αρχική σελίδα ποίηση Σκιαθίτικη Καμάρα
Σκιαθίτικη Καμάρα PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - ποίηση
Συντάχθηκε απο τον/την Φυλτζανίδης Δημήτρης.   
Παρασκευή, 05 Οκτωβρίου 2012 21:18

Το ποίημα αυτό το εμπνεύστηκε ο φίλος μας ο Δημήτρης Φυλτζανίδης, ο Σκιαθίτης εργάτης που είναι περήφανος, γιατί μπορεί και εργάζεται για το μεροκάματο και ο οποίος θα μπορούσε να περάσει άβρεχους πολλούς μεγαλοσχήμονες στην απέναντι στεριά, αν χρειαζόταν.

Ένα πνεύμα σπάνιο, ο Δημήτρης, πνεύμα σπάνιας οξύτητας και ζωντάνιας, ένας άνθρωπος μοναδικού θάρρους για τον αγώνα της ζωής. Το ποίημα αυτό το έγραψε στο ............, στη Νότια Αμερική, μπαρκαρισμένος, κανά-δυο χρόνια πριν τελικά παντρευτεί την εκλεκτή της καρδιάς του, την Κλειώ, την οποία δεν ξεχνούσε "με όσες γκόμενες κι αν βρισκόταν", όπως μας λέει ο ίδιος.

"Ο νους μου ήταν σ' αυτήν", εξομολογείται με περηφάνια ο Δημήτρης. 
Το ποήμά του αυτό το κάνει δώρο -εκτός από την Κλειώ- και στην άλλη μεγάλη του αγάπη, δηλαδή στο νησί του, στη Σκιάθο του, όπως την έχει μέσα στην καρδιά του και όχι όπως την εκατάντησαν οι ανεπαρκείς και ασεβείς διοικούντες της, τις τελευταίες δεκαετίες...
 Και θεωρεί ότι και σήμερα η  Σκιάθος του θα μπορούσε να έχει ξανά μια δική της 'Καμάρα', με  λόγια γραμμένα από έναν σύγχρονο Σκιαθίτη λαϊκό ποιητή, όπως επάξια είναι ο ίδιος.
Ας απολαύσουμε, λοιπόν, τη δική του "Σκιαθίτικη Καμάρα"!
                                                                                                                                                                                                            Η Διεύθυνση της ιστοσελίδας μας.

Σκιαθίτικη Καμάρα

Το ποίημα αυτό το 'γραψα για τη γυναίκα μου, Κλειώ,
και το αφιερώνω στο Σύλλογο Γυναικών Σκιάθου.


Το κλάμα μ' πάρε, ωκεανέ,
κι αντάριασε για μένα,
όπως μ' αντάριασε ο νους
και βρέθηκα στα ξένα
για το απάθειο μιας γυνής...
Άδε μαζί με μένα
άσματα πονεμένα.

Άδε, για μιας αγάπης τ' όνειρο
οπού εκατρακύλησε
ωσάν Σισσύφειος λίθος
κι άφηκα γλαύκο και κυανό
και ντύθηκα στο γκρίζο.
Κι όσο δεν μου μερώνει ο νους
θε να σε αρμενίζω.
Σκιάθο μ' , ωιμέ, συγχώρα με
που δεν παλιννοστίζω,
για την καρδιά μιας άπονης
τα πέλαγα γυρίζω.

Τον πόνο μ' πάρ’, ωκεανέ
και κύμα κάν' τον μέγα,
των ομματιών μ' τα δάκρυα
ας σμίξουνε με σένα.
Στο έρεβός σου το βαθειό
λεβέντες ναύτες έβανες,
βάνε, 'μαθές, και μένα.
Στη γειτονιά μ' την όμορφη
την Άγια Τριάδα
οι φίλοι και τ' αδέλφια μου
να σύρουν την Καμάρα.

Πρώτη να σύρει το χορό
η λυγερή, η πλάνα.
Κρίνε στη δόλια μάνα μου
να μην εβάλει μαύρα.
Κρίνε της πως με κάλεσε

ο Ποσειδών σε γάμο,

κι απ’ του πελάου τ’ απύθμενα

ότι ναυτολογάω.

                                   Δημήτρης Φυλτζανίδης, ο Σκιάθιος.