αρχική σελίδα ποίηση Για ένα ταλαίπωρο Σκιαθίτη αντάρτη παλικάρι
Για ένα ταλαίπωρο Σκιαθίτη αντάρτη παλικάρι PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - ποίηση
Συντάχθηκε απο τον/την Άλφα Νικηφόρος   
Πέμπτη, 27 Μαίου 2010 22:51


Σχετική εικόνα

1981

Σε ένα συχωρεμένο ταλαίπωρο Σκιαθίτη αντάρτη.

 

Ακούγονταν φωνές και φασαρία

και κάπου –κάπου παλαμάκια δυνατά

κι ύστερα ένα επιφώνημα: ‘Αούααα…’,

σαν χορωδία, από μεγάλους και παιδιά.

 

Παράσταση αθλητική έδινε πάλι,

ο δόλιος να κερδίσει λίγα λεφτά,

ήταν ανάπηρος, του ‘λειπε το ποδάρι,

κανείς δεν του ‘δινε αληθινή δουλειά.

 

Φορούσε ένα μαγιό πολύ φθαρμένο

και από πάνω ήτανε γυμνός,

χοροπηδούσε, να κρατάει ισορροπία,

τον εφοβόσουν και συνάμα απορούσες

«αυτός ο γίγαντας πως έμεινε κουτσός;»

 

Λυγούσε σίδερα ματώνανε τα μπράτσα,

έκοβε πρόκες με τα δόντια στη στιγμή,

του σπάζανε μια πέτρα στο κεφάλι

μ’ ένα μεγάλο και θεόρατο σφυρί!

 

Πόνο δεν ένοιωθε το μισερό κορμί του,

τον είχε χάσει κάποτε σε κάποια κλινική,

τότε που ήτανε αντάρτης παλικάρι,

λαβώθηκε από σφαίρα αδελφική.

 

Τον άρπαξαν, τον έδεσαν σε πάγκο,

δυο ασυνείδητοι του συστήματος γιατροί

μ’ ένα πριόνι και χωρίς να τον ναρκώσουν,

του ‘κόψαν το ποδάρι οι τρελοί.

 

Όταν τελείωνε τ΄ αθλητικά του κόλπα,

και ‘τοιμαζόταν δίσκος για να βγει,

οι πιο πολλοί την είχαν κοπανήσει

κι αυτά που μάζευε φτάνανε μόνο για κρασί.

 

Ήταν περήφανος, ελεημοσύνη δεν ζητούσε,

τα χέρια του ατσάλι δυνατό,

άδειαζε βόθρους και καθάριζε υπονόμους,

για ένα μεροκάματο φτωχό.

 

Τους άλλους τους σακατεμένους,

που πολεμήσαν από την άλλη τη γραμμή,

τους είχανε λιγάκι βολεμένους,

ένα περίπτερο ή κάποια σύνταξη μικρή.

 

Έτσι περνούσε η ζωή μέσα στη φτώχεια,

μεσ΄ στη μιζέρια και η πλειοψηφία η τοπική,

στο περιθώριο τον είχε κατατάξει,

τι κι αν προσέφερε το πόδι του γι αυτή;

 

Πέρασαν χρόνια κι ο ταχυδρόμος τον ζητούσε,

τον έψαχνε, τον γύρευε παντού,

είχανε βγάλει ένα επίδομα να πάρει,

μα ο Αούας, είχε σβήσει προ πολλού!

Το ποίημα έγραψε ο Άλφα Νικηφόρος