αρχική σελίδα ποίηση Ένα πρωτόλειο ποίημα του Δημητρού
Ένα πρωτόλειο ποίημα του Δημητρού PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - ποίηση
Συντάχθηκε απο τον/την Φυλτζανίδης Δημήτριος   
Κυριακή, 02 Ιουνίου 2013 09:26

Το κομμάτι αυτό αποτελεί το πρώτο μέρος ενός από τα ποιήματα εμπνέεται ο Δημήτρης ο Φυλτζανίδης, ο οποίος τώρα πια φωνάζει από μακριά το φίλο δημοτικό σύμβουλο της Λαϊκής Συσπείρωσης του Δήμου Σκιάθου με το χαρακτηριστικό: "σύντροφε Γιώργο!!" Του κάνουμε όχι τη χάρη αλλά το καθήκον ενός λειτουργήματος, για την ιστορία της βασανισμένης και ατιμασμένης από τους 'αρμοδίους' Σκιάθου, που αποτελεί χρέος τιμής για όλους εμάς που προτιμάμε το χαιρετισμό αυτό του Δημήτρη.


Ένα πρωτόλειο

 

Στο χώμα το κορμί μου,

στα ύψη η ψυχή μου

και το πνεύμα μου.

 

Ελλάς,  εαυτέ μου,

φίλε κι οχτρέ μου,

φέγγος θα γίνω

φως να σου δίνω.

Στο σκότος που τρέχεις,

θέλω να βλέπεις ,

μη σύρεις στα δεινά σου,

στ’ άγριο πέρασμά σου,

πια τα παιδιά σου.

 

Έδωκες φως σε άλλους,

ανελέητους φαύλους,

τους έκαμες μεγάλους…

Και συ με σπαρματσέτο,

με άδειο μουσκέτο,

στη Δεξιά σου χείρα

λάζο σού θέτουν.

Μαχαίρι  μαζί τους

και συ αντάμα,

σα μάνα-μαινάδα

ορθώνεις τη λάμα,

τη μπήγεις στις γέννες σου…

 

Στο χώμα το κορμί μου,

στα ύψη η ψυχή και το πνέμα μου.

Θύτη μου, εσύ, πατρίδα

με έλξη στην Ελπίδα,

για λίγο τοις Έλλησι φως…

Μ’ αντ’ αυτού

στου χλωμού σου του φέγγους

τη σκιά βίωσα.

Στην υστερνή μου ανασεμιά σ’ αφήνω,

μάνα Ελλάδα,

Λέγκω -Λέγκω μοναχιά,

το στερνό μ’  αντίο σ’ αφήνω…

 

Εν τάχει στου κόσμου το πλοίο

οδεύω στο Νιμπίρου

σιμά στον Ιλέκιουμ.

Σ’ αφήνω. μητέρα ,

πνιγμένη στα γέλια

χωρίς τους χιτώνες σου.

 

Σ’ αφήνω εν τάχει,

μ’ απόσεισε πια από τη ράχη

τον όποιο αλλότριο

που κουβαλάς στην πλάτη.

Απόσεισε αυτούς που σου ’χουν κλέψει τα κάλλη,

Αγγλοσάξονες, Σλάβοι,

Φράγκοι, Τούρκοι, Αμερικάνοι.

Κι έχεις κι όλο  δίνεις,

και τίποτα δεν παίρνεις.

 

Είθε νέοι θεοί του Ολύμπου

απ’ τη στάχτη να σε βγάλουν

και ως φοίνιξ να ίπτασαι,

ώσπου πάλι να ανοίξεις

μια νέα πανδώρεια κάσα

και να πέσεις με μαζόχειο ζήλο

προς τα πέτρινα έτη

και στα ανεπίτρεπτα

τα σφάλματα του χτες:

Μαύρο ’97, ’22, Τετάρτη Αυγούστου,

Εμφύλιος, Ι.Δ.Ε.Α., Α.Σ.Π.Ι.Δ.Α.,

Χούντα, Π.Α.Κ. , «17 Νοέμβρη» …

 

Και το υποσυνείδητο να στο βαραίνει

η τύψη για την δολοφονημένη Αριστερά.

 

Και μετά, άντε πάλι,

ναυτικό θα σε δω

στη  Σονόρα ,

σ’ ένα κάποιο λιμάνι.

Με λατίνες  χορεύτρες

και στη σάμπα δοσμένο,

το θερμό σου κεφάλι.

Σ’ ελλοχεύουν Λατίνοι,

μαχαιριές θα σου δώσουν.

Θα γιάνεις και ξανά στο καράβι,

σ’ ένα μπάκτονα πάνω,

τα πλευρά του βαποριού να βάφεις,

βουτηγμένος στη μπογιά, στο κατράμι.

Κι ο τορός απ’ τα ράμματα,

που σου ’ράψαν το μπράτσο,

δεν θα σβήσει ποτές.

 

Σα μαϊμού θα πηδάς

απ’ αμπάρι σ’ αμπάρι,

από χαρά

που σε κοίταξε

η λάγνα Σιαμέζα εχτές,

στης ζεϊμπεκιάς σου τις στροφές.

Σα μαϊμού θα πηδάς

απ’ αμπάρι σ’ αμπάρι,

με χαρά ξεπαρθένου πρωτάρη…

 

Σε τρεις μήνες θα σε δω,

άντε πάλι ,

στην Ινδονησία,

μ’ άσπρο  αλαφρό κουστούμι

σιδερωμένο στην τσάκα.

Με μπαμπού θα ’ναι φτιαγμένα

τα μπορντέλα,

σε Μανίλα, Ιάβα και Βόρνεο.

 

Εξ Αμβούργου  αφιχθείς,

μπάρκο-ξεμπάρκο

νωρίς θα σε δω

σε μια κάποια  πλατφόρμα

στο σταθμό του Μονάχου.

Αριθμός θέσης χύμα,

Στίβα στο «Ακρόπολις Εξπρές» ,

Σλάβο εργάτη κοντραστάρεις,

Τούρκο, Γκρεκό, Ιταλό.

Γκασταρμπάιντ τούς χλευάζεις,

ξύλο και μπουνιές αλλάζεις

για το αίμα

που τους πίνουν βιομηχάνοι ληστές.

Και ξεχνάς τους δικούς σου νταβατζήδες,

τους τζέδες τους εφοπλιστές.

Στα παπόρια είσαι λεύτερος,

τους λες με κάργα βρισιές.

Και να, η Ντόιτσε Πολιτσάι

σε κλειδώνει

σε μπουντρούμι ογρό,

με Τούρκο συγκρατούμενο ∙

τον βλέπεις σαν οχτρό…

 

Ώσπου να ’ρθει ο συρμός να σε πάρει,

και τρεις μέρες μετά,

στις 21 τ’ Απρίλη,

εν έτει 1967,

με τη Χούντα αγκαλιά…

-«Έλεος! Ναυτικός είμαι,

μη με χτυπάτε, ρε παιδιά»,

- «Άι κόψε, ρε πούστη, τα μαλλιά!

Ο στρατός κυβερνά, ρε κωλοπαιδαρά.»…

 

Με παπόρι που στην πρύμη ανεμίζει

συμφερόντων αλλότριων ξεφτισμένη παντιέρα,

μηχανικός, καπετάνιος, μαρκόνης,

μαραγκός, τζόβενο,

ναύτης Έλλην του ξενιτεμού θα ’σαι,

στων εθνών τα λιμάνια θα πλανάσαι

και θα αφηγάσαι,

α που λες, θα ιστοράς

και θα εξιστοράς

της Ελλάδας τα κάλλη;

 

Μη τα βάζεις με τον Γραικό εμέ!

Θα σε δω πάλι, Ελλάδα.

Μη φοβού

θα σε δω με μια νέα χούντα,

η οποία θα  σου σφίγγει τη ζώνη

στο οικονομικό.

 

Δειχτικά  κορδωμένος

στη Μανίλα

του αλήτη του Μάρκος

και της λάγνας Ιμέλντας,

Σα βατράχου το στέρνο

που από φόβο φουσκώνει διπλό,

θα αφηγάσαι, που λες,

για χαμένες πατρίδες.

Που ’ν στ’ αλήθεια σπαρμένες

με της τέχνης τα θάματα,

Τα μασκουλά σου δεν κιοτεύουν,

θα βαστούν εσαεί και τ’ αψήλου

τα Αρχαία σου Λάβαρα.

 

Άλλοτες θα σε δω, χαραΐς, χαραΐς,

αυτοηδονιζόμενο

σε κακόφημη ρούγα του Ρότερνταμ,

να εκσπερματώνεις σε κυβερνητικό κτήριο.

Τον τοίχο, με το σπέρμα σου λεκιάζεις,

και το στόμα σου φτύνει το σοβά

και τη σκόνη του τοίχου,

που ο φαλλός σου λέρωσε.

 

Η γλώσσα σου βλάσφημος θα ’ναι

για τη μαύρη Μολούκα,

την  ξανθή Ολλανδή,

που σου πήραν τις γκίρλες

και δεν σου ’βγάλαν

τα μπούτια στο μεϊντάνι

και τα σκέλια στη χαύδα

για δυο-τρία του φαλλού ξεσπερματώματα,

άντε τέσσερα πες.

 

Και, α που λες,

άκου Λέγκω ,

η Ιστορία,

ως αλάθητη αργαλίστρα,

ματαϋφαίνει το μέλλον στο χθες.

 

Πρόσεχε,

τα τελευταία 104 έτη

έχεις κάνει λάθη σωρηδόν.

 

Στο χώμα το κορμί μου

Στα ύψη η ψυχή

και το πνεύμα μου.

Πατρίδα, χείρα σου τείνω,

του κόσμου το πλοίο

μ’ οδεύει στο Νιμπίρου

σιμά στον Ιλέκιουμ …

Σ’ αφήνω με ένα ψέλλισμα αχνό

γιομάτο αντίο.

 

Πατρίδα, λίγο σε είδα

πεσμένη ως άγριο ζώο

μες σε βαθιά παγίδα

Κοίταξε να ξυπνήσεις ,

να αλλάξεις τη σελίδα!

 

Άντε κουνήσου, Λέγκω!

Ξεκόλλα πια απ’ εκεί.

Εκεί  όπου σε έχουνε

πετάξει οι «σύμμαχοί» σου…

Ξεκόλλα τώρα κι άλλαξε

τη μαύρη αυτή σελίδα.

Κι από του Ταϋγέτου βγες

τη σκοτεινή παγίδα!...

 

(Γιατί,  έτσι δα που έγινες

έτσι όπως είσαι τώρα,

μαζί σου όλοι τους γελούν

και σένα παίρνει η μπόρα…

 

Σε κοιτούν αφ’ υψηλού

σε βλέπουν  μ’ αηδία,

υπ’ όψιν  δεν σε παίρνουν

και σε βρίσκουν αστεία…)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση