους θησαυρούς της καπιταλιστικής συγκομιδής

Βάζοντας χειροπέδες στο μυαλό και στην καρδιά

 

Ίσως κάποιοι πιστέψουν πως ήταν βαρύ και δύσκολο

Να κατρακυλήσει ο κ. Ν. ως αυτό το σημείο

Να στροβιλιστεί δίχως ο ίδιος να το καταλάβει

Σε παγωμένους δρόμους κι ανήλιαγα στενά

Ψάχνοντας νάβρει και ν’ αλιεύσει το χρήμα και την ισχύ

Μα ο παφλασμός της πτώσης ήταν τόσο μεγάλος

Και είναι απορίας άξιον πως μόνον αυτός

Δεν τον άκουσε και δεν τον ένοιωσε

 

Οι σύντροφοί του οι σύντροφοι της πρωτινής του ζωής

Παρακολουθούσαν πεταρίζοντας τα βλέφαρα

Χωρίς να πιστεύουν αυτό που συνέβη

Πώς είναι δυνατό απορούσαν να γίνει μια τέτοια πτώση;

Ερήμην των νόμων της φύσης και της ανθρωπιάς;

Μα όπως κι αυτός δεν το αντιλήφτηκε

Έτσι κι αυτοί μπορεί να βρίσκονται στο ίδιο βάραθρο

Με το κεφάλι κάτω και τα πόδια ψηλά

Και ν’ απορούν οι άλλοι σύντροφοι.

 

Πάλι το ίδιο και ούτω καθεξής.

 

Η εικόνα του μια ρακένδυτη σκιά μεσ’ στα σκοτάδια

Και στα σκουπίδια της κατεστημένης μας ζωής

Που περνάει ψάχνοντας στα κουρέλια της αλλοτρίωσης

Προδίδοντας φίλους και πατώντας συγγενείς

 

Η έξαψη και το ρίγος δεν οφειλόταν πια                         

Ούτε στους αγώνες για μιαν άλλη κοινωνία

Ούτε στην αγάπη για το συνάνθρωπο

Ούτε στην αναζήτηση του δίκιου

Δεν τον ένοιαζε αν κάποιοι άλλοι πεινάνε

Αν κάποιοι άλλοι δολοφονούνται επειδή

Έχουν άλλο χρώμα και μιλάνε μια διαφορετική γλώσσα.

Δεν τον ένοιαζε αν κυνηγιούνται από ρατσιστές και φασίστες

Στο κάτω- κάτω ελευθερία έχουμε έτσι δεν είναι;

Ο ίδιος δεν κυνηγούσε κανέναν εδώ που τα λέμε, σκεφτόταν

 

Η ανατριχίλα λοιπόν που τον διαπερνούσε ως το κόκαλο

Ήταν το χρήμα το κέρδος ο πλούτος

Η δύναμη η επιρροή κι ο καταναγκασμός

Οι πράξεις του και οι σκέψεις του

Σαν ορμητικό, θολό ποτάμι εκεί πάντα τον οδηγούσαν

 

Είχε πια πλήρως αλλοτριωθεί

 

      Το όνειρο

Η κάθοδός του στη σπηλιά της αποξένωσης

Μέσα απ’ την έρημο με τα γυμνά δέντρα

Τα ξηρά κλαδιά και τους κάκτους

Με κινήσεις και διαδικασίες που η αναγωγή τους

Τον έφερναν στις παρυφές της φαντασίας

Και στην πηγή των αισθημάτων

Ήταν αναπόφευκτη

Εκεί είδε να στέκουν γύρω του

Μέσα σ’ ένα άντρο χωρίς τοίχους

Οι άνθρωποι που γνώρισε π’ αγάπησε

Που έκλαψε και που γέλασε μαζί τους

Να στέκουν ακίνητοι σ’ έναν ατέρμονα κύκλο

Με τα χέρια απλωμένα φωτεινά σαν πυγολαμπίδες

Να τον δείχνουν χωρίς να μιλούν

Κι ο χώρος να μικραίνει, να μικραίνει

Να τον συμπιέζει να τον συνθλίβει

Κι αυτός, ναι αυτός ένας μικρός τυφλοπόντικας

Να προσπαθεί να ξεφύγει

Ν’ απαλλαγεί  απ΄ τα χέρια και τη συντριβή

Πάλι όμως να σκέφτεται στ’ όνειρό του

Πώς ν’ αρπάξει να εξαγοράσει

Πώς να ξεπουλήσει να κερδίσει ν’ απατήσει

Πώς να κλέψει ν’ απαξιώσει να λοιδορήσει

Πώς να παρανομήσει και να καταπιέσει

Ο ρόλος του στ’ ανάμεσο συνείδησης κι ονείρου

Ήταν τόσο σκοτεινός και τραγικός

Που η σχετικότητα του γνωστικού                                  

Έστελνε το χώρο και το χρόνο

Στο άπειρο του προσωπικού ρεαλισμού

Στην εκποίηση της ύπαρξής του.

 

Η αλλοτρίωση σ’ όλο της το μεγαλείο

 

        Σκέψεις-Επίλογος

Αναθεωρώντας έτσι το ρόλο της πραγματικότητας

Βγήκαμε στο δρόμο με την πίκρα της ανημποριάς

Στον ανεκπλήρωτο πόθο για τη διαφυγή

Εκεί που το σκοτάδι ορμά και κατατρώγει το φως

 

Να λοιπόν πως ο κ. Νothing από αρνί γίνηκε λυσσασμένος λύκος

Καταστρέφοντας τη ζωή του αλλά και των δικών του

Τώρα πια ένας ξεπουλημένος και σακάτης στην ψυχή

Έχοντας το ύφος και το βλέμμα αδηφάγου δράκου

Παρότι πρόκειται για τυφλοπόντικα

Παραφυλάει ν’ αδικήσει πάλι γονείς αδέλφια παιδιά

Φίλους συγγενείς γείτονες γνωστούς και ξένους

Ν’ αρπάξει ο άρπαγας να συνθλίψει ο δυνάστης

 

Κι αν η ευθύνη του κ. Ν. γι αυτό του το κατάντημα

Βαρύνει τον ίδιο κι είναι το Ένα

Τότε η ευθύνη όλων μας

Για την κοινωνία που φτιάξαμε συντηρούμε

Και δε θέλουμε ν’ αλλάξουμε

Είναι μυριάδες φορές μεγαλύτερη.

 

Και περιμένουμε μετά ο κόσμος νάν’ ευτυχισμένος

 

                                                  ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2012

                                                    15-8-2012

                                                        ΣΚΙΑΘΟΣ

 

 

 

 

 

 

  Ευχαριστούμε από βάθους καρδιάς το φίλο και συναγωνιστή Α.Κ.Τ. και περιμένουμε σύντομα νέα υπέροχα δείγματα του ποιητικού του ταλέντου, μέσα από την ιστοσελίδα μας.

               H   www.sispirosi.gr  .

 

 

   Από φιλόλογο-αναγνώστρια της ιστοσελίδας μας λάβαμε και δημοσιεύοουμε το παρακάτω σχόλιο για την ποίηση του Α.Κ.Τ., δείγμα της οποίας παρουσιάσαμε στη sispirosi.gr :

Συγχαρητήρια για τα ωραία ποιήματα!


Γνήσιος λυρισμός, ευαισθησία, στοχαστική διάθεση, λαμπερές εικόνες.

Κατερίνα Κ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση