αρχική σελίδα ποίηση Από τα ποιήματα του Γρηγόρη Λουκίδη.
Από τα ποιήματα του Γρηγόρη Λουκίδη. PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - ποίηση
Συντάχθηκε απο τον/την Από την επιτροπή ΠΑΜΕ εκπ/κών Σκιάθου   
Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013 14:01

Δέκα από τα ποιήματα του Γρηγόρη του Σκιαθίτη ποιητή. Του Γρηγόρη Λουκίδη. Τον ευχαριστούμε πολύ για την ευγενική του πράξη να μας δώσει για δημοσίευση ομάδα ποιημάτων του. Θα επανέλθουμε με δημοσίευση και των υπόλοιπων από αυτά που μας έδωσε. Ελπίζουμε το παράδειγμά του για την ενασχόλησή του με τον πολιτισμό που μόνος του έστω παράγει, μόνος του κάτω από την αλληλεπίδχραση του κοινωνικού ιστορικού περιβάλλοντος.

ΑΦΡΑΓΚΙΑ

Τέλειωσε η καβάντζα μου,

απλήρωτο το νοίκι,

 

μήτε καφές και ζάχαηι,

να ρίξω μεσ’ το μπρίκι

 

Εμένα που ήμουν άρχοντας,

ζωή μου κάνεις πλάκα,

να παίρνω τώρα δανεικά

και να καπνίζω τράκα

 

Κουπί τραβάω ολημερίς,

δεν βγαίνει πλέον πέρα,

πώς να φουσκώσει το πανί

χωρίς καθόλου αέρα;

 

Στο σπίτι μέσα κάθομαι,

κλεισμένος στο καβούκι

και τρόπο ψάχνω για να βγω,

από αυτό το λούκι.

 

Βρε ζωή τι αδικία,

ρέστος πείνα κι αφραγκία,

η κακοτυχία ρέντα,

συνεχώς μου κάνει κέντα.

 

 

 

 

 

ΜΠΑΡΚΟ

 

Μικρό παιδί μπαρκάρησα,

ψήθηκα στην αλμύρα

όμως δεν τα κατάφερα,

να βρω στον ήλιο μοίρα.

 

Τον κόσμο όλο γύρισα

με διάφορα βαπόρια,

λίγη χαρά εγνώρισα,

περίσσια στεναχώρια.

 

Και ένα σπίτι πίσω μου,

μαύρο και ρημαγμένο

μα λέω δόξα τω θεώ,

που μ’ έχει φυλαγμένο.

 

 

ΧΑΟΣ

 

Στο χάος και στην ΑΒΥΣΣΟ,

έριχνα παραγάδια,

χρυσό κι’ ασήμι δόλωμα,

στ’ αγκίστρια, και σμαράγδια.

 

Κι’ ενώ σοφία ψάρευα,

τόσα και τόσα βράδια,

έπιανα σαν τα σήκωνα,

μαύρα πυκνά σκοτάδια.

 

Αρχαίοι που αφήσατε,

γνώση παντού να ρέει,

δυο δράμια δεν μαζέψαμε,

πνιγήκαμε στα χρέη.

 

Αναμασάμε διαρκώς,

κάποια ρητά δικά σας,

του πνεύματός σας κάψαμε,

όλα τα υλικά σας.

 

Χαθήκαν οι πυξίδες σας,

που δείχναν προς τη γνώση,

πολύ βαριά κοιμόμαστε,

τελούμε εν υπνώσει.

 

 

 

 

Ο ΜΗΤΣΟΣ

 

Ήρθαν τρεις φίλοι στο χωριό,

τραβούν για κάποια στάνη,

το Μήτσο ψάχνανε να βρουν,

τον γιο του μπάρμπα Γιάννη.

 

Έλα βρε Μήτσο λεβεντιά,

να πάμε στην Αθήνα,

πούλα τα γιδοπρόβατα,

και θα περάσεις φίνα.

 

Καλά περνούσε κι όμορφα,

όσπου ήρθε μια μέρα,

οι φίλοι του οι καρδιακοί,

σκληρά τον κάνουν πέρα.

 

Του ‘φαγαν όλα τα λεφτά,

μπατίρη τον αφήσαν,

και σαν πολύ κακό σκυλί,

άσπλαχνα τον κλωτσήσαν.

 

Κι ο μπαρμπα Γιάννης έσβυσε,

μόνος και πικραμένος,

που γιο και στάνη έχασε,

κι έφυγε πληγωμένος.

 

 

 

 

ΜΟΝΑΧΟΣ

 

Ένα τεφτέρι γέμισα,

να γράφω και να σβήνω,

ώσπου το αποφάσισα,

μονάχος μου να μείνω.

 

Τώρα πια εκατάλαβα,

και καθαρά το είδα,

πως μοναχός σου χόρευε

και όσο θέλεις πήδα.

 

Γυναίκες φίλοι συγγενείς,

την τσέπη σου κοιτούσαν,

αν είχα φράγκα δηλαδή,

τότε με αγαπούσαν.

 

Κορόϊδο πια δεν πιάνομαι

και δεν στεναχωριέμαι,

που μοναχός μου στο χορό

χορεύω, ευχαριστιέμαι.

 

 

 

ΚΑΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

Αν δεν γνωρίσεις εαυτόν,

χαμπάρι δεν θα πάρεις,

σ’ αυτήν την γη που βρέθηκες,

ποτέ δεν θα γουστάρεις .

 

Δεν είναι μέτρο τα λεφτά,

δεν φτάνει μόνο ο πλούτος,

για άλλα προορίζεται,

ο κόσμος μας ετούτος.

 

Λακωνικά αφήσανε,

σοφοί τα γνωμικά τους

και στα παλιά παπούτσια τους,

γράφουν τα δανεικά τους .

 

Έστω κι αν ήτανε φτωχοί,

το ρίχνανε στο γλέντι,

και λέγαν η πολλή δουλειά,

πως τρώει τον αφέντη.

 

Λίγοι το καταλάβανε,

στα πλάτη και στα μήκη,

να ’χουν καλύτερη ζωή,

απ’ ό,τι διαθήκη!

 

 

 

 

 

ΠΝΕΥΜΑ

 

Η ύλη αγοράζεται

το πνεύμα όμως όχι

και ευλογία που σ’ αυτόν

χαρίστηκε και τόχει.

 

ΝΙΨΟΝ ΤΑ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ

ΜΗ ΜΟΝΑΝ δε την ΟΨΙΝ

διαβάζεται κι ανάποδα

να τόχετε υπ’ όψιν.

 

Ξυράφι είναι δίκοπο

η γνώση και η σοφία

γι' αυτό και δεν την έχουνε

όσοι φορούν λοφία.

 

Με ζόρι είν’ αδύνατον

τσούρμο να οργανώσεις

ν’ ανοίξεις διάπλατα πανιά

θάλασσες να οργώσεις.

 

Κρέμες και μοσχοσάπουνα

δεν βάζουνε στα χέρια

όσοι χαράζουν στ’ άγνωστο

πορεία με τ’ αστέρια.

 

Ο πλούτος όπου κυβερνά

θεριεύει η αδικία

κι ανθρώπους που ‘χουν έλειψη

τους σπρώχνει στη μαγεία.

 

Κουμάντο αν κάνεις κι αρχηγός

είσαι μεσ’ στη γαλέρα

το δίχως άλλο σίγουρα

θάσαι μεγάλη λέρα.

 

 

 

ΕΛΛΗΝΟΤΙΤΑΝΙΚΟΣ

 

Ρουφιανοκαπετάνηδες

Της Αστικής της τάξης

Παλούκωμα σας έπρεπε

Για τις δικές σας πράξεις.

 

Ασύστολα ξεδιάντροπα

Πουλήσατε τα πάντα

Βουλιάξαμε και βάλατε

Να παιανίζει μπάντα.

 

Ο κάπταιν του Τιτανικού

Τον βύθισε από λάθος

Μα τελευταίος έμεινε

Και πήγε με το σκάφος.

 

Τον τιτανοελληνικό

Του φτιάξατε ένα ρήγμα

Αύτανδρο τον βυθίσατε

Μελετημένο πλήγμα.

 

Φύγατε μ’ ελικόπτερα

Μην είδατε τον σούτσο

Και την ευθύνη ρίξατε

Στον δύστυχο το μούτσο.

 

 

ΟΡΦΕΑΣ

 

Ορφέα με τη λύρα σου

παίξε να με κοινήσεις

και όνειρα ευχάριστα

πολλά να μου χαρίσεις.

 

Στη θάλασσα της μουσικής

Ορφέα λίκνισέ με

στείλε με κάτω στον βυθό

και αποκοίμισέ με.

 

Συνειδητό να είσαι εσύ.

επιστητό παρόντος

ή μήπως είσαι όνειρο

εμού του ιδίου απόντος;

 

Ορφέα στα ταξίδια σου

πάρε και με μαζί σου,

να βγω σεριάνι στ’ άπειρο

να ζήσω απ’ τη ζωή σου.

 

Σαν ξεδιψάσω στείλε με

ξανά στην επιφάνεια

μήπως και η συνείδηση

δεχτεί να πάρει δάνεια.

 

 

 

ΦΤΕΡΩΤΕ ΘΕΕ.

 

Έρωτα φτερωτέ θεέ

μου έριξες τα βέλη

και μ’ έκανες να αγαπώ

κάποια που δεν με θέλει.

 

Αυτή κοιμάται ήσυχα

σε μαλακό κρεβάτι

και ‘γω ξενύχτης άγρυπνος

χωρίς να κλείνω μάτι.

 

Τέτοιο βασανιστήριο

δεν το αντέχω άλλο

από τον πόνο της καρδιάς

δεν έχει πιο μεγάλο.

 

Το όνομά μου έρωτα

γράψε στη μύτη βέλους

και ρίξ’ της ίσια στην καρδιά

να λυτρωθώ επιτέλους.  

 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση