αρχική σελίδα ποίηση Φοβάμαι, Αλέξανδρε… Ένα συγκλονιστικό ποίημα-βίωμα του Σκιαθίτη βιοπαλαιστή Δημήτρη Φυλτζανίδη, στη μνήμη του δολοφονημένου ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΥ.
Φοβάμαι, Αλέξανδρε… Ένα συγκλονιστικό ποίημα-βίωμα του Σκιαθίτη βιοπαλαιστή Δημήτρη Φυλτζανίδη, στη μνήμη του δολοφονημένου ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΥ. PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - ποίηση
Συντάχθηκε απο τον/την Aπό τον Δημήτρη Φυλτζανίδη   
Σάββατο, 06 Δεκεμβρίου 2014 17:12

 

    Σήμερα, 6 του Δεκέμβρη 2014 συμπληρώνονται 6 χρόνια από τη θρασύτατη και κτηνώδη δολοφονία του 15χρονου ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΥ από τον φασίστα-«μπάτσο» Κορκονέα στα Εξάρχεια της Αθήνας. Απ’ αφορμή τη σημερινή επέτειο, προδημοσιεύουμε στην ηλεκτρονική μας εφημερίδα ένα συγκλονιστικό, πραγματικά, βιωματικό ποίημα από τη συλλογή ποιημάτων του συμπολίτη μας και φίλου του «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΙΤΩΝ της Σκιάθου-www.sispirosi.gr» Δημήτρη Φυλτζανίδη, αφιερωμένο στη μνήμη του αδικοχαμένου παιδιού.

Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Φυλτζανίδη, την οποία επιμελήθηκε σε έναν συγκεντρωτικό τόμο η ιστοσελίδα μας, πρόκειται να κυκλοφορήσει έντυπη σε λίγες μέρες στη Σκιάθο, σε μιαν ιδιωτική της έκδοση από τον ίδιο το δημιουργό της.


Φοβάμαι, Αλέξανδρε…

Στη μνήμη του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου

Γιατί θρηνώ, γιατί σε κλαίω, Αλέξανδρέ μου;

Αφού δεν σε ξέρω, γιατί θες ντε,

σώνει και καλά, να φέρεις

το κουρασμένο βήμα μου

στην κουρσεμένη Αθήνα σου;

 

Σε σένα κρένω, άγουρο στάχυ,

που της ζωής χαμαί ξαπλώσαν

σ’ ανύπαρκτη μάχη.

Γιατί ο χαμός σου πικρία,

θλίψη κι οργή το είναι μ’ πλημμυρίζει

και το χέρι μ’ με χαρτί και στυλό οπλίζει;

 

Κείθε στην Αττική κείτεσαι εσύ,

ένθα στη Σκιάθο ίσταμαι εγώ

και μονολόγου διάλογο

μοναχός κάνω για δυο,

τη μια να γίνομαι εσύ

και την άλλη να γίνομαι εγώ.

 

Πες, να μ’ έλκει τ’ όνομά σου;

Αλέξανδρος,

όπως Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,

Αλέξανδρος Μωραϊτίδης,

Μέγας Αλέξανδρος,

του οποίου του  πήρε δέκα χρόνια

να γίνει γνωστός στον τότε κόσμο.

Εσύ, φίλε, σε 24 ώρες

έγινες γνωστός σε όλη την υφήλιο.

Μπροστά σου ωχριούν

οι τρεις Αλέξανδροι που προανέφερα.

 

Αυτοί με συγκίνησαν με τα δρώμενά τους του λόγου,

εσύ, εσύ με συντάραξες,

σε 24 ώρες την υφήλιο κατάχτησες

και μένα μαζί της,

κι όλα αυτά με το θάνατό σου…

Σκέψου να ζούσες κιόλας.

Δεν θα το μάθω ποτές…

 

Γιατί σε τακτά διαστήματα

έρχεσαι στο νου μου;

Είσαι δεκαπεντάρης, είμαι εξηντάρης,

τι το κοινό μας δένει; Ποια κοινή μοίρα;

Το μόνο κοινό που έχουμε εμείς οι δυο

είναι ότι είμαστε θύματα,

της συντεταγμένης αλητείας εσύ

και της συντεταγμένης πολιτείας εγώ.

Δεν διαφέρουν, ίδια είναι και τα δυο.

 

Νεκρό εσένα σε ρίξαν στο χώμα,

και μένα στο πνεύμα μου βάλανε κόμμα.

Σιμά μου ας σ’ έφερναν άσπρες νεφέλες,

να σ’ ιστορούσα και εξιστορούσα

για τις ατέλειωτες, παιδικές μου μαύρες μέρες,

να σου μιλήσω,

που όταν στραβά ένα χωροφύλακα θα κοίταγες,

ήτο «αντίστασις κατά της αρχής»…

 

Να σου πω για τους ανελέητους ξυλοδαρμούς μου

στα οκτώ, στα εννιά μου χρόνια,

να σου πω για την ασέλγεια το νεανικό μου σώμα,

να σου μίλαγα για το 1966,’67,’68

και πάει λέγοντας το πράμα.

 

Ε, λοιπόν μ’ αυτά και μ’ αυτά στο πνεύμα μου ’βάλαν κόμμα,

δεν βάλαν τελεία, εκεί τους την έσκασα,

και δεν θέλω να νομίσεις

ότι έχω κάτι μαζί τους,

ούτε ότι τα ’χω μ’ αυτό που υπηρετούν:

τα ’χω με τον τρόπο που το υπηρετούν.

 

Έχω φαλάκρα, φορώ γυαλιά,

δίνω εντύπωση διανοουμένου,

παρά αστυνομοδαρμένου.

Αντίσταση κατά της αρχής είναι

όταν ορμάς σε 6-7 αστυνομικούς

στο «Ηθών και λεσχών» του Πειραιά,

τρίτος όροφος,

γιατί δεν αντέχεις άλλο το ξύλο…

 

Ξέρεις, όταν τρως τόσο  ξύλο,

είναι δύο οι επιλογές σου:

ή εκλιπαρείς ή ορμάς!

Εγώ τα ’κανα και τα δυο…

Κι άμα εκλιπαρείς να σταματήσουν

σε λένε «κότα», «πούστη»

κι ότι «δεν αντέχεις μια σφαλιάρα».

 

Ξέρεις τι είναι να σε δέρνει

η Ασφάλεια του Βόλου στα δεκάξι σου,

να σε σέρνει στο λιμάνι,

να σε ξυλοφορτώνει,

μόνο και μόνο γιατί τους είπες

να μη σε σπρώχνουν

και να σου φέρονται κόσμια;

 

Ξέρεις τι είναι να σου βάζουν

ανάμεσα στα δάχτυλα

στυλούς και μολύβια, να ’μολογήσεις

κάτι που δεν έκαμες,

να λες πως το ’καμες

απ’ τα πολλά βασανιστήρια και απ’ το πολύ το ξύλο,

για να πάρεις μια ανάσα

και μόλις συνερχόσουν,

έλεγες την αλήθεια

και άντε πάλι απ’ την αρχή…

 

Ξέρεις τι είναι να σε πηγαίνουν

για εξακρίβωση στοιχείων,

ν’ ανακαλύπτει

η Μανιατοκρατούμενη αστυνομία του Πειραιά

ότι το επίθετό σου καταλήγει σε –ίδης

και να σε ξυλοφορτώνει,

να σε λέει «Τούρκο», «αούτο» και «πούστη»;

 

Έχω να σου πω πολλά, πάρα πολλά.

Ξέρεις τι είναι να σε δέρνουνε

για τα μακριά σου μαλλιά;

Να, έτσι τα είχα και ’γω,

μακριά σαν τα δικά σου…

 

Ξέρεις τι είναι να ’σαι παιδί,

να θέλεις ν’ αγκαλιάσεις τον κόσμο όλο,

και ένα μέρος του κόσμου να σε δέρνει;

 

Τέλειωσα με το ζόρι το Δημοτικό

κι είχα την καλή τύχη να ζήσω

με τα άσματα του Κώστα Χατζή, του Ξυλούρη,

του Θεοδωράκη, του Μαρκόπουλου,

του Σκουλά, του Χαλκιά,

και από τα μουσικά ακούσματα μορφώθηκα,

πήρα και τα βιβλία του Γυμνασίου

και τα διάβασα στα μπάρκα,

στη θαλάσσια μοναξιά,

εκεί που πραγματικά

πήρε μια ανάσα το πνέμα μου,

κει στη μολυβένια απέραντη μοναξιά,

μεταξύ Εσπερίας και Ασίας.

 

Εκεί ξεκούρασα το πνέμα μου.

Διάβασα Ρίτσο, Ελύτη, Ψαθά,

κι άκουγα Θεοδωράκη, Μαρκόπουλο,

Rolling Stones, Paint it Black και Pink Floyd.

Θεοδωράκη και Μαρκόπουλο στους συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Μεγάλο κεφάλαιο ετούτοι.

Άμα δεν πας σχολείο, είναι ό,τι πρέπει

για να πάρεις στοιχεία και οντότητα.

Μορφώνεσαι άνετα με τους ανωτέρω.

 

Πώς θα ’θελα να σε γνώριζα,

να σ’ έφερνα στη Σκιάθο,

στα ρόδιν’ ακρογιάλια της και στο παλιό της Κάστρο.

Μα γιατί δεν ξεκολλάς απ’ το νου μου;

Τι θα γίνει με σένα;

Τι φταίω εγώ αν τα Εξάρχεια,

που ήταν χώρος ανταλλαγής απόψεων και ιδεών,

τι φταίω εγώ εάν τα Εξάρχεια

η συντεταγμένη πολιτεία τα κατάντησε

σκοπευτήριο Καισαριανής

και χώρο πυροβολισμών;

 

Σκέφτομαι που σε πήραν μια,

και ταύτα σκέφτομαι

και μένα που μ’ αφήκαν

μισό κομμένο όνειρο, κατά πώς λέει κι ο ποιητής,

και δεν μπορώ

στην παλάντζα του νου μ’ να ζυγιάσω

εμένα που μ’ αφήκαν να ζω

και γεμίσαν τις ’ποδέλοιπες νύχτες μου εφιάλτες…

 

Δεν ξέρω ποιο είναι χειρότερο απ’ τα δυο:

εσένα που σε στείλανε στον ρου του Αχέροντα

ή εγώ που με αφήκαν ζωντανό,

να ακούω το βρυχηθμό του λέοντα;

 

Τελικά, το ’χετε εσείς οι Αλέξανδροι,

Αλέξανδρος ο Μακεδών ή Μέγας,

Αλέξανδρος Υψηλάντης,

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,

Αλέξανδρος Μωραϊτίδης,

και να ’σου τώρα εσύ,

Αητόπουλο που φτερουγά

στο πρώτο πέταγμά του.

 

Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος… Γρήγορα ήρθες,

γρήγορα εξεφώλιασες, γρήγορα επέταξες…

Το ’καμες το θάμα σου, άγουρο στάχυ,

γέμισες την Ακρόπολη πανό,

στην Πόλη αγρίεψες τον Τούρκο,

ξεσήκωσες τον Ευρωπαίο

και μένανε τα νιάτα σου μ’ έκανες και τα κλαίω…

 

Γιατί, μα γιατί, Αλέξανδρέ μου,

ξεθάβεις από μέσα μου τα δικά μου πάθια,

που επιμελώς είχα τόσα χρόνια θάψει

και συμβιβάστηκα με μια ουτοπική πραγματικότητα;

Γιατί άραγε μου τ’ ανατρέπεις όλα αυτά;

 

Άμα σου πω πως σ’ αγαπάω,

πως πονώ για το φονικό,

θα μ’ αφήσεις ήσυχο;

Με παρέα της μοναξιάς μου τ’ ανάστημα

να με καθηλώνει,

ήρθες στη σκέψη μου

και σκοπεύεις να μείνεις.

Πότε θ’ απαλλαγώ από σένα

και θα πάψουν τα μάτια μου να ’ναι κλαμένα;

 

Τι κοινό έχω εγώ με σένα

και μ’ οπλίζεις τα χέρια

με χαρτί και με πέννα;

Τι κοινό έχω με σένα εγώ;

Δεν σ’ απαξιώ,

ξεύρε, σε τιμώ,

μα φέρνεις στη σκέψη μου

ξεσηκωμούς απ’ το παρελθόν μου το νεκρό

και τη σκέψη μου κυριεύει η οργή κι ο θυμός.

 

Κατάρα σ’ αυτούς που σου κούρσεψαν τη ζωή,

άγουρο νιάτο, ώρα 9 και 10΄…

Αν θυμάμαι καλά, ήταν Σαββάτο…

 

Είθε να ’χα τσαγανό Άραβα πατριώτη,

στα όμματα της μάνας της Ελλάδας μας

το είναι μ’ ν’ ανατίναζα

και να το κάμω στάχτην,

μήπως και συνετιστεί γαρ,

μήπως και αλλάξει άρδην.

 

Γιατί κατά πώς πορεύεται,

το μόνο που θ’ αλλάζει

θα είναι τα ονόματά σας:

σήμερα ο Γρηγορόπουλος,

αύριο το επίθετο θα καταλήγει σε –άκης, -ίδης, -άδης,

-έας, -άκος, ίσως και –όπουλος.

 

Αν δεν αλλάξει ταχτική η μάνα Ελλάς,

θα μας ξαπλώνει νεκρούς η «Ελ. Ασ.»…

Ο θάνατός σου ρωγμή στην ψυχή μου ποιεί,

γιατί εσύ είσαι εγώ και ’γω είμαι εσύ…

 

Φοβάμαι, Αλέξανδρε,

φοβάμαι…

 

Σημείωση του ποιητή: Θέλω, για λόγους δικαιοσύνης, να ξεχωρίσω ένα μικρό αριθμό αστυνομικών, που στάθηκαν πραγματικοί άνθρωποι. Αυτό κατάλαβαν το δράμα της ζωής μου και μου συμπεριφέρθηκαν ανθρώπινα.

 

 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση