αρχική σελίδα πολιτισμός Παιχνιδιάρικη Συνάντηση

εγγραφή χρήστη



Δημοφιλή

Παιχνιδιάρικη Συνάντηση PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - άρθρα για τον πολιτισμό
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator   
Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010 11:15

1

Κάθε Κυριακή πρωί επισκέπτονταν τον κ. Μηνά τα εγγόνια του, ο Ερμής, ο Φοίβος και η Αφροδίτη. Κάθε φορά ανυπομονούσαν να επισκεφτούν τον παππού τους και να κάνουν τη συνηθισμένη τους βόλτα στο Μοναστηράκι.


 

Τις Κυριακές γινόταν μεγάλο παζάρι εκεί και τα παιδιά χαίρονταν να περιτριγυρίζουν ανάμεσα στους πάγκους με τα παιχνίδια, τα βιβλία, τις ζωγραφιές, τις αντίκες και οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Φυσικά, ο παππούς τους, που αγαπούσε τα εγγόνια του πάρα πολύ, τους αγόραζε ό,τι τους άρεσε.

          Μια Κυριακή ο Ερμής, καθώς προχωρούσε ανάμεσα στους πάγκους, είδε ένα όμορφο χειροποίητο μπούμερανγκ βαμμένο με έντονα χρώματα. Ο Φοίβος έδειξε στην Αφροδίτη μια μεγάλη πολύχρωμη μπάλα κι αυτή βρήκε μια ροζ κορδέλα χορού και την κράτησε στα χέρια της γεμάτη ενθουσιασμό.

          Τα τρία παιδιά κρατώντας τα παιχνίδια στα χέρια τους έτρεξαν γρήγορα στον παππού τους και τον παρακάλεσαν να τους τα αγοράσει. Ο παππούς χαμογέλασε και αγκάλιασε τα εγγόνια του. Πήγε αμέσως στον παλαιοπώλη να τους αγοράσει τα παιχνίδια. Τα τρία παιδιά φίλησαν τον παππού τους, τον ευχαρίστησαν κι άρχισαν να παίζουν με τα καινούργια τους παιχνίδια. Τους άρεσαν τόσο πολύ που έπαιζαν μ’ αυτά ώσπου νύχτωσε... Τότε, τα τακτοποίησαν σε ένα μεγάλο ξύλινο κουτί και πήγαν για ύπνο.

          Αφού πια όλοι είχαν αποκοιμηθεί, τα παιχνίδια βρήκαν την ευκαιρία να συστηθούν μεταξύ τους και να πιάσουν κουβέντα. Κάθε ένα είχε να πει τη δική του ιστορία ...

          Πρώτα άκουσαν την ιστορία της κορδέλας. Στα νιάτα της ήταν μια λαμπερή, εκθαμβωτική κορδέλα. Ζούσε με άλλες είκοσι κορδέλες και ήταν όλες πολύ καλές φίλες. Ήταν πολύ περήφανες και όμορφες και όλες αγαπούσαν τον χορό. Όλες τους ανήκαν σε όμορφες μπαλαρίνες και έπαιρναν μέρος σε παραστάσεις χορού. «Τι υπέροχο συναίσθημα!», είπε  η ροζ κορδέλα. «Όταν οι μπαλαρίνες κουνούσαν τα χέρια τους στο ρυθμό της μουσικής, χορεύαμε τόσο ωραία και όλοι μάς θαύμαζαν ... Ήταν σαν να ζούσαμε σε όνειρο. Αλλά όλα τέλειωσαν τόσο ξαφνικά ... Μια μέρα νέες κορδέλες ήρθαν και πήραν τη θέση μας. Μας πούλησαν σε ένα παλαιοπωλείο και μας τοποθέτησαν σε ένα βρώμικο μέρος χωρίς καθόλου φως ... Κανείς δεν ξαναχόρεψε μαζί μας ...» είπε η ροζ κορδέλα και άρχισε να κλαίει. «Ευτυχώς, αυτό το μικρό κορίτσι με αγόρασε και, τώρα, μετά από πολύ καιρό, χόρεψα ξανά και ένιωσα τόσο ευτυχισμένη! Η Αφροδίτη με έφερε πίσω στη ζωή! Εγώ δεν αισθάνομαι παλιά και άχρηστη πια!»

          Όταν η κορδέλα τελείωσε την ιστορία της, η μπάλα άρχισε να διηγείται τη δική της. Είπε ότι ήταν πολύ περήφανη, γιατί την είχαν τοποθετήσει στη βιτρίνα ενός καταστήματος αθλητικών ειδών και όλοι τη θαύμαζαν. Αλλά ένα βράδυ την αγόρασε κάποιο αγοράκι. Το αγόρι έπαιζε με την μπάλα όλη την ώρα. Δεν της φερόταν καλά. Την κλοτσούσε συνεχώς και την έριχνε στις τριανταφυλλιές που ήταν στην αυλή και τα αγκάθια τους την τρυπούσαν και την πονούσαν πολύ. Ήταν τόσο λυπημένη και δεν ήθελε να ζει εκεί. Μια μέρα, η μητέρα του αγοριού του έφερε μια νέα μπάλα για τα γενέθλιά του και πέταξε αμέσως την παλιά δίπλα στον κάδο των απορριμμάτων. Ευτυχώς, ο γιος του παλαιοπώλη τη βρήκε και την πήρε στο κατάστημα του πατέρα του. Αρχικά, ο πατέρας του δεν ήθελε να την κρατήσει, αλλά ο γιος του επέμενε ότι θα ήταν καλό παιχνίδι για ένα αγόρι και ότι κάποιος σίγουρα θα την αγόραζε. Και έτσι έγινε. «Ο Φοίβος με αγόρασε και δεν μπορώ να πιστέψω πόσο καλά μου φέρεται», είπε η μπάλα γεμάτη χαρά. «Μου αρέσει το νέο σπίτι μου πάρα πολύ! Κι επίσης μου αρέσετε πολύ εσείς, καινούργιοι φίλοι μου».

          Αφού άκουσε προσεκτικά τις ιστορίες των φίλων του, το μπούμερανγκ άρχισε να λέει τη δική του ιστορία. Ένας ξυλουργός του έδωσε ζωή ως δώρο στο γιο του. Το
σκάλισε, το ζωγράφισε και έκανε τα πάντα με τόση αγάπη που το μπούμερανγκ ήταν το πιο όμορφο αντικείμενο που είχε δημιουργήσει. «Όταν το αγόρι με κράτησε στα χέρια του ήταν κατενθουσιασμένο», είπε το μπούμερανγκ. «Έπαιζε μαζί μου όλη την ώρα και ήμουν το αγαπημένο παιχνίδι του. Γίναμε εξαιρετικοί φίλοι». Δυστυχώς, μια μέρα, καθώς το αγόρι έπαιζε με το μπούμερανγκ, το πέταξε τόσο μακριά που δεν γύρισε πίσω. Το αγόρι έψαξε παντού, αλλά δεν μπόρεσε να το βρει. «Εγώ προσγειώθηκα σε ένα φορτηγό που μετέφερε αντικείμενα για το παζάρι στο Μοναστηράκι. Ο παλαιοπώλης με πήρε και με έβαλε στη γωνία της βιτρίνας και έμεινα εκεί, λυπημένο και μόνο, μέχρι την ώρα που με αγόρασε ο Ερμής! Τώρα, αισθάνομαι υπέροχα στο νέο σπίτι μου».

          Όλοι τους ήταν χαρούμενοι που βρίσκονταν μαζί και δεν αισθάνονταν μόνοι ή άχρηστοι πια. Μια δυνατή φιλία αναπτύχθηκε μεταξύ τους και ένιωθαν ευγνωμοσύνη για εκείνα τα μικρά παιδιά που είχαν βρει τη χαρά και την ευχαρίστηση σε απλά παιχνίδια σαν κι αυτά.