αρχική σελίδα βιβλιοθήκη Νίκος Παπακωνσταντίνου: Στην Όθρυ, στο Κακόρεμα… (Ένα χρονογράφημα για την ιστοσελίδα μας)
Νίκος Παπακωνσταντίνου: Στην Όθρυ, στο Κακόρεμα… (Ένα χρονογράφημα για την ιστοσελίδα μας) PDF Εκτύπωση E-mail
βιβλιοθήκη - βιβλιοθήκη
Συντάχθηκε απο τον/την Aπό τον Νίκο Παπακωνσταντίνου   
Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014 01:16


Στην Όθρυ, στο Κακόρεμα…
Μνήμες άσβηστες καιρών περασμένων

   Πριν λίγες μέρες, ο καλός μου φίλος Παναγιώτης Χούτος, μού έδωσε να ιδώ και να ξεφυλλίσω το τεύχος υπ’ αριθμόν 71 του εξαίρετου, πραγματικά περιοδικού για ορειβάτες και αναρριχητές με τον τίτλο «Ανεβαίνοντας στα βουνά του κόσμου», στο οποίο ο Παναγιώτης είναι τακτικός συνδρομητής. Απ’ όλη την ποικιλία των τόσο όμορφων και καλογραμμένων θεμάτων αυτού του περιοδικού, εμένα ένα άρθρο με συγκίνησε περισσότερο και θα καταλάβετε πιο κάτω το γιατί. Πρόκειται για το άρθρο των σελίδων 26-28 αυτού του τεύχους, που αναφέρεται σε μια διάσχιση την οποία πραγματοποίησαν οι φίλοι ορειβάτες αυτού του περιοδικού στο Κακόρεμα του βουνού Όθρυς της επαρχίας Αλμυρού, στο νομό Μαγνησίας.

-Έλα, τώρα! Τι το ιδιαίτερα συγκινητικό βρήκες σ’ ένα τόσο ασήμαντο βουνό, τη στιγμή κατά την οποία το περιοδικό αυτό περιέχει άλλα άρθρα με υπέροχες φωτογραφίες, από πανύψηλες κορυφές της Γης, όπως οι αγέρωχες κορυφές των Ιμαλαΐων, η στέγη του κόσμου ολάκερου, θα αναρωτηθείτε, και με το δίκιο σας!

Η συγκίνησή μου, όμως, ακόμα και στην πρώτη ματιά, στο απλό αντίκρισμα αυτού του δημοσιεύματος, προέρχεται από το γεγονός ότι αυτό το βουνό, η Όθρυς, κι αυτό το τοπίο που εδώ περιγράφεται, το άσημο κι άγνωστο στους πολλούς Κακόρεμα, είναι ο τόπος της οικογενειακής μου καταγωγής. Επομένως, και μόνο στο άκουσμα αυτών των δυο λέξεων, «Όθρυς- Κακόρεμα», είναι φυσικό να ξυπνούν μέσα μου άσβηστες μνήμες κι ανεξάλειπτα βιώματα της παιδικής και της νεανικής μου ηλικίας. Τούτο δω το βουνό, τούτα δώ τα δάση και οι ρεματιές, που μου έτυχε να τα ζήσω από κοντά και να τα περπατήσω τόσες και τόσες φορές, φέρνουν αμέσως στη θύμησή μου πρόσωπα πολυαγαπημένα της οικογένειάς μου που δεν υπάρχουν πια στη ζωή…  Ανθρώπους δικούς μου, οι οποίοι είχαν ζήσει εδώ πάνω το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους: τον πατέρα, τον παππού, αλλά και τις δυο μου τις αξέχαστες γιαγιάδες! Και μαζί μ’ αυτούς, πόσα και πόσα άλλα πρόσωπα συγγενών, φίλων, συγχωριανών ή κοντοχωριανών, που η ζωή τους κι οι αγώνες τους συνδέονται αξεδιάλυτα με αυτήν ακριβώς την περιοχή, την οποία περιγράφει το περιοδικό Ανεβαίνοντας στα βουνά του κόσμου»… Μια περιοχή που αποτελεί την ίδια την καρδιά της Όθρυος…

   Το χωριό μου είναι οι Κωφοί του Αλμυρού, που αναφέρονται στο άρθρο ως το σημείο εκκίνησης για την προσέγγιση του Κακορέματος. Το Κακόρεμα χωρίζει, μα ταυτόχρονα και … ενώνει κάτω εκεί στο γεφυράκι, σιμά στα ερείπια του παλιού νερόμυλου, του «μύλου του Τσούγκρα», το κοινοτικό έδαφος της (πάλαι ποτέ, γιατί βλέπετε, ο … «Καποδίστριας» κι ο «Καλλικράτης» την έκαναν παρελθόν!) κοινότητας των Κωφών, με το αντίστοιχο κοινοτικό έδαφος του γειτονικού μας χωριού, των Κοκκωτών. Οι Κωφοί και οι Κοκκωτοί, άγνωστες λέξεις στους περισσότερους από τους φίλους αναγνώστες, είναι δυο όμορα ορεινά χωριά της περιοχής του Αλμυρού, κατοικημένα από αιώνες, άλλοι λένε από την εποχή που ξεκινά η τουρκοκρατία στη Θεσσαλία, άλλοι λένε από πολύ νωρίτερα… Για μένα και τα δυο αυτά χωριά είναι εξίσου αγαπημένα, γιατί και στα δυο βρίσκονται οι δικές μου οι «ρίζες».  Το πατρικό χωριό είναι οι Κωφοί, όμως από το διπλανό χωριό, τους Κοκκωτούς, είχε την καταγωγή της η αείμνηστη γιαγιά μου, η Βασιλική Πριάκου- Σφέτσιου, η μητέρα της δικής μου της μάνας.

 Ο αδελφός αυτής μου της γιαγιάς, ο πάλαι ποτέ Γυμνασιάρχης του Γυμνασίου Θηλέων Βόλου στη δεκαετία του 1950, ο φιλόλογος Χρήστος Πριάκος, έλεγε ότι το χωριό του, οι Κοκκωτοί πήραν το όνομά τους από το λουλουδάκι «κόκκος», που φυτρώνει στη βουνίσια εκείνη ράχη, όπου και χτίστηκε ο οικισμός των Κοκκωτών.

  Ο αδερφός, όμως, της άλλης μου γιαγιάς, της εξίσου αείμνηστης κι αγαπημένης, της Γιασεμής Παπαρίζου-Παπακωνσταντίνου, «τ’ς μανιάς τ’ς Γιασεμής», για να το πούμε … κωφιώτικα, ο αλησμόνητος αιωνόβιος ξωμάχος, ο μπάρμπα-Κώστας ο Παπαρίζος (ο άνθρωπος που έστυβε την πέτρα στα νιάτα του, λεβέντης δυο μέτρα μπόι, που γύρισε με τα πόδια από τη Μικρά Ασία στο χωριό το 1922, όταν έσπασε το μέτωπο στο Σαγγάριο!), μας έλεγε –μικροί σαν είμασταν-  την παρακάτω γουστόζικη ιστορία για τα ονόματα των δυο γειτονικών χωριών μας: Σαν χτίστηκαν τα δυο αυτά χωριά της Όθρης «τότες που οι Τουρκαλάδες πάτ’σαν τον κάμπο τ’ Αρμυρού», οι κοντοχωριανοί, που συναντιόντουσαν κει κάτω στο Κακόρεμα, αποφάσισαν να αφήσουν εκεί χάμω, στο βάθος της ρεματιάς «έναν κόκκοτα» (δηλαδή έναν κόκορα) και περίμεναν τ’ άλλο το χάραμα για να ιδούν αν θ’ ακουστεί και πού θ’ ακουστεί το λάλημα το πρωινό «τ’ κόκκοτα». Ε, λοιπόν, «στο θ’κο μας το χουργιό δεν ακούστ’κε το λάλημα τ’ κόκκοτα», επομένως, όπως είναι …φυσικό αφού οι κάτοικοί του δεν άκουσαν τίποτα, το χωριό μας ονομάστηκε «Κωφοί» (ή «Κ’φοί» ή «στ’ς Κ’φούς»)!!

Στο γειτονικό, όμως, χωριό ακούστηκε το λάλημα «τ’ κόκκοτα» κι έτσι το ονόμασαν «Κοκκωτοί» από το «κο-κο-κό» του «κόκκοτα»!!!

Μπορεί, λοιπόν, ο ακριβολόγος και βαθύς γνώστης των πραγμάτων, ο Χρήστος ο Πριάκος, να έδωσε την επιστημονική εξήγηση του ζητήματος, όμως ο αξέχαστος μπάρμπα-Κώτσιος μας έδινε ατόφια και γνήσια την παράδοση, την ίδια τη φωνή αυτού του τόπου, που την έχει σημαδέψει ανεξίτηλα το αιώνιο, επιβλητικό της Κακόρεμα.

  Το Κακόρεμα σχηματίζεται από τις πηγές του βουνού μας που ξεκινούν από τις τοποθεσίες «Καλόγερος» και «Περιστέρι» κάτω  από τον ίσκιο που αφήνουν ακριβώς εκεί το «Γερακοβούνι» από τη μια μεριά και το «Γκιούζι» από την άλλη, οι δυο ψηλότερες δηλαδή κορυφές της Όθρυος, που γιομάτες παράστημα και λεβεντιά, αποτελούν την αγέρωχη κορώνα του περήφανου αυτού τόπου, την καρδιά του ηπειρωτικού κορμού της πατρίδας μας.

  Ο «Καλόγερος» και το «Περιστέρι» βρίσκονται στο σημείο όπου ανταμώνουν τα δυο μεγάλα γειτονικά οροπέδια του βουνού μας: το κωφιώτικο «Τσατάλι» και το κοκκωτιανό «Τσαεράκι», τόποι αγιασμένοι από τον τίμιο ιδρώτα των πατεράδων και των παππούδων μας, τόποι βιοπορισμού τους, αφού εκεί πάνω άκμαζε για αιώνες και η ορεινή γεωργία και η κτηνοτροφία, σημαντικότατες πηγές ζωής της περιοχής μας. Εκτεταμένες συστάδες ελατοδάσους στεφανώνουν τα ψηλά οροπέδια και τις λάκκες με τα αρωματιστά καλοκαιρινά τους «φτερούσια», δηλ. τις μεγάλες φτέρες, και τους αλύγιστους στην καταιγίδα και το χιονιά των αιώνων κέδρους του βουνού μας, που μοσχοβολούν το ίδιο το άρωμα της ζωής, της χαράς και της ευτυχίας. Το Κακόρεμα, λοιπόν, που ξεκινά από κει πάνω, παίρνοντας τον κατήφορο, γίνεται μεγάλο, απότομο και εντυπωσιακό. Ενισχύεται συνεχώς από τα νερά όλων των γειτονικών χειμάρρων, κάθε αυλακιού, κάθε «χάντακα» και κάθε «χούνης» που καταλήγουν σ’ αυτό. Από τη μεριά του κωφιώτικου εδάφους, όπου θυμάμαι με μεγαλύτερες λεπτομέρειες τις τοποθεσίες και τα ονόματά τους, μπορώ να σας πω ότι στο Κακόρεμα καταλήγουν τα νερά όλων των παρακείμενων ρεμάτων: από το «Αηλιόρεμα», από το «ρέμα της Μάνας» (που μαζεύει τα νερά του «Μαυρονεριού» και της «Ψηληβρύσης»), από τα ρέματα της «Μεσοράχης» κι απ’ όλα τα ρέματα και τα χαντάκια που ξεκινούν από τις τοποθεσίες «Φουκαλιά» και «Φτελιές».

   Η λάκκα «Φτελιές» είναι το σημείο ακριβώς από το οποίο παίρνουμε το χωματόδρομο για να κατηφορίσουμε στην κοίτη του Κακορέματος, όπως ακριβώς περιγράφει και το άρθρο του περιοδικού. Αξίζει, όμως, να παρατηρήσει κάποιος με τα ίδια του τα μάτια και να  διαπιστώσει ότι το Κακόρεμα, κατηφορίζοντας από τις πηγές του, ορίζει και …χωρίζει δυο όχθες εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους ως προς τη σύσταση του εδάφους και ως προς τη βλάστηση. Από την κοκκωτιανή την όχθη ο τόπος είναι πιο ήμερος, χωμάτινος και δασωμένος με απέραντο πυκνό δάσος βελανιδιάς, αριών και μέλιγων. Πρόκειται για τον περίφημο «Κοκκωτόλογγο», ο οποίος έδωσε στους γείτονες κοντοχωριανούς μας το κύριο παραδοσιακό τους επάγγελμα: τους έκαμε ξυλοκόπους και ταυτόχρονα καρβουνιάρηδες κι ασβεστάδες. Έκοβαν άφθονα ξύλα, τρακάδες θεόρατες, έφτιαχναν καμίνια κάρβουνου κι ασβεστοκάμινα. Φόρτωναν τα προϊόντα του μόχθου τους στα μουλάρια και τα κατέβαζαν για πούλημα, στον Αλμυρό, στη Σούρπη, στο Φτελιό, στην Πελασγία, στη Στυλίδα.

   Αντίθετα, από την άλλη όχθη, τη δική μας, την κωφιώτικη, κυριαρχεί ένα τοπίο άγριο και πετρωτό. Απέραντο «πουρναριλίκι», που τα «ροϊδάμια» του την άνοιξη είναι η καλύτερη τροφή για τα γίδια. Το τρώνε τούτο το πουρνάρι με το «ροϊδάμι» του και σου δίνουν ένα γάλα σκέτο μπάλσαμο, αλλά κι ένα κρέας για το σουβλί, που … ανασταίνει ως και τους πεθαμένους με την ευωδιά του, καθώς ψήνεται αργά-αργά στη θράκα και ροδοκοκκινίζει!

«Ψήσου, γίδα μ’ ψήσου,

και ροδοκοκκινίσου,,

όσο που νάρθ’ και το κρασί

να σε … ξεκοκαλίσω!»

   Έτσι τραγούδαγαν οι παλιοί Κωφιώτες, όταν έψηναν το κατσίκι τους. έτσι τραγούδαγε κι ο παππούς μου, ο μπάρμπα-Νίκος, όταν γύριζε το κέδρινο σουβλί που είχε κατασκευάσει ο ίδιος, με το κατσικάκι «του γάλακτος» ή το «βετούλι» το χρονιάτικο, που είχε ετοιμάσει με τόση μαστοριά, με τόσο μεράκι. Με το κατσικάκι που ο ίδιος το είχε βοσκήσει, σαλαγώντας το σ’ αυτές τις πλαγιές, βράχο το βράχο, «πατ’λιά την πατ’λιά», ή που το είχε «μανάρι» και το μεγάλωνε στο στάβλο του σπιτιού, κουβαλώντας κλαρί μυρωδάτο «με το γομάρ’, απ’ τα Πλάια», π’ αγναντεύουν το Κακόρεμα, για να ταΐσει τα οικόσιτα ζωντανά… Ξεκινούσε χαράματα, με τη δροσούλα, πριν φέξει η μέρα, και γύριζε πάντα πριν τη μεσημεριανή κάψα. Και πόσο ευτυχισμένοι νιώθαμε, μικρά παιδιά τότε, όταν ο παππούς μάς έπαιρνε μαζί του στο βουνό και γυρίζαμε χωμένοι μέσα στο …φόρτωμα του κλαριού, «μεσοσάμαρα στο γομάρ’»! Ακόμα, φίλοι μου, έχω στα ρουθούνια μου την ευωδιά αυτού του κλαριού της δρυός και του «φηλικιού», σαν γυρνάγαμε παρέα στο σπίτι, στο χωριό. Μικρός καβαλάρης εγώ, πάνω στο γάιδαρο, κι ο παππούς μου περπατώντας, ψηλός, με το τσεκούρι κρεμασμένο στον ώμο, πάντα χαμογελαστός και με το τραγούδι στο στόμα, ύστερα από τόσο και τόσο μόχθο… Λησμονιούνται ποτέ όλ’ αυτά;

  Έτσι, λοιπόν, οι Κωφιώτες γίνηκαν κτηνοτρόφοι «γιδάρηδες» και «πρατάρηδες», που διάβαιναν τις ράχες και τα «τσουγκριά» του βουνού πιο επιδέξια κι από τα γιδοπρόβατά τους, άπιαστοι στη βουνίσια την πεζοπορία, καθώς ήταν όλοι τους λεπτοκαμωμένοι, «σα σουγιάδες»! Και οδηγούσαν τα κοπάδια τους στις πιο απότομες ράχες που υψώνονται πάνω από το Κακόρεμα.

   Το Κακόρεμα, που καθώς συνεχίζει την πορεία του, μας φέρνει μαζί του στις πιο απόκρημνες πλαγιές των «γιδαραίων» μας: να η «Καλλιράτζα» κι ο «Καλφίγκος» και να ’τος, κρεμασμένος κυριολεκτικά πάνω από το αδυσώπητο χάος του αφρισμένου ρέματος, που χάσκει για να καταπιεί ό,τι βρεθεί μπροστά του, ο φοβερός και τρομερός βράχος του … «Γομαροπνίχτη»! Η ονομασία του τα λέει όλα από μόνη της και δεν θέλει περαιτέρω … ερμηνείες! Ίλιγγο αισθάνεται όποιος σταθεί και κοιτάξει το ρέμα από κει πάνω. Εκεί πάνω βρίσκεται και το περίφημο «Ασκητοκρέβατο». Όπως φαίνεται, σε καιρούς πολύ-πολύ μακρινούς πήγε και μόνασε εκεί πάνω κάποιος άνθρωπος. Είτε αλαφροΐσκιωτος και μισο-σαλεμένος, είτε «την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος» ∙ όπως και να το δει κανείς, ο ανώνυμος αυτός φουκαράς σίγουρα θα …αγίασε εκεί πάνω, με όλη τη σημασία της λέξης, μέσα στη σπηλιά αυτή που διάλεξε για να ξεφύγει απ’ τα βάσανά των «εγκοσμίων»! Ο φτωχός αυτός άγιος του δικού μας του τόπου, που κανένας ποτέ δεν του άναψε καντήλι, κερί ή λιβάνι, αφού άφησε τα κόκαλά του σ’ έναν τόπο όπου σχεδόν δέκα μήνες το χρόνο ή κι ολάκερο το χρόνο δεν ακούς τίποτε άλλο από το αλύπητο Κακόρεμα που βουίζει δαιμονισμένο! Βοή, βοή και μόνον εν τη ερημία ταύτη!

   Στα παλιότερα χρόνια οι γιδάρηδες που ανεβοκατέβαιναν τις στενές, τόσες δα, γιδόστρατες, σ’ αυτά τα όχτια της ρεματιάς, τα τόσο απόκρημνα και επικίνδυνα, έλεγαν ότι πολλές φορές τη νύχτα έτυχε ν’ ακούσουν μέσα από το Κακόρεμα, τραγούδια και μελωδικούς σκοπούς, που δεν ήξεραν να εξηγήσουν την προέλευσή τους. Και τι άλλο πια να βάλουν με το νου τους, άνθρωποι απλοί κι απονήρευτοι, όπως ήταν (πτωχοί μεν τω πνεύματι, καθαροί δε τη καρδία, όπως θα έγραφε με τη μαγική του πέννα κι ο κυρ- Αλέξανδρος της Σκιάθου), παρά πως μέσα από το ρέμα το βαθύ, το άπατο και σκοτεινό, βγαίνουν τη νύχτα οι … νεράιδες και στήνουνε τρελό χορό, γλέντι μαγευτικό κι ονειρεμένο! Αλίμονο όμως στο φουκαρά τον τσομπάνο που θα τύχει να τις ανταμώσει αυτές τις «κυράδες της ρεματιάς» την ώρα κείνη του δαιμονικού χορού τους!! Του παίρνουν –το δίχως άλλο τα «λοϊκά του», ίσως ακόμα-ακόμα και τη μιλιά του την ίδια!!!

   Γι’ αυτό και η περιοχή αυτή, που αντικρίζει το «Γομαροπνίχτη» και το «Ασκητοκρέβατο», αγαπητοί μου φίλοι, ονομάστηκε δίκαια … «Νεραϊδοχορός». Πιστέψτε με, δεν έχω ποτέ μου ξανακούσει πιο όμορφη ονομασία για έναν τόπο. Μαγικός χορός και ονειρικό τραγούδι των νεράιδων μιας εποχής, που έσβησε και χάθηκε οριστικά με την τεχνολογική πρόοδο αλλά και την … πονηριά που αβγάτισε στις μέρες μας! Μαζί της απέσβετο το  λάλον ύδωρ…

    Αν στα δικά μας τα μέρη εκείνη την εποχή τύχαινε να ζήσει ένα ταλέντο του γραπτού λόγου, σαν τον Παπαδιαμάντη της «τερπνής νήσου των Σποράδων», πόσες και πόσες ιστορίες δεν θα’ χε –αληθινά- εμπνευστεί απ’ το Κακόρεμα της Όθρυος και από τους ανθρώπους του μεγάλου καθημερινού μόχθου που το σεργιάνιζαν πέρα-δώθε, πάνω –κάτω, μέρες και νυχτιές, χρόνια και χρόνια αμέτρητα, με λιακάδες, βροχές και χιόνια…  Πόσες και πόσες τέτοιες θύμησες για τους αθάνατους χορούς των νεράιδων, που τόσοι και τόσοι τους … «άκουσαν», αλλά ποτέ του κανένας δεν τους είδε, θα είχαν γίνει αθάνατα διηγήματα, αληθινά διαμάντια της νεοελληνικής μας λογοτεχνίας!

   Αλλά, βλέπετε, στα δικά μας τα μέρη δεν αναδείχτηκαν λογοτέχνες, ενώ οι γλαφυρές αυτές ιστορίες γίνηκαν «μοραπάδες», δηλαδή παραμύθι και καλαμπούρι συνάμα στα στόματα των χωριανών μας, για να σβήσουν και να χαθούν μαζί τους, μοιραία κι αναπόφευκτα… Η γενιά μου είναι ίσως η τελευταία που γνώρισε τους παλιούς παραδοσιακούς τσομπαναραίους στην Όθρυ και στο Κακόρεμα, με τη γκλίτσα, την κάπα  και το μάλλινο ντορβά στους ώμους, με τα τραγούδια και τα παραμύθια στα διψασμένα τους χείλη… Είναι ίσως η τελευταία γενιά που είδε τους ξυλοκόπους και τους καρβουνιαραίους του βουνού μας,  με τα αλογομούλαρα, τα γαϊδουράκια και τα καλαμπούρια τους.

   Σήμερα τα χωριά μας ερημώνουν, καθώς οι παλιοί φεύγουν για πάντα, οι νέοι μεταναστεύουν στις πόλεις, ενώ κι όσοι ακόμα κτηνοτρόφοι απόμειναν εκεί στράφηκαν -κατά πλειοψηφίαν- στη σταβλισμένη αγελαδοτροφία, ως πιο προσοδοφόρα και λιγότερο κοπιαστική από την παραδοσιακή. Βλέπετε, τώρα απόμειναν αποκλειστικά σχεδόν τα γελάδια αυτά που τρώνε κάθε λογής … φύραμα, που φτάνουν τον  … έναν τόνο βάρους  το καθένα τους και φορούν … κίτρινα σκουλαρίκια στ’ αφτιά τους, γιατί επιδοτείται η ...ύπαρξή τους!

   Το Κακόρεμα τώρα πια έχει χωμάτινο αυτοκινητόδρομο, που πηγαίνει από το ένα χωριό στο άλλο, ενώ πάνω ψηλά στο βουνό, από τις «Φτελιές», τα «Πλάια», το «Τσατάλι», τον «Καλόγερο», το «Τσαεράκι» και τον «Κοκκωτόλογγο»  διαβαίνει ασφαλτοστρωμένος δρόμος, που έχει κάνει την Όθρυ προσβάσιμη σε όλο τον κόσμο.

   Χάθηκαν ολότελα σχεδόν τα γιδοκόπαδα κι άφησαν … χωρίς παρέα και συνοδιά τις βουνοπλαγιές, που άφωνες πια, χωρίς τους τσομπαναραίους, τα τραγούδια, τους καημούς και τα νυχτέρια τους, δίχως τα χαρωπά εκείνα ατέλειωτα βελάσματα των ζωηρών και παμπόνηρων κατσικιών τους, δίχως το λιγυρό αντίλαλο των κουδουνιών, χωρίς τα ρυθμικά βροντόλαλα «τσουκάνια» των γκισεμιών του κάθε κοπαδιού, τώρα πια λυπημένες άχρι θανάτου, έτοιμες να ξεσπάσουν σε θλιβερό μοιρολόγι, τηράνε με δάκρυα στα μάτια το αιώνιο βουερό Κακόρεμα…

Έρμα «Πλάια», κατακαημένη «Αγκαθίτσα», πολυαγαπημένο μας «Τσατάλι», νοσταλγικό μας, εσύ, «Καραμάνι», αγιασμένε «Καλόγερε», και συ βαθύσκιωτο «Ζαγκρίλι», που τα γάργαρα νάματά σας τώρα πια δεν ξεδιψούν τους ξωμάχους των χωριών μας, αλλά μοχθούν να σβήσουν τη δίψα της πόλης και του Αλμυριώτικου κάμπου…

-Πού πήγαν τα κοπάδια σας;

Τι γίναν τα παιδιά σας;

Πού να ’ναι πια οι λεβέντες σας,

που λέγαν τον καημό σας,

με της φλογέρας τον αχό,

με το γλυκό τραγούδι;

-Τους πήρε η ξενιτιά μακριά,

τους πήρε ο μαύρος Άδης…

   Αγρίεψαν πλέον οι πλαγιές, που σε πολλά σημεία δασώθηκαν ολότελα και γίνηκαν απάτητες, κλείσαν οι αιώνιες εκείνες γιδόστρατες απ’ όπου οι παππούδες κι οι πατεράδες μας κόβαν και φόρτωναν το κλαρί στο γάιδαρο. Χάθηκε ολότελα σχεδόν κι ο γάιδαρος και το μουλάρι… Τώρα πια τα έλατα φυτρώνουν ακόμα και σε πολύ χαμηλότερο υψόμετρο απ’ ό,τι στο παρελθόν, γιατί δεν υπάρχουν πια ζωντανά να τα φάνε όταν είναι νιόβγαλτα τρυφερά βλαστάρια ακόμα.

  Κι ως χάθηκαν τα «κυπριά» και τα «τσουκάνια», έφυγαν πια για πάντα στο ταξίδι το δίχως γυρισμό, ο μπάρμπα-Νίκος, ο μπάρμπα-Κώτσιος, ο μπάρμπα-Χρήστος, η κυρά-Λένη και η μανιά η Γιασεμή κι όλοι οι άλλοι, οι παλιοί καθημερινοί ήρωες των παιδικών μας χρόνων, οι εργάτες- μαχητές της ζωής και υπερασπιστές αυτού του τόπου, που με το τίμιο αίμα και τη φλόγα  της καρδιάς τους πολέμησαν αμείλιχτα τον ξένο καταχτητή και τα ντόπια διαολοτσιράκια του στα χρόνια της Αντίστασης…

   Μας άφησαν «γεια», παντοτινά, εκείνοι οι άνθρωποι που έζησαν μια ζωή ολόκληρη φτωχοί, ταπεινοί και καταφρονεμένοι από το «επίσημον εθνικόφρον κράτος» (που …τρομάρα να τού  'ρθει, τέτοιου κράτους!…), αλλά πάντα με το κεφάλι ψηλά, γιομάτοι σεμνή περηφάνια για την προσφορά τους σ’ αυτό τον τόπο, σ' αυτό το λαό.

  Γιατί ήταν αυτοί οι άνθρωποι που με το παράδειγμά τους μας δίδαξαν ήθος, αξιοπρέπεια, αγάπη για το συνάνθρωπο, καρδιά ανοιχτή στους καημούς και στα βάσανα του άλλου, λεβεντιά, θάρρος κι αγωνιστική αισιοδοξία στη ζωή, ελπίδα και αλύγιστη πίστη στη Λευτεριά της πατρίδας μας και στ άγιο Δίκιο του Λαού μας.

   Και με το δικό τους το φευγιό έσβησαν και τα τραγούδια στο  «Νεραϊδοχορό», στον «Καλφίγκο», στο «Μύλο του Τσούγκρα», στο Κακόρεμα ολάκερο, σ’ ολάκερη την Όθρυ μας… Βλέπετε, είναι οι άνθρωποι αυτοί που φτιάχνουν τον τόπο. Τον κάθε τόπο, όπου  Γης…  «Χωρίς τους ανθρώπους, μήτε στον Παράδεισο!», λέγαν οι παλιοί…

Αλλά ας μη μελαγχολήσουμε άλλο πια. Ας αφήσουμε το αιώνιο «Κακόρεμα» να κυλά τα νερά του προς το κοκκωτιανό «Ματάζι», για να γίνει παρακάτω … Πλατανόρεμα και τελικά να καταλήξει στον Παγασητικό κόλπο. (Θάλασσα, που όλα τα νερά και τα ποτάμια πίνεις!) Κι ας το αποχαιρετήσουμε με δυο ευτράπελες μικρές ιστορίες, που ο χρόνος έγραψε ανεξίτηλα σ’ αυτά εδώ τα μέρη, καθώς βουίζει ολοχρονίς το ρέμα τούτο το ατέλειωτο.

  Στα χρόνια εκείνα τα παλιά, στο «μεσοπόλεμο» που λένε, ο γερο-Κώτσιος ο Μάμαλης, ο άνθρωπος εκείνος του χωριού μας που άφησε πίσω του ιστορία αθάνατη για τα … απίθανα καλαμπούρια του, τα τραγούδια που σκάρωνε για το καθετί, αλλά και για την πρωτοφανή αταραξία και γαλήνη που τον διέκρινε, ακόμα και στις πιο μαύρες συμφορές, ο γέρο-Μάμαλης, λοιπόν, διάβαινε νύχτα το Κακόρεμα, μ’ έναν αδειανό ντορβά στον ώμο και μια γκλίτσα στο χέρι. Καρτέρι είχε στήσει εκεί χάμω με το γκρα, στον κατσικόδρομο της ρεματιάς, μέσα στο πυκνό σκοτάδι, κάποιος …φουκαράς «κλαρίτης», ξελιγωμένος της πείνας,  από κείνους οι οποίοι στα χρόνια του 1920-1930, πνιγμένοι στα χρέη, έπαιρναν τα βουνά και γίνονταν …κατσικοκλέφτες, «λησταί» κατά την επικήρυξη που έβγαζε για δαύτους το «εθνικόφρον κράτος» (ο πραγματικός δηλ. …αρχιλήσταρχος αυτού του τόπου).  «Αλτ!», φωνάζει στο γέρο-Μάμαλη ο κατσικοκλέφτης. «Άδειασε γρήγορα το ντορβά, γιατί θα στην ανάψω»! Κι ο γέρο-Μάμαλης, ατάραχος κι απτόητος συνεχίζει το δρόμο του, λέγοντας στον κατσικοκλέφτη, ενώ του δείχνει τον άδειο, πάμφτωχο ντορβά: «Δω μέσα ψοφάει ποντίκι, χρυσέ μ’!!!» Δηλαδή, τέτοια πείνα και δυστυχία! Έμεινε άναυδος ο «κλαρίτης» και έφυγε αμίλητος…

  Η δεύτερη ιστορία μας είναι πολύ πιο πρόσφατη. Συνέβη προ εικοσαετίας, περίπου, και έχει αυτήκοο μάρτυρα εμένα τον ίδιο που σας την αφηγούμαι απόψε. Πάμφτωχος και αθώος όσο λίγοι, ο μπάρμπα-Βαγγελάκος ο Τσιάντος έβοσκε μιαν ολάκερη ζωή τα λιγοστά του γίδια, τα … «λυκοφαγώματα», όπως τα αποκαλούσε, απ’ την «Καλλιράτζα», ως τον «Καλφίγκο» και το «Γομαροπνίχτη», και πίσω τον ανήφορο, για να περάσει πολλές φορές, πριν το σούρουπο από τις «Φτελιές», πριν ξαναπάρει το δρόμο για την «Καλλιράτζα», όπου είχε ένα παμπάλαιο πρωτόγονο μαντρί, σαν τη … στάνη του μυθικού Εύμαιου. Χρόνια είχε να κατεβεί στο χωριό, στο σπίτι του. Κάθε βραδάκι, στο σούρουπο του έφερνε το φαγητό του από το χωριό η γυναίκα του, η θεια η Χριστίνα, που ανηφόριζε κατά το βουνό με το γηραλέο γαϊδουράκι της. «Αγρίμι» γίνηκε, μια ζωή ολόκληρη, ακούγοντας μονάχα τη βοή του Κακορέματος ο έρμος ο Βαγγελάκος, που άρχισε να … συλλογάται περίεργα και να μιλά μόνος με τον εαυτό του… Σαν τον αντάμωσα λοιπόν ένα καλοκαιριάτικο σούρουπο, που γύριζα από ένα βουνίσιο περίπατο, εκεί πάνω στις Φτελιές, μου λέει ο καημένος επί λέξει τον …καημό της καρδιάς του:  «Εσύ ωρέ Νικόλα, από ’μαθες τα γράμματα, για πε’ μ κι εμένα, βρε παιδί μ’, γιατί θα σκάσω: Αφαιρούνται ποτές τα πολλά απ’ τα λίγα; Πώς μπορεί να γένεται αυτό;»

