αρχική σελίδα βιβλιοθήκη Θανάσης Καρακαστανιάς: ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣΩΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΠΑΛΗ ΣΤΟ Κ.Κ.(μπολσεβίκοι) ΤΗΣ (ΝΕΟΣΥΣΤΑΤΗΣ) Ε.Σ.Σ.Δ. ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ 1920-1930. (Ένα πολύ ενδιαφέρον και διδακτικό ιστορικό δοκίμιο)
Θανάσης Καρακαστανιάς: ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣΩΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΠΑΛΗ ΣΤΟ Κ.Κ.(μπολσεβίκοι) ΤΗΣ (ΝΕΟΣΥΣΤΑΤΗΣ) Ε.Σ.Σ.Δ. ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ 1920-1930. (Ένα πολύ ενδιαφέρον και διδακτικό ιστορικό δοκίμιο) PDF Εκτύπωση E-mail
βιβλιοθήκη - βιβλιοθήκη
Συντάχθηκε απο τον/την Από τον Θανάση Καρακαστανιά.   
Δευτέρα, 02 Μαρτίου 2015 21:34

     

   Λάβαμε και δημοσιεύουμε σήμερα στην ιστοσελίδα μας το παρακάτω ιστορικό-πολιτικό δοκίμιο του συντρόφου και φίλου ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΑΚΑΣΤΑΝΙΑ.

  Το δοκίμιο αναφέρεται στην πιο κρίσιμη εποχή της οικοδόμησης του Σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση και νομίζουμε ότι βάζει τα πράγματα στη θέση τους, ανατρέποντας συθέμελα όλη τη σαβούρα της αντισταλινικής (αντισοβιετικής και αντικομμουνιστικής) διαστρέβλωσης των ιστορικών γεγονότων. Αυτή τη σαβούρα που λανσάρει 80 ολάκερα χρόνια τώρα η αντεπανάσταση και η αντίδραση κάθε μάρκας, για να κρύψει την αλήθεια και να υπονομεύσει το έργο της προλεταριακής-σοσιαλιστικής αναγέννησης του κόσμου μας...

 Διαβάστε με προσοχή το καλογραμμένο και τεκμηριωμένο αυτό δοκίμιο, και σίγουρα θα καταλάβετε μόνοι σας!


ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣΩΚΟΜΜΑΤΙΚΗ  ΠΑΛΗ ΣΤΟ Κ.Κ.(μπολσεβίκοι) ΤΗΣ (ΝΕΟΣΥΣΤΑΤΗΣ)  Ε.Σ.Σ.Δ. ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ 1920-1930.


 Το ερώτημα που έμπαινε στην ημερήσια διάταξη, μετά τη νίκη του προλεταριάτου στη Ρωσία τον Οκτώβρη του 1917 ήταν, αν μπορούσε να προχωρήσει η σοσιαλιστική οικοδόμηση στη χώρα ιδιαίτερα μετά τα συντρίμμια που άφησε πίσω του ο εμφύλιος και η ξένη επέμβαση. Η σοσιαλιστική οικοδόμηση ήταν ένα θέμα το οποίο απασχόλησε από τα μέσα ακόμα του 19ου αιώνα το επαναστατικό κίνημα της Ρωσίας. Και συγκεκριμένα το πρόβλημα έμπαινε γύρω από το ερώτημα, αν μπορούσε στη Ρωσία να προχωρήσει στη  σοσιαλιστική οικοδόμηση ή κάτι τέτοιο δεν ήταν ακόμα ώριμο να γίνει. Δύο ήταν τα κύρια ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα που απόκλιναν από την πλειοψηφούσα γραμμή του Κ.Κ.: Το ένα υπό την ηγεσία του Λ. Τρότσκι και το άλλο υπό την ηγεσία του Ν. Μπουχάριν.

 Το ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα υπό τον Λ. Τρότσκι υποστήριζε την αντίληψη ότι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία μόνη χώρα ήταν εντελώς αδύνατη αν δεν στηριζόταν στη σοσιαλιστική επανάσταση στις κυριότερες τότε δυτικές χώρες. Συγκεκριμένα, σε άρθρο του σε ρώσικη εφημερίδα το 1922 έγραφε:

«Αν (και) κρατήσαμε σαν κράτος από πολιτική και στρατιωτική άποψη,(εντούτοις) δεν καταλήξαμε στην δημιουργία μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας και μάλιστα ούτε πλησιάσαμε σ’ αυτήν. Όσο η αστική τάξη θα βρίσκεται στην εξουσία στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη, θα είμαστε αναγκασμένοι, στην πάλη ενάντια στην οικονομική απομόνωση, να επιδιώκουμε συμφωνίες με τον καπιταλιστικό κόσμο. Μπορούμε ταυτόχρονα να πούμε με πεποίθηση ότι αυτές οι συμφωνίες στην καλλίτερη περίπτωση μπορούν να μας βοηθήσουν να επουλώσουμε αυτές η εκείνες τις οικονομικές πληγές μας, να κάνουμε αυτό η εκείνο το βήμα προς τα μπρος, αλλά η πραγματική άνοδος της σοσιαλιστικής οικονομίας στη Ρωσία δεν θα είναι δυνατή παρά μονάχα ύστερα από τη νίκη του προλεταριάτου στις σπουδαιότερες χώρες της Ευρώπης».

Βλέπουμε λοιπόν, ότι ο Τρότσκι (αλλά και οι σημερινοί «Τροτσκιστές») υποστήριζε ότι η Ρωσία δεν είχε τις προϋποθέσεις για σοσιαλιστική οικοδόμηση αν το Ρώσικο προλεταριάτο δεν στηρίζονταν στην προσπάθειά του αυτή στην σοσιαλιστική επανάσταση στη Δύση, αν και ήταν πλέον γεγονός, ότι οι επαναστάσεις σε Γερμανία και Ουγγαρία είχαν ηττηθεί και το επαναστατικό ρεύμα μετά το 1922 βρίσκονταν σε φθίνουσα πορεία. (Συγκεκριμένα η γερμανική επανάσταση έγινε το Δεκέμβρη του 1918 και ηττήθηκε το Γενάρη του 1919 – δολοφονίες Λούξεμπουργκ- Λίμπκνεχτ, η ουγγρική έγινε στις 21 Μάρτη 1919 με ίδρυση των ουγγρικών σοβιέτ και ανατράπηκε την 1 Αυγούστου 1919 λόγω οικονομικού αποκλεισμού και επέμβασης της Αντάντ).    Επομένως, σύμφωνα με τον Τρότσκι, η σοσιαλιστική οικοδόμηση παραπέμπονταν στο άγνωστο μέλλον.

Ο Τρότσκι και οι οπαδοί του μάλιστα, υποστήριζαν και υποστηρίζουν και τώρα ότι η θεωρία της «νίκης του σοσιαλισμού σε μια χώρα» ήταν εφεύρεση του Στάλιν, ο οποίος με τη βία προχώρησε σ’  αυτή και δεν έχει καμιά σχέση με τη Μαρξιστική –Λενινιστική αντίληψη για το σοσιαλισμό. Ποια είναι όμως η αλήθεια;

Ο Λένιν ακόμα από το 1915, κάνοντας κριτική ενάντια στο σύνθημα «για τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» που προέρχονταν από τις αστικές τάξεις των κατεστραμμένων από τον πόλεμο ευρωπαϊκών κρατών εξηγούσε ότι ήταν όχι μόνο αντιδραστικό, αλλά και ουτοπικό σε συνθήκες καπιταλισμού. Συγκεκριμένα ο Λένιν στο άρθρο του «Για το σύνθημα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» έλεγε:

«Πρώτον το σύνθημα συγχωνεύεται με το σοσιαλισμό και δεύτερο, γιατί ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΤΗ ΛΑΘΕΜΕΝΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΗ Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΜΟΝΗ ΧΩΡΑ, τη λαθεμένη ερμηνεία για τη στάση αυτής της χώρας απέναντι στις άλλες».

Το 1916, θεμελιώνει θεωρητικά την παραπάνω θέση του, στηριζόμενος στο νόμο της Ανισόμετρης Οικονομικής και Πολιτικής Ανάπτυξης του καπιταλισμού, όταν στο άρθρο του «Το στρατιωτικό Πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης» λέει:

«Η ανάπτυξη του καπιταλισμού συντελείται στον ανώτατο βαθμό ανισόμετρα στις διάφορες χώρες. Και ούτε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά στις συνθήκες της εμπορευματικής παραγωγής. Από εδώ βγαίνει το αδιαφιλονίκητο συμπέρασμα: ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να νικήσει ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες. Θα νικήσει αρχικά σε μία η μερικές χώρες και οι υπόλοιπες θα παραμείνουν για ένα διάστημα αστικές η προαστικές».

Η αντίληψη, λοιπόν, του Τρότσκι για τη στρατηγική οικοδόμησης του σοσιαλισμού βρίσκεται στον αντίποδα αυτής του Λένιν, και φυσικά και του Στάλιν, ο οποίος είχε την ίδια άποψη με τον Λένιν.

Για τον Λένιν, η εφαρμοζόμενη (με εισήγηση του ίδιου) Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ), ήταν απλά μία προσωρινή υποχώρηση που αποσκοπούσε στην γρήγορη ανασυγκρότηση της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας που είχαν καταστραφεί από τον εμφύλιο, επιστρατεύοντας γι’ αυτό το σκοπό όλες τις δυνάμεις του έθνους ακόμα και την αστική τάξη της πόλης και του χωριού.

Ο Λένιν, σε αντίθεση με τον Τρότσκι, ήταν προσηλωμένος από την πρώτη στιγμή στο μεγάλο ζήτημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Γι’ αυτό το λόγο, όχι μόνο στα έργα που ανέφερα, αλλά και στα μετέπειτα, όπως αυτά της περιόδου 1922-1924, δίνει ιδιαίτερο βάρος στο θέμα αυτό.

Ας παρακολουθήσουμε τη σκέψη του στα έργα αυτής της περιόδου:

Στον 45ο τόμο των «Απάντων», σελίδα 302, γράφει:

«Νέα Οικονομική Πολιτική! Περίεργη ονομασία! Η πολιτική αυτή ονομάστηκε έτσι γιατί κάνει στροφή προς τα πίσω. Εμείς τώρα υποχωρούμε σαν να πηγαίνουμε προς τα πίσω, μα το κάνουμε για να κάνουμε πρώτα πίσω, να πάρουμε μετά φόρα και να κάνουμε ένα άλμα πιο μεγάλο προς τα προς».

Πιο κάτω, στο ίδιο, σελ. 309:

«Ο σοσιαλισμός δεν είναι τώρα πια πρόβλημα που ανήκει στο απώτερο μέλλον,  δεν είναι αφηρημένη έννοια η εικόνα…. Το σοσιαλισμό τον βγάλαμε στην καθημερινή ζωή κι αυτό πρέπει να το καταλάβουμε καλά…., όλοι μαζί, όχι αύριο, μα σε μερικά χρόνια, όλοι μαζί θα εκπληρώσουμε αυτό το καθήκον, έτσι που από τη Ρωσία της ΝΕΠ, θα βγει η σοσιαλιστική Ρωσία».

Στη σελίδα 370 στο ίδιο λέει:

«Η εξουσία του κράτους πάνω σε όλα τα σημαντικά μέσα παραγωγής, η εξουσία του κράτους στα χέρια του προλεταριάτου, η συμμαχία αυτού του προλεταριάτου με τα πολλά εκατομμύρια των μικρών και πολύ μικρών αγροτών, η εξασφάλιση της καθοδήγησης της αγροτιάς από το προλεταριάτο αυτό κ.λπ.-όλα αυτά δεν είναι μήπως ό,τι μας χρειάζεται για να χτίσουμε το συνεταιρισμό, μήπως όλα αυτά δεν είναι ό,τι μας χρειάζεται για να χτίσουμε την ολοκληρωμένη σοσιαλιστική κοινωνία;»

Στο ίδιο σελ. 376-377:

«Τώρα έχουμε το δικαίωμα να πούμε ότι η απλή ανάπτυξη του συνεταιρισμού στη χώρα μας είναι ταυτόσημη ...με την ανάπτυξη του σοσιαλισμού και ταυτόχρονα είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχτούμε ότι άλλαξε ριζικά όλη η άποψή μας για το σοσιαλισμό. Η ριζική αυτή αλλαγή βρίσκεται στο γεγονός ότι πριν το κέντρο βάρους το ρίχναμε, και ήμασταν υποχρεωμένοι να το ρίχνουμε, στην πολιτική πάλη, στην επανάσταση, στην κατάκτηση της εξουσίας κ.τ.λ. Τώρα όμως το κέντρο βάρους αλλάζει και μετατοπίζεται προς την ειρηνική οργανωτική "πολιτιστική" δουλειά .... Τώρα μας φτάνει η πολιτιστική αυτή επανάσταση για να γίνουμε πέρα για πέρα σοσιαλιστική χώρα».

Παραθέτω όλα αυτά τα αποσπάσματα για να φανεί ανάγλυφα η έντονη ιδεολογική διαμάχη που γινόταν την εποχή εκείνη στο Κ.Κ.(μπ.), ανάμεσα στην πλειοψηφούσα άποψη και στην Τροτσκιστική απόκλιση.

Ο Τρότσκι, εμμένοντας στις απόψεις του περί «παγκόσμιας επανάστασης» ήρθε σε αντίθεση με τον Λένιν και στο ζήτημα των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» όπως αναφέρθηκε προηγούμενα. Συγκεκριμένα στο έργο του «Ευρώπη-Αμερική- συλλογή κειμένων»,(Τεταρτοδιεθνιστικές Εκδόσεις, Αθήνα 1981), στις σελίδες 106-107 λέει:

«Εδώ δεν πρόκειται για την μελλοντική παγκόσμια σοσιαλιστική οικονομία, αλλά για την έξοδο της σημερινής Ευρώπης  από το αδιέξοδο. Πρέπει να δείξουμε στους εργάτες και στους αγρότες της καταξεσκισμένης και κατερειπωμένης Ευρώπης μια διέξοδο… Είναι ένα σύνθημα μεταβατικό που δείχνει μια διέξοδο, ανοίγει μία προοπτική σωτηρίας και, μ’ αυτόν τον τρόπο, σπρώχνει τις εργαζόμενες μάζες στον επαναστατικό δρόμο».

Με άλλα λόγια ο Τρότσκι βλέπει προοδευτικό το σύνθημα των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» ως μία πράξη που προοπτικά μπορεί να επαναστατικοποιήσει τις μάζες. Αλλά οι ιμπεριαλιστές που είχαν ρίξει το σύνθημα αυτό είχαν σκοπό να σώσουν τις καπιταλιστικές οικονομίες από τα συντρίμμια του πολέμου και να μπορέσουν να αναχαιτίσουν το επαναστατικό κίνημα της Ευρώπης εκείνη την εποχή.

Γι’ αυτό το λόγο, αντίθετα με τον Τρότσκι, ο Λένιν βρίσκει το σύνθημα αυτό αντιδραστικό, ένα σύνθημα που θα εγκλωβίσει  τις μάζες στη λογική της διαχείρισης του συστήματος εφόσον γίνει σε συνθήκες ιμπεριαλισμού. Θα στρέψει τον ένα λαό ενάντια στον άλλο και καθόλου δε θα λειτουργήσει στην κατεύθυνση της πάλης για το σοσιαλισμό.

Τι έδειξε η ιστορική πείρα;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης  έγιναν πράξη μετά τον πόλεμο και σήμερα ονομάζονται Ε.Ε. περνώντας από διάφορα στάδια μέχρι εδώ. Καθόλου δεν πραγματοποιήθηκαν τα οράματα του Τρότσκι και των ομοϊδεατών του στην υπόλοιπη Ευρώπη, η επανάσταση δεν έκανε ούτε ένα βήμα μπροστά, αντίθετα σήμερα σε όλες τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, απαγορεύονται επίσημα όλες οι οργανώσεις που φέρουν κομμουνιστικά σύμβολα, και αυτό τείνει να επεκταθεί και στις άλλες χώρες.(Βλέπε αντικομμουνιστικό μνημόνιο, εξίσωση κομμουνισμού-φασισμού κ.α.).   Η πορεία της Ε.Ε. δικαίωσε τελικά αυτούς που ήταν ενάντια στο ιμπεριαλιστικό αυτό κατασκεύασμα.

Οι απόψεις αυτές (Τρότσκι, Μπέρνσταιν, Κάουτσκι κ.λπ. ) αποτελούν το πρόπλασμα των απόψεων των σύγχρονων «αριστερών» απολογητών της «Ευρωπαϊκής Ένωσης» και της εγκατάλειψης της επαναστατικής δράσης της εργατικής τάξης σε μια χώρα, αφού την παραπέμπει στις καλένδες της παγκόσμιας επανάστασης.

Οι σύγχρονοι «αριστεροί» απόγονοι των ρεφορμιστών και οπορτουνιστών εκείνης της εποχής δεν είναι καθόλου ανανεωτές όπως διατείνονται, αλλά αναμασούν παλιές και σκουριασμένες θεωρίες που το επαναστατικό κίνημα έχει ξεπεράσει εδώ και καιρό και τις οποίες απλά διανθίζουν με σύγχρονη φρασεολογία.

Αλλά ας γυρίσουμε αρκετά πίσω στο χρόνο, και συγκεκριμένα στα μέσα του 1918, όπου στους κόλπους του Κ.Κ.(μπ) ξεσπά μια άλλη ιδεολογική αντιπαράθεση, με κύριο φορέα τώρα τους «αριστερούς κομμουνιστές» με επικεφαλής τον Ν. Μπουχάριν. Αυτή η ομάδα αντιτάχθηκε στον λεγόμενο «κρατικό καπιταλισμό» στα πλαίσια της Ν.Ε.Π., στην αξιοποίηση δηλαδή, από μέρους του κράτους, αστών οικονομολόγων και άλλων ειδικών της παραγωγής με υψηλές αμοιβές που εφάρμοζαν μεθόδους του καπιταλισμού για να βγει η οικονομία από το τέλμα, όσο δεν υπήρχαν ακόμα σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής. Για την ιστορία αναφέρω ότι ένα από αυτά τα συστήματα, ήταν και το «σύστημα Τέυλορ»(1), σύστημα που εφαρμόστηκε κυρίως στα τέλη του δέκατου ένατου, αρχές του εικοστού στις Η.Π.Α. Το σύστημα αυτό αυξάνει την παραγωγικότητα και εντατικοποιεί την εργασία. Αποτελεί σύνολο μεθόδων οργάνωσης και μέτρησης της εργασίας, ελέγχου της παραγωγής όπως επίσης επιλογής, τοποθέτησης και πληρωμής της εργατικής δύναμης. Είναι ένα εξουθενωτικό σύστημα για τον εργάτη, αλλά ο Λένιν το εφάρμοσε προσωρινά, στηριζόμενος στην εθελοντική προσφορά εργατικής δύναμης που εκδηλώθηκε τότε με σκοπό την στήριξη της επανάστασης και το ξεπέρασμα των πρώτων δυσκολιών μετά τον εμφύλιο.

Ουσιαστικά αυτό που θίγονταν με την εφαρμογή αυτών των μέτρων ήταν η μικρή εμπορευματική παραγωγή που έβλεπε τον εαυτό της να συρρικνώνεται με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας που ήταν όμως απαραίτητη για το μεγάλο άλμα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Έτσι, η ομάδα των «αριστερών κομμουνιστών» στην ουσία εξέφραζε τα συμφέροντα του μικροαστικού στοιχείου που απειλούνταν από την προώθηση του «κρατικού καπιταλισμού».

Ας παρακολουθήσουμε την σκέψη του Λένιν πάνω στο ζήτημα της πάλης ενάντια στην επίδραση της μικροαστικής ιδεολογίας στις γραμμές του κόμματος των μπολσεβίκων:

Λέει λοιπόν(«Άπαντα», τόμος 36, σελίδα 306):

«Μήπως δεν είναι καθαρό ότι μέσα σε μια τέτοια ιδιόμορφη κατάσταση εμείς πρέπει να προσπαθούμε να αποφεύγουμε δυο ειδών λάθη, που το καθένα από την πλευρά του είναι μικροαστικό; Από το ένα μέρος, θα ήταν ανεπανόρθωτο λάθος να διακηρύξουμε πως μια και είναι παραδεκτό ότι οι οικονομικές μας "δυνάμεις" δεν αντιστοιχούν στην πολιτική μας δύναμη, "συνεπώς" δεν έπρεπε να πάρουμε την εξουσία (...). Από το άλλο μέρος, θα ήταν ολοφάνερο λάθος να μένουν ελεύθεροι οι φωνακλάδες και οι λογοκόποι που αφήνουν τον εαυτό τους να ενθουσιάζεται με μια "χτυπητή" επαναστατικότητα, δεν είναι όμως ικανοί να κάνουν μια συνεπή, μελετημένη, ζυγισμένη επαναστατική δουλειά που να παίρνει υπόψη της και τα πιο δύσκολα περάσματα»

Για το ζήτημα του εξωτερικού εμπορείου ο Μπουχάριν πρότεινε τον τελωνειακό έλεγχο αντί της δημιουργίας κρατικού μονοπωλίου που ήταν η επίσημη άποψη.

Την δημιουργία κρατικού μονοπωλίου για το εξωτερικό εμπόριο πρότεινε ο Λένιν έναντι της τελωνειακής  γιατί σκέφτονταν πως έτσι περιφρουρείται η οικονομία από φαινόμενα κερδοσκοπίας και ετοιμάζεται καλλίτερα για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Γράφει συγκεκριμένα για τον Μπουχάριν («Άπαντα», τόμος 45, σελ 336):

«Στην πράξη ο Μπουχάριν αναλαμβάνει την υπεράσπιση του κερδοσκόπου, του μικροαστού και των κορυφών της αγροτιάς ενάντια στο βιομηχανικό προλεταριάτο, που δεν είναι απολύτως σε θέση να ξαναφτιάξει τη βιομηχανία του, να κάνει τη Ρωσία βιομηχανική χώρα, αν δεν την περιφρουρήσει όχι βέβαια με την τελωνειακή πολιτική, αλλά αποκλειστικά και μόνο με το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου».

Οι Τρότσκι και Μπουχάριν, όπως είδαμε, συγκρότησαν φραξιονιστικές ομάδες για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, που τελικά το 1920 ενώθηκαν προκαλώντας κρίση στο Κ.Κ.

Οι απόψεις τους για «μετατροπή των συνδικάτων σε κρατικές οργανώσεις» εντελώς μηχανιστικά και βουλησιαρχικά, δεν θα μπορούσε να γίνει παρά μόνο με γραφειοκρατικό τρόπο. Κάτι τέτοιο θα ακύρωνε την σύνδεση του κόμματος με την μη κομματική προλεταριακή μάζα και απαξιωνόταν ο καθοδηγητικός του ρόλος.

Την εποχή αυτή (αρχές του 1920) έμπαινε επιτακτικά το καθήκον της εξασφάλισης της συμμαχίας των φτωχών και μεσαίων αγροτών με το προλεταριάτο με στόχο την σοσιαλιστική οικοδόμηση στην επαρχία μέσω των συνεταιρισμών. Σε αντίθεση με τον Λένιν, ο Τρότσκι προέβαλε το σύνθημα της «στρατιωτικοποιημένης εκβιομηχάνισης», δηλαδή της «δικτατορίας πάνω στο χωριό». Δεν δέχονταν ότι η εργατική εξουσία είχε την δυνατότητα με συμβιβασμούς και ιδεολογικοπολιτική δουλειά  να πάρει την αγροτιά με το μέρος της στην σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Συγκεκριμένα ο Τρότσκι, στο βιβλίο του «Το 1905», το 1922 γράφει:

«Το προλεταριάτο  θα έρθει σε εχθρικές συγκρούσεις όχι μονάχα με όλες τις ομάδες της αστικής τάξης που το υποστήριξαν τις πρώτες μέρες του επαναστατικού αγώνα, μα και με τις πλατιές μάζες της αγροτιάς, που με τη βοήθειά τους ήρθε στην εξουσία. Οι αντιθέσεις που υπάρχουν στην κατάσταση της εργατικής κυβέρνησης μιας καθυστερημένης χώρας, που ο πληθυσμός της είναι αγροτικός στην καταπληκτική του πλειοψηφία, μπορούν να βρουν τη λύση τους μονάχα σε διεθνή κλίμακα, στο στίβο της παγκόσμιας επανάστασης του προλεταριάτου»

Η θέση αυτή του Τρότσκι πήγαζε από τη γενικότερη αντίληψη του ότι δεν γίνεται σοσιαλισμός σε μια χώρα αν δεν προηγηθεί παγκόσμια επανάσταση (ή τουλάχιστον στις κυριότερες καπιταλιστικές χώρες). Είχε δηλαδή την άποψη ότι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Ρωσία ήταν αδύνατη γιατί δεν υπήρχαν «εσωτερικές δυνάμεις να την στηρίξουν.

(Υπήρξαν οι δυνάμεις για την επανάσταση αλλά δεν υπήρχαν για την πραγματοποίηση των σκοπών της! Η αποθέωση της διαλεκτικής!)

Μια άλλη άποψη που βρίσκεται στον αντίποδα του Λενινισμού είναι η «αγοραία» άποψη του Μπουχάριν, ότι δηλαδή «μονάχα με το πέρασμα από την αγορά μπορούμε να φτάσουμε στο σοσιαλισμό» δηλαδή ότι «η αγορά θα καταργηθεί από την ίδια την ανάπτυξή της» (!),  άποψη που μεταθέτει το καθήκον της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στο άγνωστο μέλλον. (βλ. στο βιβλίο: Ν. Μπουχάριν: «Ο δρόμος προς το σοσιαλισμό και η συμμαχία με την αγροτιά») Στο ίδιο βιβλίο (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αναγνωστίδη) ο Μπουχάριν δικαιολογεί την άποψή του ως εξής:

«Ανάμεσα σ’ αυτές τις διάφορες επιχειρήσεις διεξάγεται μια οικονομική πάλη, όπου η τελευταία λέξη ανήκει στον αγοραστή. Κι αυτός αγοράζει από εκεί που θα βρει πιο φτηνά. Αν η οργάνωσή μας είναι καλή, όλα τα πλεονεκτήματα βρίσκονται με το μέρος της μεγάλης παραγωγής, που, στον ανταγωνισμό, θα εξολοθρεύσει τον ιδιώτη αντίπαλό της. Το βασικό δίχτυ των αγροτικών μας συνεταιρισμών θα σχηματιστεί από συνεταιριστικούς πυρήνες, που θα ενώσουν τους εργαζόμενους, και όχι τους κουλάκους, πυρήνες που θα μπουν μέσα στο σύστημα της εθνικής μας οικονομίας και θα γίνουν οι κρίκοι της ενιαίας αλυσίδας της σοσιαλιστικής μας οικονομίας. Άλλωστε και οι συνεταιρισμοί των κουλάκων, επίσης, μέσα από τις πιστώσεις των τραπεζών αναγκαστικά θα προσαρμοστούν στο σύστημα αυτό».

Δηλαδή, τι μας λέει ο Μπουχάριν; Ότι οι κουλάκοι (μεγαλογαιοκτήμονες, κατά κόρον) εθελοντικά έως και αναγκαστικά λόγω ανταγωνισμού θα ενσωματωθούν στη σοσιαλιστική κοινωνία και σ’ αυτό θα τους «σπρώξει» ο ανταγωνισμός της ελεύθερης αγοράς!  Δηλαδή, η καπιταλιστική αγορά (μέσα στην οποία δρουν προς το παρόν και οι κουλάκοι) θα περάσει στην άρνηση του εαυτού της χωρίς την πάλη με το διαλεκτικό της αντίθετο που είναι τα φύτρα της σοσιαλιστικής οικονομίας, έτσι ξαφνικά θα «φουσκώσει» και θα εξαφανιστεί όπως το Τζίνι στο μπουκάλι του Αλαντίν!  (Η αποθέωση της διαλεκτικής!).

Τρία χρόνια μετά το θάνατο του Λένιν , το 1927 δηλαδή, ξεκίνησε το 15ο συνέδριο του Κ.Κ.(μπ) με κύριο θέμα το πρώτο πεντάχρονο πλάνο, που αφορούσε τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στη Ρωσία. Η διαπάλη στο εσωτερικό του κόμματος κορυφώθηκε, καθώς το 1927 συγκροτήθηκε η «Ενωμένη Αντιπολίτευση» μέσα στο κόμμα που λειτούργησε σαν ανοικτή φραξιονιστική ομάδα με επικεφαλείς τους Τρότσκι-Κάμενεφ-Ζηνόβιεφ.

Ήταν η εποχή που άρχισαν να μαζεύονται τα πρώτα μαύρα σύννεφα της προετοιμασίας για στρατιωτική επέμβαση στη νεοσύστατη σοβιετική χώρα. Ο ιμπεριαλισμός γκρέμισε τις επαναστάσεις σε Γερμανία και Ουγγαρία, αλλά δεν συγχώρησε ποτέ την επικράτησή της στην Ρωσία.

Το Δεκέμβρη του 1927 ο Στάλιν, εκφωνώντας λόγο εκ μέρους της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.(μπ) στο 15ο συνέδριο, εκτιμούσε ως εξής την κατάσταση:

«Αν πριν δυο χρόνια μπορούσαμε κι έπρεπε να μιλάμε για περίοδο κάποιας ισορροπίας και "ειρηνικής συμβίωσης" ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και στις κεφαλαιοκρατικές χώρες, σήμερα έχουμε κάθε λόγο να υποστηρίζουμε ότι η περίοδος της "ειρηνικής συμβίωσης" τελειώνει παραχωρώντας τη θέση της στην περίοδο των ιμπεριαλιστικών επιδρομών και της προετοιμασίας επέμβασης κατά της ΕΣΣΔ»

Ο καθένας μπορεί να δει ότι η ηγεσία του κόμματος προέβλεπε με ακρίβεια χειρούργου, από πολύ νωρίς, τις προθέσεις των ιμπεριαλιστών, πριν ακόμα εμφανιστούν στο προσκήνιο οι πρωταγωνιστές του δράματος (Χίτλερ, Τσόρτσιλ, κ.λπ.)  Και ενώ στη Ρωσία κανένας δεν αμφισβητούσε κάτι τέτοιο, ποια ήταν η στάση της «Ενωμένης Αντιπολίτευσης»;

      Να ποιες ήταν οι βασικές τους θέσεις, στην Πλατφόρμα της «Ενωμένης Αντιπολίτευσης», στο 15ο συνέδριο:

    «Η εναπόθεση των ελπίδων μας σε μια απομονωμένη ανάπτυξη του σοσιαλισμού βασισμένη σε μια οικονομική ανάπτυξη ανεξάρτητη από την παγκόσμια οικονομία, στρεβλώνει τη συνολική προοπτική, θέτει την κατεύθυνση του σχεδιασμού μας εκτός τροχιάς και δεν προσφέρει καμιά κατευθυντήρια γραμμή για τη σωστή ρύθμιση των σχέσεων με τη διεθνή οικονομία.

  Μια οριστική αποκήρυξη της θεωρίας μιας απομονωμένης σοσιαλιστικής οικονομίας θα σημάνει σε μια πορεία λίγων χρόνων μια ασύγκριτα πιο ορθολογική χρήση των πηγών, μια ταχύτερη εκβιομηχάνιση, πιο σχεδιασμένη και δυνατή ανάπτυξη της δικής μας μηχανής οικοδόμησης...

Οι προετοιμασίες για πόλεμο απαιτούν, βεβαίως, τη δημιουργία εφεδρειών ξένων ακατέργαστων υλικών (πρώτων υλών), αναγκαία για εμάς και μια έγκαιρη εγκαθίδρυση νέων βιομηχανιών ζωτικά αναγκαίων όπως για παράδειγμα η παραγωγή αλουμινίου κλπ. Όμως, το πιο σημαντικό ζήτημα στην περίπτωση έως και σοβαρού πολέμου είναι το να έχεις βιομηχανία ανεπτυγμένη στο μέγιστο βαθμό και ικανή και στη μαζική παραγωγή και στην απότομη μετατροπή από ένα είδος της παραγωγής σε άλλο. Το πρόσφατο παρελθόν έδειξε το πώς μια υψηλά βιομηχανική χώρα όπως η Γερμανία, δεμένη με χιλιάδες νήματα με την παγκόσμια οικονομία, μπορούσε να προβάλλει μια τεράστια ζωτική και δυνατή αντίσταση όταν ο πόλεμος και ο αποκλεισμός την απέκοψε με ένα πλήγμα (απότομα) από τον υπόλοιπο κόσμο.

Εάν με τα ασύγκριτα πλεονεκτήματα της κοινωνικής δομής μας μπορέσουμε, κατά τη διάρκεια αυτής της "ειρηνικής" περιόδου, να χρησιμοποιήσουμε την παγκόσμια αγορά έτσι ώστε να επιταχύνουμε τη βιομηχανική μας ανάπτυξη, θα αντιμετωπίσουμε οποιονδήποτε αποκλεισμό ή επέμβαση απείρως καλύτερα προετοιμασμένοι και καλύτερα εξοπλισμένοι...

Αξιοποιώντας την ίδια στιγμή την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία για τον ίδιο σκοπό δένουμε τους θεμελιώδεις ιστορικούς μας υπολογισμούς με την περαιτέρω ανάπτυξη της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Η νίκη της σε συγκεκριμένες ηγετικές χώρες θα σπάσει το "δαχτυλίδι" της καπιταλιστικής περικύκλωσης και θα μας αλαφρύνει από τη βαριά στρατιωτική επιβάρυνση, θα μας δώσει ασύγκριτα πλεονεκτήματα στη σφαίρα της τεχνικής, θα επιταχύνει την ανάπτυξή μας στην πόλη και στο χωριό, στο εργοστάσιο και το σχολείο, θα μας δώσει τη δυνατότητα ενός αληθινού χτισίματος του σοσιαλισμού, ο οποίος είναι μια αταξική κοινωνία στηριγμένη στην πιο ανεπτυγμένη τεχνική και πάνω στην πραγματική ισότητα όλων των μελών της στην εργασία και την απόλαυση των προϊόντων της εργασίας».

    Δηλαδή, για όσους δεν κατάλαβαν, η «Ενωμένη Αντιπολίτευση» λέει ότι: αν και είμαστε κράτος τεράστιας έκτασης έχουμε άπειρες πλουτοπαραγωγικές πηγές και πολίτες έτοιμους να εργαστούν για να οικοδομήσουν αυτό για το οποίο πάλεψαν, να μην το κάνουμε γιατί θα το κάνουμε στρεβλά και χωρίς προοπτική αν δεν βάλουμε συνέταιρους και τους καπιταλιστές μέσω της σύνδεσής μας με την παγκόσμια οικονομία, δεν θάναι μαζί μας και οι καλοί και πονόψυχοι καπιταλιστές ώστε ο σχεδιασμός μας να μείνει εντός της επιθυμητής τροχιάς…

Δηλαδή, ενώ έχουμε όλα τα υλικά, τούβλα , εργαλεία, τσιμέντο, ασβέστη…, προς θεού μην επιχειρήσουμε να φτιάξουμε μόνοι μας το σπίτι μας, γιατί αυτό θα είναι αυτή η τρισκατάρατη «απομονωμένη σοσιαλιστική οικοδόμηση». Ενώ, αν τα αφήσουμε όλα στον αυτόματο πιλότο του «κρατικού καπιταλισμού» της Ν.Ε.Π.  θα γίνουν όλα  «σε μια πορεία λίγων χρόνων» ορθολογικά και σχεδιασμένα αφού μάλιστα θα είμαστε και εξαρτημένοι από την «παγκόσμια οικονομία»

Ακριβώς επειδή η Γερμανία ήταν δεμένη με χιλιάδες νήματα με την παγκόσμια οικονομία (εδώ ξέχασαν οι της «Ενωμένης Αντιπολίτευσης» να βάλουν τη λέξη «καπιταλιστική» μπροστά από τη λέξη «οικονομία»), γι’ αυτό και η στρατιωτική της μηχανή πρόβαλε ζωτική και δυνατή , αφού το διεθνές κεφάλαιο επένδυσε πολλά σ’ αυτή. Μήπως το διεθνές κεφάλαιο θα επένδυε με το ίδιο ενδιαφέρον και για το δυνάμωμα της σοβιετικής άμυνας; Η θα λειτουργούσε ακριβώς αντίθετα δηλαδή για το στραγγαλισμό της;

Η παγκόσμια αγορά (δηλαδή το παγκόσμιο κεφάλαιο) θα επένδυε στο εσωτερικό της επαναστατημένης Ρωσίας, μόνο προς την κατεύθυνση της παλινόρθωσης του λαβωμένου καπιταλισμού, μόνο προς την κατεύθυνση της παλιννόστησης της εξουσίας  της παλιάς αστικής τάξης. Αυτό το σενάριο ήταν το πιο πιθανό παρά το αντίθετο.

Η εργατική τάξη της Ρωσίας και οι σύμμαχοί της, μετά την εδραίωση της εξουσίας των Σοβιέτ και της νίκης στον εμφύλιο πόλεμο και την απόκρουση της ξένης ιμπεριαλιστικής επέμβασης, καλείται να κτίσει ένα οικοδόμημα και έχει προς το παρόν βάλει τα θεμέλια. Πλην όμως, η «Ενωμένη Αντιπολίτευση» αντιλαμβάνεται την οικοδόμηση αυτή κάπως ανορθόδοξα: θέλει να «ρίξει» κατευθείαν τον τελευταίο όροφο. Θέλει να πάει κατευθείαν στο τελευταίο στάδιο που είναι η κομμουνιστική κοινωνία παρακάμπτοντας το ενδιάμεσο στάδιο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μέσα στην οποία υπάρχει ακόμα η ανάγκη για ισχυρό στρατό πανέτοιμο να αποκρούσει κάθε επέμβαση από τα έξω, θα υπάρχουν ακόμα τάξεις και διαστρωματώσεις του πληθυσμού και όχι ακόμα αταξική κοινωνία, θα υπάρχει ακόμα κάποια μορφή κράτους αφού το αστικό δίκαιο θα είναι ακόμα ενεργό και η τεχνική δεν θα είναι ακόμα τόσο ανεπτυγμένη σε σημείο που να έχει δώσει στην οικονομία και στην κοινωνία εκείνα τα πλεονεκτήματα ώστε να αρχίσει να εφαρμόζεται η αρχή: από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του.

Από την πλευρά της, η ηγεσία του κόμματος με γεν. γραμματέα της Κ.Ε. τον Στάλιν, προέβαλε αυστηρή κριτική στις θέσεις της «Αντιπολίτευσης» και της καταλόγισε ότι οδηγεί σε οικονομικό στραγγαλισμό τη χώρα από τα διεθνή καπιταλιστικά κέντρα, καθώς οι θέσεις της είχαν ξαναπροβληθεί από τους Μενσεβίκους πολύ πριν την επανάσταση και είχαν απορριφτεί από όλους μέσα στο Κ.Κ.(μπ).

Τα χρόνια που ακολούθησαν, η πολεμική του Τρότσκι στην επίσημη γραμμή του κόμματος όπως εγκρίθηκε από τα συνέδρια ήταν διαρκής και επίμονη. Μετά και την έναρξη του δεύτερου πεντάχρονου πλάνου για την σοβιετική οικονομία, ο Τρότσκι έφτασε να χαρακτηρίζει «τυχοδιωκτικούς» τους ρυθμούς ανάπτυξης της εκβιομηχάνισης της χώρας. Ότι θα οδηγήσουν στην όξυνση των δυσαναλογιών ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της παραγωγής. Ότι το όλο σχέδιο είναι καταστροφικό για την οικονομία και επιβάλλεται από μία κομματική «γραφειοκρατία»  που φαντάζεται ότι διαθέτει ένα σούπερ εγκέφαλο που μπορεί να τα προβλέψει όλα. (Λ. Τρότσκι: «Η σοβιετική οικονομία σε κίνδυνο»).

  Όμως στο σοσιαλισμό υπάρχει ακόμα κράτος, το κράτος της δικτατορίας των πολλών στους λίγους, το κράτος της  δικτατορίας του προλεταριάτου, γι’ αυτό, ένα κράτος εκατό φορές πιο δημοκρατικό από το αστικό. Και ένα κράτος (που είναι εντεταλμένο να ασκεί βία), δεν μπο ρεί να τα βγάλει πέρα χωρίς κάποιας μορφής γραφειοκρατία. Από την στιγμή που υπάρχουν «διευθυντές και διευθυνόμενοι», άνθρωποι που πρέπει να σχεδιάσουν και άνθρωποι που πρέπει να εφαρμόσουν έστω και αν οι δεύτεροι στα πλαίσια της σοβιετικής εξουσίας ασκούν έναν έλεγχο στους πρώτους,  κάποιας μορφής γραφειοκρατία είναι απαραίτητη. Σ’ αυτό συμφωνούσε κάποτε και ο Τρότσκι όσο ζούσε ο Λένιν.

Να πώς τελειώνει ο Λένιν το άρθρο του αυτό:

«Ο υποκριτής και ταρτούφος Τρότσκι απομάκρυνε από την «Πράβντα» τον εκπρόσωπο της ΚΕ και άρχισε να γράφει στη «Vorwarts» λικβινταριστικά άρθρα. Παρά τη ρητή απόφαση της Επιτροπής της σχολής που είχε οριστεί από την ολομέλεια, απόφαση που καθόριζε ότι κανένας κομματικός δάσκαλος δεν πρέπει να πάει στη φραξιονιστική σχολή των βπεριοντοφικών, ο υποκριτής και ταρτούφος Τρότσκι πήγε εκεί και συζήτησε με τους βπεριοντοφικούς το σχέδιο της συνδιάσκεψης. Το σχέδιο αυτό το δημοσίευσε τώρα η ομάδα «Βπεριόντ» σε φυλλάδιο.

Και ο υποκριτής και ταρτούφος αυτός κόβεται και φωνάζει για την κομματικότητά του, διαβεβαιώνοντας πως αυτός δεν προσκύνησε καθόλου τους βπεριοντοφικούς και τους λικβινταριστές.

Αυτό είναι το ερύθημα αιδούς του υποκριτή και ταρτούφου Τρότσκι.»

(Για το «Vorwarts» θα πω πως ήταν περιοδικό της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας στο οποίο ο Τρότσκι έγραφε άρθρα περνώντας οπορτουνιστικές θέσεις. Έχει και αυτός μερίδιο από την ήττα της Γερμανικής επανάστασης του 1918).

Με το τέλος του πρώτου πεντάχρονου πλάνου και κατά τη δημόσια συζήτηση για το δεύτερο, ο Τρότσκι, λόγω των μεγάλων ρυθμών ανάπτυξης της εκβιομηχάνισης μιλά για «κρίση της Σοβιετικής οικονομίας», χαρακτηρίζει «τυχοδιωκτικούς» τους ρυθμούς ανάπτυξης (ότι τάχα γίνονται χωρίς την ωρίμανση των συνθηκών από τους στυγνούς «γραφειοκράτες»).  Πρότεινε την υποχώρηση των ρυθμών, το σταμάτημα της κολεκτιβοποίησης και την αναβολή της εφαρμογής του δεύτερου πεντάχρονου πλάνου έστω για ένα έτος (το 1933).

Στο ίδιο . (Λ. Τρότσκι: «Η σοβιετική οικονομία σε κίνδυνο») γράφει:

«Η διέξοδος είναι μία: πρέπει να αναβληθεί για ένα χρόνο το πέρασμα στο δεύτερο πενταετές πλάνο. Το 1933 πρέπει να γίνει ασπίδα μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης πενταετίας. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου πρέπει από τη μια πλευρά να ελεγχθεί η κληρονομιά της πρώτης, να καλυφθούν τα πιο μεγάλα κενά, να αμβλυνθούν οι πιο ανυπόφορες δυσαναλογίες, να ευθυγραμμιστεί το οικονομικό μέτωπο, και από την άλλη να αναδιαμορφωθεί η δεύτερη πενταετία με τέτοιο υπολογισμό, ώστε με τις τελικές της θέσεις να εφάπτεται στενά στα πραγματικά και όχι τα υποθετικά αποτελέσματα της πρώτης πενταετίας. Η τωρινή κατάσταση της οικονομίας αποκλείει εντελώς τη δυνατότητα της σχεδιασμένης δουλειάς. Το 1933 δεν μπορεί να είναι ούτε συμπληρωματικό έτος της πρώτης πενταετίας, ούτε πρώτο έτος της δεύτερης. Πρέπει να λάβει ανεξάρτητη θέση μεταξύ τους, για να εξασφαλίσει την άμβλυνση των επιπτώσεων του τυχοδιωκτισμού και την προετοιμασία των υλικών και ηθικών προϋποθέσεων της ανάπτυξης του σχεδίου. Στον καιρό της πρώτης η αριστερή αντιπολίτευση ζήτησε το πέρασμα σε πενταετή σχεδιασμό. Τώρα πρέπει να πει: πρέπει να αναβληθεί το δεύτερο πενταετές πλάνο. Κάτω το κραυγαλέο πάθος! Πέρα η ταραχή! Η σχεδιασμένη δουλειά δε συμβιβάζεται μαζί τους. Υποχώρηση; Ναι, προσωρινή υποχώρηση. Και το γόητρο της αλάνθαστης ηγεσίας; Η μοίρα της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι πιο σημαντική από τα φουσκωμένα γόητρα. Η πολιτική της μηχανιστικής εξάλειψης των κουλάκων έχει πρακτικά εγκαταλειφτεί. Πρέπει επίσημα να μπει σε αυτήν τέλος. Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητο να αποκατασταθεί η πολιτική των σκληρών περιορισμών των εκμεταλλευτικών τάσεων των κουλάκων. Με αυτό το στόχο να συσπειρωθεί η βάση του χωριού σε Ένωση της αγροτικής φτωχολογιάς».

Αλλά ποια ήταν η θέση του Τρότσκι σχετικά με τον επερχόμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την ανάμειξη της Σοβιετικής Ένωσης σ’ αυτόν;

Στο βιβλίο του «Η προδομένη επανάσταση» (εκδόσεις «Αλλαγή», σελίδα 186) γράφει:

«Μπορούμε ωστόσο να περιμένουμε ότι η Σοβιετική Ένωση θα βγει από τον ερχόμενο μεγάλο πόλεμο χωρίς ήττα; Σ' αυτή την ερώτηση, που τίθεται με ειλικρίνεια, θα απαντήσουμε εξίσου ειλικρινά: Αν ο πόλεμος παράμενε μοναχά ένας πόλεμος, η ήττα της Σοβιετικής Ένωσης θα ήταν αναπόφευκτη».

Από όλες τις προβλέψεις του Τρότσκι (και του Μπουχάριν βέβαια αφού μιλάμε για «ενωμένη αντιπολίτευση» όπου η μία πλατφόρμα συμπλήρωνε την άλλη) δεν επαληθεύτηκε καμία. Η κρίση που προέβλεπε για την σοβιετική οικονομία όχι μόνο   δεν ήλθε, αλλά η κολεκτιβοποίηση πραγματοποιήθηκε, οι καπιταλιστικές σχέσεις στην παραγωγή εκμηδενίστηκαν και η βιομηχανία αναπτύχθηκε σε σημείο που να μπορέσει (όχι χωρίς δυσκολίες στην αρχή μα και στη συνέχεια) να αντιμετωπίσει νικηφόρα τη ναζιστική επίθεση.

Όλα αυτά τα παραδείγματα δείχνουν ότι οι δύο σε ένα αντιπολιτευόμενες ομάδες στο εσωτερικό του Κ.Κ. (μπ) αντιδρούσαν με σκοπό να δημιουργήσουν εμπόδια κάθε φορά που η ηγεσία του κόμματος έπαιρνε σημαντικές αποφάσεις για την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Οι επεξεργασίες και οι αποφάσεις τους δείχνουν καθαρά τις καθοριστικές διαχωριστικές γραμμές που έμπαιναν ανάμεσα σ’ αυτούς και στις επεξεργασίες και θέσεις της πλειοψηφίας του κόμματος που στηρίζονταν στις αρχές και τις παρακαταθήκες του Λενινισμού.

Η αντιπαράθεση αυτή στους κόλπους του κόμματος έφτασε ιδιαίτερα μετά το 1934 σε οριακό σημείο, ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου  για την ΕΣΣΔ.

Οι ομάδες αυτές (που ήταν μια μικρή μειοψηφία)  κατάλαβαν ότι δεν έχουν μέλλον στην εσωκομματική διαπάλη  και αυτονομήθηκαν. Έδρασαν σε κοινωνικό επίπεδο οργανώνοντας διαδηλώσεις εναντίον της πολιτικής της πλειοψηφίας, κινητοποιήσεις σαμποταρίσματος της παραγωγής, αλλά και στην κατεύθυνση της συνωμοσίας εναντίον του καθεστώτος όπως ομολογείται σήμερα από τους ίδιους τους ομοϊδεάτες τους.

Συγκεκριμένα στο βιβλίο του Μίκλος Κουν με τίτλο «Μπουχάριν» στο κεφάλαιο «Η ήττα» αναφέρονται διάφορες μυστικές συναντήσεις συνωμοτών ανάμεσά τους και οι Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ  που είχαν στόχο  την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας.

Ανοιχτά οι Τροτσκιστές θεωρούσαν την ΕΣΣΔ ως ένα «εκφυλισμένο γραφειοκρατικό κράτος» που μπορεί να καταρρεύσει μονάχα με μία «νέα επανάσταση».

Στην «Προδομένη επανάσταση» ο Τρότσκι έλεγε (1935):

«Σε μια σωστή εκτίμηση της κατάστασης, οι συχνές τρομοκρατικές πράξεις ενάντια στους αντιπροσώπους της εξουσίας έχουν μια πολύ μεγάλη σημασία. Η πιο διαβόητη από αυτές ήταν η δολοφονία του Κίροφ, ενός έξυπνου και ασυνείδητου δικτάτορα του Λένινγκραντ, ενός χαρακτηριστικού εκπροσώπου αυτού του σώματος».

Έδινε δηλαδή πολιτική κάλυψη και σε δολοφονικές ενέργειες εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων. Και συνεχίζει στο ίδιο:

«Όπως και να ’χει, η γραφειοκρατία μπορεί να απομακρυνθεί μονάχα από μια επαναστατική δύναμη.... Το να προετοιμαστούμε για αυτό και να σταθούμε επικεφαλής των μαζών σε μια ευνοϊκή ιστορική κατάσταση - αυτό είναι το καθήκον του σοβιετικού τμήματος της Τέταρτης Διεθνούς. Σήμερα είναι ακόμα αδύνατο και το έχουν σπρώξει στην παρανομία. Αλλά η παράνομη ύπαρξη ενός κόμματος δε σημαίνει ότι αυτό δεν υπάρχει».

Και προφανώς, όπως κάθε νοήμων άνθρωπος αντιλαμβάνεται σαν μία τέτοια  «ευνοϊκή ιστορική κατάσταση» δεν μπορεί παρά να ήταν ο επερχόμενος ιμπεριαλιστικός πόλεμος κατά της ΕΣΣΔ. Ενώ δηλαδή ο σοβιετικός λαός θα είχε να αντιμετωπίσει την ιμπεριαλιστική επέμβαση από τα δυτικά, θα ’χε και ένα εσωτερικό μέτωπο από τους «αντιγραφειοκράτες επαναστάτες».

Σε τι συνίστατο το πρόγραμμα της «επανάστασης» αυτής κατά τον Τρότσκι που ήταν απαραίτητη για το γκρέμισμα της «γραφειοκρατίας»;  Το «επαναστατικό» πρόγραμμα  λοιπόν περιείχε: «...γνήσιο σύστημα ελεύθερων εκλογών ... ελευθερία των σοβιετικών κομμάτων ... δημοκρατία στη βιομηχανία ... ελευθερία κριτικής».

Με άλλα λόγια, αποκατάσταση του αστικού κοινοβουλευτισμού, κατάργηση της δικτατορίας του προλεταριάτου και του πρωτοπόρου ρόλου του κόμματος που εδώ ταυτίζεται με την «γραφειοκρατία».

Συμπερασματικά λοιπόν, βλέπουμε ότι  κατά τις δεκαετίες 1920 και 1930, στους κόλπους του Κ.Κ.(μπ) αναπτύχθηκαν δύο βασικές αντιπολιτευτικές τάσεις, οι οποίες έφτασαν  στα μέσα της δεκαετίας του 1930 σε οξεία αντιπαράθεση με την επίσημη γραμμή του κόμματος.

Οι δύο αυτές πλατφόρμες πατώντας στο πραγματικό γεγονός της καθυστέρησης της σοβιετικής κοινωνίας (αναλφαβητισμός, προσκόλληση σε φυλετικές συνήθειες αιώνων στην ύπαιθρο κ.λπ.), απολυτοποίησαν αυτό το γεγονός και αντιτάχθηκαν σθεναρά στην προοπτική της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σαν άκαιρης. Από τη μια, το ρεύμα Τρότσκι στηριζόμενο στην αντίληψη ότι κάτι τέτοιο προϋπέθετε την επικράτηση της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια σειρά χώρες στη Δύση, από την άλλη, το ρεύμα Μπουχάριν που θεωρούσε ότι η μακρόχρονη συνύπαρξη καπιταλιστικών με τις σοσιαλιστικές σχέσεις, θα οδηγούσαν στη νίκη των δεύτερων πάνω στις πρώτες μέσα από τις αυθόρμητες διαδικασίες της λειτουργίας της αγοράς, αλληλοσυμπλήρωναν η μία αντίληψη την άλλη.

Οι αντιπαραθέσεις σχετικά με τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και την προοπτική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος δεν περιορίστηκαν βέβαια στις δεκαετίες 1920-1930 αλλά υπήρχαν σε όλη τη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Σοβιετική Ένωση μέχρι δηλαδή τα τέλη της δεκαετίας του 1980.


ΘΑΝΑΣΗΣ  ΚΑΡΑΚΑΣΤΑΝΙΑΣ


(1) Ουίνσλοου Τέυλορ (1856-1915): Αμερικανός μηχανικός, εμπνευστής του συστήματος αυτού που φέρει το όνομα «τεϋλορισμός» και εφαρμόστηκε στις αμερικανικές επιχειρήσεις με σκοπό την αύξηση των κερδών.


Σημείωση του συγγραφέα

Τα παραπάνω αποτελούν απάντηση και σε όσους ισχυρίζονται ότι στη Ρωσία αναπτύχθηκε «κρατικός καπιταλισμός». Ο κυριότερος όμως λόγος που γράφονται τα παραπάνω είναι για να αποτελέσουν μια συμβολή στην έρευνα για την ανακάλυψη των …γενεσιουργών αιτιών της δεξιάς παρέκκλισης του ΚΚΣΕ όπως αυτή εκδηλώθηκε στο  συνέδριό του.


Παράρτημα

Τρότσκι και αντεπανάσταση, μια μικρή αναφορά σε έναν από τους μεγαλύτερους εχθρούς της σοσιαλιστικής οικοδόμησης

(Γραμμένο πό το φίλο και σύντροφο Φραγκ…)

  Μετά την επιτυχία της Οκτωβριανής επανάστασης και κατά τη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, δεν ήταν λίγες οι προσπάθειες εχθρών των μπολσεβίκων, που έβλεπαν ότι δεν μπορούσαν πια να τους αντιμετωπίσουν σε ανοιχτή αντιπαράθεση, να εισχωρήσουν συνειδητά στο κόμμα ώστε να τους πολεμήσουν από μέσα. Άνθρωποι όπως ο Μπορίς Μπαζάνοφ, ο Γκεόργκι Σολομόν, ο Μιχαήλ Φρούνζε και ο Αλεξάντρ Ζινόβιεφ, που μέσα από δικές τους μαρτυρίες η γραπτά τα οποία έγιναν αργότερα γνωστά, παραδέχονταν το μίσος τους  για τους μπολσεβίκους, την επανάσταση, το κόμμα, καθώς επίσης και ύπουλα τα σχέδια τους.

 Παραδείγματος χάρη ο Μπαζάνοφ αναφέρει τα εξής:

«Οι μπολσεβίκοι το καταλαβαίνουν(το Κίεβο) το 1919, σπέρνοντας τον πανικό. Το να τους φώναζα κατάμουτρα την απέχθεια μου, δε θα μου είχε στοιχίσει παρά 10 σφαίρες στο κορμί. Πήρα την απόφαση. Για να σώσω την ελίτ της πόλης μου, φόρεσα το προσωπείο της κομμουνιστικής ιδεολογίας», « Ήδη από το 1920 η ανοιχτή πάλη κατά της μπολσεβίκικης μάστιγας είχε πάρει τέλος. Να την πολεμήσεις από έξω δεν ήταν πια δυνατό. Χρειαζόταν να την υπονομεύσεις από τα μέσα. Το σημαντικό είναι να εισαχθεί ένας δούρειος ίππος μέσα στο κομμουνιστικό οχυρό…» [1]

Και ο Μπαζάνοφ τα κατάφερε μια χαρά να εισαχθεί στο κομμουνιστικό οχυρό αφού διατέλεσε γραμματέας του Στάλιν από το 1923 ως το 1924, με αποτέλεσμα να παρευρεθεί σε όλες τις συνεδριάσεις του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος, ενώ μέχρι την φυγή του το 1928 κατάφερνε να υπηρετεί τον αντεπαναστατικό του σκοπό από διάφορες θέσεις μέσα στο κόμμα.[2]

Από όλους αυτούς τους αντεπαναστάτες, αν θέλουμε να ονοματίσουμε έναν ο οποίος αποτελεί κατά κάποιο τρόπο ένα είδος διαχρονικού celebrity στα αντικομουνιστικά χρονικά, έναν άνθρωπο επιπέδου Γκορμπατσόφ τουλάχιστον, αυτός είναι ο Λέων Τρότσκι. Ο τρόπος δράσης εντός και εκτός κόμματος, η συνεχής εναντίωση του στην σοσιαλιστική οικοδόμηση όπως και αν εκφραζόταν αυτή, αλλά και οι βρωμερές μέθοδοι και συνωμοσίες των οποίον βρέθηκε να είναι υποστηρικτής ακόμα και εγκέφαλος δεν αφήνουν καθόλου χώρο αμφιβολιών για το ποιόν του και τις προθέσεις του. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά.

Το 1926-27, Τρότσκι,  Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ συμμάχησαν υιοθετώντας τη θέση ότι η ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα ήταν ανέφικτη. Αυτό βέβαια για μια χώρα η οποία βρισκόταν σε σοσιαλιστική πορεία σήμαινε την παραίτηση από κάθε προσπάθεια και την μοιραία επιστροφή στο παρελθόν. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Τρότσκι εξήγησε ότι στις αρχές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, την ώρα που ο γερμανικός στρατός   βρισκόταν 80 χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι, ο Κλεμανσό ανέτρεψε την αδύναμη κυβέρνηση Πενλεβέ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι σε περίπτωση ιμπεριαλιστικής επίθεσης, θα μπορούσε και αυτός να κάνει το ίδιο και να καταλάβει την εξουσία με πραξικόπημα.[3]

Με τις θέσεις της αυτές η αντιπολίτευση έχασε κάθε έρεισμα και στη διάρκεια μιας ψηφοφορίας δεν κατάφερε να συγκεντρώσει πάνω από 6.000 ψήφους στο σύνολο 725.000. Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 27/12/1927 η κεντρική επιτροπή δήλωσε ότι η αντιπολίτευση είχε συμμαχήσει με τις αντισοβιετικές δυνάμεις και διέγραψε από το κόμμα όσους υποστήριζαν αυτές τις θέσεις.[4]

Πολλοί από τους διαγραφέντες, εφόσον παραδέχθηκαν δημόσια τα λάθη τους, έγιναν ξανά δεκτοί στο κόμμα. Στην περίπτωση του Κάμενεφ, Ζηνόβιεφ και Μπουχάριν (ο οποίος υποστήριζε ανοιχτά τους κουλάκους και αντιτιθόταν στην κολεκτιβοποίηση και την εκβιομηχάνιση) για την ακρίβεια, και παρότι συνωμότησαν ξανά κατά του κόμματος, το 1934 τους δόθηκε και τρίτη ευκαιρία, όντας μάλιστα καλεσμένοι και στο 17ο συνέδριο που εκφώνησαν λόγους.

Όσον αφορά τον Τρότσκι, αυτός συνέχισε ανοιχτά την αντιπολιτευτική του τακτική μέχρι που απελάθηκε από την Σοβιετική Ένωση,  χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ακόμα και στην εξορία σταμάτησε να λειτουργεί αντεπαναστατικά και να σαμποτάρει με κάθε τρόπο την οικοδόμηση.[5]

Όταν στις 1/12/1934 ο υπ αριθμόν δυο ηγέτης του κόμματος, ο Κίροφ, δολοφονήθηκε στο γραφείο του από ένα πρώην μέλος του κόμματος με το όνομα Λεονίντ Νικολάγιεφ, και με την συμμετοχή στην συνωμοσία, όπως αποδείχθηκε αργότερα, των Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ, ο Τρότσκι βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία με Ράντεκ, Σοκόλνικοφ και Πρεομπραζένσκι ώστε να τους παρακινήσει σε πιο δυναμικές ενέργειες ενάντια στον Στάλιν, ενώ προσπαθούσε να φτιάξει κοινό μέτωπο των δικών του οπαδών με τους ζηνοβιεφικούς καθώς επίσης και με άλλες αντιπολιτευόμενες δυνάμεις, όπως και κατάφερε.[6]

Για τον Τρότσκι, με θέση που εξέφρασε το 1935, η οικονομο-πολιτική βάση του σοβιετικού καθεστώτος ήταν υγιής, αλλά αντίθετα η ηγεσία, που πρέπει να ανατραπεί, ήταν το πιο διεφθαρμένο, το πιο αντιδημοκρατικό, το πιο αντιδραστικό κομμάτι της κοινωνίας. Παράλληλα με όλα αυτά, εκφράζει την πεποίθηση ότι η Σ.Ε δεν μπορεί πια με κανένα τρόπο να επιστρέψει στο παλιό καθεστώς παρά μόνο με μια απίστευτα αιματηρή αντεπανάσταση που είναι πολύ δύσκολο να γίνει.[7]

Αυτό φυσικά το υποστήριζε έτσι ώστε να δικαιολογήσει τις εκ των έσω αντεπαναστάσεις ενάντια στην σοσιαλιστική οικοδόμηση όπως την αντιλαμβανόταν το Κ.Κ, τις οποίες ο ίδιος υποστήριζε και οργάνωνε, αλλά και για να απαξιώσει την δικαιολογημένη συνεχή επαγρύπνηση  και ανησυχία των στελεχών εκείνων του κόμματος που αναγνώριζαν τους κινδύνους του πισωγυρίσματος. Επίσης, εφόσον η βάση ήταν εντάξει, δεν υπήρχε λόγος για αλλαγές, έτσι αν τα λόγια του έπιαναν τόπο στην σοβιετική κοινωνία, όπως ο ίδιος ήλπιζε, τότε θα αντιστεκόταν στο πρόγραμμα του κόμματος για εκσυγχρονισμό των μέσων και των τρόπων παραγωγής, κάτι που πρακτικά εξυπηρετούσε πολλές πλευρές, όπως ήταν για παράδειγμα οι κουλάκοι.

Τώρα πώς γίνεται ο κύριος εκφραστής του «σοσιαλισμός δεν γίνεται να οικοδομηθεί σε μια μόνο χώρα» να μετατραπεί σε εκφραστή του «ο σοσιαλισμός δεν έχει πια τίποτα να φοβηθεί εκτός από τον ίδιο του τον φορέα, το Κ.Κ δηλαδή» είναι πραγματικά άξιο απορίας.

Όταν μετά τη δολοφονία του Κίροφ και υπό τις υποψίες που τους βάραιναν έγιναν οι διαγραφές των συνωμοτών Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ ο Τρότσκι με ανοιχτή επιστολή του τους υποστηρίζει, λέγοντας ότι δεν είναι δυνατόν να στραφούν ενάντια στην οικοδόμηση βετεράνοι μπολσεβίκοι. Για την ακρίβεια το ίδιο έκανε για όλους τους βετεράνους που παρεξέκλιναν και για αυτό το λόγο διαγράφονταν, προβάλλοντας πάντα το ίδιο ιδεαλιστικό επιχείρημα. Το αστείο είναι, πως ο Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ τους οποίους αυτός υποστήριξε ως βετεράνους που δεν μπορούσαν να θέλουν το κακό της Σ.Ε, είχαν εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις με άλλους βετεράνους όπως ήταν ο Στάλιν, ο Κίροφ, ο Μολότοφ και άλλοι. Με λίγα λόγια το επιχείρημα του πάει άκλαυτο, αφού και ο ίδιος με την στάση του, ενάντια σε βετεράνους μπολσεβίκους στρεφόταν.

Άρα, το αν είναι κάποιος ή δεν είναι βετεράνος μπολσεβίκος δεν μπορεί να σταθεί ως αντικειμενικό κριτήριο προθέσεων. Και φυσικά δεν είναι λίγοι εκείνοι οι βετεράνοι που μετατράπηκαν καθαρά και ξάστερα σε αποστάτες του μαρξισμού, όπως ήταν για παράδειγμα ο Κάουτσκι, ο Μαρτόφ που έγινε από τους πρωτεργάτες των μενσεβίκων και άλλοι.[8]

Για την δολοφονία του Κίροφ ο Τρότσκι, αν και δεν την υποστηρίζει ανοιχτά, είπε ότι ήταν αποτέλεσμα της διαφθοράς των στελεχών του κόμματος και της δυσφορίας που οι ίδιοι δημιούργησαν στους νέους, προτείνει μάλιστα να αντιμετωπιστούν οι συνωμότες με επιείκεια.[9]

Ο Τρότσκι αναφέρεται ολοένα και περισσότερο στην ανάγκη μιας τέταρτης επανάστασης(μετά δηλαδή από την Οκτωβριανή και τις δυο που προηγήθηκαν) για την ανατροπή του κόμματος των μπολσεβίκων, το οποίο όπως έλεγε όχι μόνο ήταν υπαίτιο για την άνοδο του ναζισμού αλλά ήταν βαθέως προσωπολατρικό και γραφειοκρατικό.[10]

Δεν διστάζει δε να δηλώσει το 1934 αναφορικά με την Σ.Ε τα ακόλουθα:

«Τα τελευταία χρόνια, η σοβιετική γραφειοκρατία οικειοποιήθηκε πολλά χαρακτηριστικά του νικηφόρου φασισμού, και πιο συγκεκριμένα την κατάργηση του κομματικού ελέγχου και τη θέσπιση της αρχηγολατρείας»[11]

Ενώ σχετικά με την ανάγκη επαναστατικής ανατροπής του Στάλιν, αναφερόμενος στους δικούς του οπαδούς(του Τρότσκι) δηλώνει τα εξής:

«Στη Ρωσία κάναμε μια ένοπλη επανάσταση το 1905, μια άλλη το Φλεβάρη του 1917 και μια Τρίτη τον Οκτώβρη του 1917. Προετοιμάζουμε τώρα μια τέταρτη επανάσταση κατά των «σταλινικών». Αν τολμήσουν να αντισταθούν θα τους φερθούμε όπως φερθήκαμε το 1905 και το 1917 στους τσαρικούς και τους αστούς.» [12]

Και με αυτή του την πρόταση για αντεπανάσταση συσπειρώνει και εκφράζει όλες τις αντισοβιετικές τάσεις(ακόμα και αυτές στις οποίες υποτίθεται αντιτίθεται), από τους κουλάκους μέχρι τους τσαρικούς, όπως επίσης τους αστούς και τους αξιωματικούς των λευκών και μετατρέπεται σε αιχμή του δόρατος της αντίδρασης.[13]

Εδώ σταματάει η μικρή μου αναφορά στον Τρότσκι, έτσι ώστε να μείνει μικρή, παρόλο που σίγουρα υπάρχουν πολλά ακόμη να ειπωθούν. Αν κάτι πρέπει να μας μείνει, είναι το πόσο επίκαιρα είναι όλα τα παραπάνω διδάγματα στις μέρες μας, που τόσες δεκαετίες μετά τον θάνατο του Λέων Τρότσκι, αντιμετωπίζουμε εμείς οι κομμουνιστές παρόμοια ζητήματα τα οποία έχουν αποδειχθεί ιδιαιτέρως επικίνδυνα στο πρόσφατο παρελθόν.

Ας έχουμε λοιπόν τα μάτια και τα αυτιά μας ανοιχτά για παν ενδεχόμενο.

7 Απριλίου  2012.


[1] Λούντο Μάρτενς, Μια άλλη ματιά στον Στάλιν, εκδόσεις σύγχρονη εποχή Αθήνα 2009 5η έκδοση, μτφ. Στάθης Σφακιανούδης, σελ. 192.

[2] Μάρτενς, στο ίδιο, σελ. 191-192.

[3] Μάρτενς, στο ίδιο, σελ. 198-199.

[4] Μάρτενς, στο ίδιο, σελ. 199.

[5] Μάρτενς, στο ίδιο, σελ. 199, 201.

[6] Μάρτενς, στο ίδιο, σελ. 203-205.

[7] Μάρτενς, στο ίδιο, σελ. 207.

[8] Μάρτενς, στο ίδιο, σελ. 207-208.

[9] Μάρτενς, στο ίδιο, σελ. 209.

[10] Βέβαια ο ίδιος ο Στάλιν, που ο Τρότσκι τόσο αντιπαθούσε, έδινε όπως μας μαρτυρούν οι πηγές και τα γραπτά του συνεχή πόλεμο ενάντια στην γραφειοκρατία που αναπτυσσόταν στους κόλπους του κόμματος.

[11] Μάρτενς, στο ίδιο, σελ. 207.

[12] Μάρτενς, στο ίδιο, σελ. 211.

[13] Μάρτενς, στο ίδιο, σελ. 211.