   Να, λοιπόν, ποιο ήταν το αναπάντητο ερώτημα που του έμεινε στα χείλη και το μονολογούσε μια ζωή ολόκληρη ο καημένος ο Βαγγελάκος… Και πώς να μην αναρωτιέται αν και πώς βγαίνουν τα …πολλά από τα …λίγα! Ξέρετε τι σημαίνει μιαν ολόκληρη ζωή να σαλαγάς κάμποσα «λυκοφαγώματα», πέτρα την πέτρα, «πατ’λιά, την πατ’λιά» και να μη σου μένει κανένα όφελος; Ποιος ξέρει, αλήθεια, πόσα «λυκοφαγώματα» να του άρπαξε το άσπλαχνο Κακόρεμα εκεί χάμω στο θανατερό το «Γομαροπνίχτη»! Κι από τα υπόλοιπα, τα περισσότερα σίγουρα θα του τα κατασπάραξαν …λύκοι, όχι τόσο, όμως, τα αγρίμια τα τετράποδα του βουνού, όσο κάτι άλλοι δίποδοι … «λύκοι», προερχόμενοι κατευθείαν από το … χωριό ή από την …πόλη!! Είναι να μην απορεί ο Βαγγελάκος και να μην αναρωτιέται πώς από τα λίγα τα δικά του μπόρεσαν κάποιοι να αφαιρέσουν και να βάλουν στο δικό τους το λογαριασμό τόσα …πολλά;

   Φιλοσοφικό, αλλά πάντοτε επίκαιρο το πρόβλημα, αγαπητοί μου φίλοι, αν το σκεφτούμε, στ’ αλήθεια:

Πόσα και πόσα είναι τα κέρδη που βγάζουν ορισμένοι  σ’ αυτόν το ντουνιά, λεηλατώντας και στύβοντας όλους εκείνους τους χιλιάδες και χιλιάδες απλούς, καλόκαρδους συνανθρώπους μας, τους φτωχούς βιοπαλαιστές, που μια ζωή ολάκερη δεν απόχτησαν τίποτε άλλο από μια … τρύπια κάπα, μια γκλίτσα κι ένα «γομαράκι», τους ανθρώπους του ατέλειωτου μόχθου, εκείνους που λαγοκοιμούνται, φυλάγοντας τα «λυκοφαγώματα» κάτω από τα άστρα του ουρανού, ακουμπισμένοι σ’ ένα πουρνάρι; Τους φτωχούς και ταλαίπωρους εκείνους ανθρώπους, που δικό τους μοναδικό τραγούδι μιαν ολόκληρη ζωή ήταν ο απόηχος των κουδουνιών και των βελασμάτων, αυτός που σμίγει με την τρίλια του θλιμμένου αηδονιού, με του γκιόνη και της κουκουβάγιας το «παραμιλητό» και με του τριζονιού το «ίσο»…

¨  Ο απόηχος που χάνεται, πνίγεται και σβήνει μέσα στην αιώνια βοή του κάθε …Κακορέματος τούτης της ζωής…

   Ναι, φίλοι μου. Την ώρα εκείνη που φεύγει η μέρα κι έρχεται το σούρουπο, βγαίνουν στην επιφάνεια, μαζί με τις … νεράιδες, όλα τα βάσανα, όλοι οι καημοί, όλες οι αδικίες, όλοι οι κατατρεγμοί, όλοι οι ανεκπλήρωτοι ανθρώπινοι πόθοι μιας ζωής. Τα πάθια του ανθρώπου, που δεν έχουν τελειωμό… Κι οι θύμησες ακολουθούν τον άνθρωπο, κάθε ώρα και στιγμή, σε μιαν ατέλειωτη ροή, σαν το νερό εκεί κάτω, στης Όθρης το Κακόρεμα.

   Για άλλη μια φορά, να ευχαριστήσω και τον Παναγιώτη αλλά και τους λάτρεις του βουνού, που γράφουν στο περιοδικό «Ανεβαίνοντας στα βουνά του κόσμου», γιατί μ’ έκαναν κι εμένα τούτη τη νυχτιά του Οχτώβρη να ξαναθυμηθώ όλα αυτά και να  γράψω τις σκέψεις μου,  μ’ ένα δάκρυ, βγαλμένο από τα βάθη της καρδιάς μου…

Να είστε πάντα καλά!

Νίκος Παπακωνσταντίνου

Σκιάθος, 28 του Οχτώβρη 2014.


 

 

Σχόλια  

 
+10 #1 ΌθρυςΜάριος Αδαλόγλου 31-10-2014 09:03
Συγκινητική η γραφή σου Νίκο, γεμάτη από υπέροχες εικόνες μέσα σε λίγες αράδες. Σε ευχαριστούμε και στο επόμενο ραντεβού μας Νοέμβρη μήνα θα πάμε να πεζοπορήσουμε τα μέρη αυτά μαζί!
Μάριος
Παράθεση
 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση