αρχική σελίδα πολιτισμός ΣΟΦΙΑ ΑΔΑΜΙΔΟΥ: 1982-2012… 30 χρόνια μετά, όλα θυμίζουν τον Μάνο Λοΐζο!

εγγραφή χρήστη



Δημοφιλή

ΣΟΦΙΑ ΑΔΑΜΙΔΟΥ: 1982-2012… 30 χρόνια μετά, όλα θυμίζουν τον Μάνο Λοΐζο! PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - άρθρα για τον πολιτισμό
Συντάχθηκε απο τον/την ΣΟΦΙΑ ΑΔΑΜΙΔΟΥ (δημοσιογράφος του "Ριζοσπάστη")   
Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012 20:25

  
  Αποτέλεσμα εικόνας για μάνος λοΐζος


Με αφορμή τη συμπλήρωση στις 17 Σεπτέμβρη του 2012 των 30 χρόνων από το θάνατο του Μάνου Λοΐζου, αναδημοσιεύουμε από τον «Κυριακάτικο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ» της 9ης του Σεπτέμβρη το παρακάτω εκτεταμένο απόσπασμα από το άρθρο-αφιέρωμα της Σοφίας Αδαμίδου (Σ.Α) στον αξέχαστο αγωνιστή μουσικό δημιουργό

 

 

  «Τ' όνειρό σου ανασταίνω»...

   ...Ο δρόμος του είχε τη δική του ιστορία. Μια ιστορία σύντομη, μοναδική και μεγάλη. Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται στις 17 Σεπτέμβρη από το θάνατο του Μάνου Λοΐζου, του μελωδού της ψυχής μας, του καλλιτέχνη που στο σύντομο διάβα του από τη ζωή πρόσφερε μια μεγάλη σε ποιότητα δημιουργία, η οποία παραμένει ζωντανή και συνεπαίρνει με την ίδια δύναμη εδώ και χρόνια. Ο αιφνίδιος, πρόωρος θάνατός του αναμφίβολα άφησε ένα μεγάλο, δυσαναπλήρωτο κενό στην ελληνική μουσική δημιουργία. Ο θάνατος τον βρήκε σε ηλικία μόνο 45 χρόνων, το 1982, τη μέρα που ξεκινούσε στην Αθήνα το Φεστιβάλ ΚΝΕ - «ΟΔΗΓΗΤΗ» και η πικρή είδηση του θανάτου του σκόρπισε απέραντη θλίψη στους συντρόφους του, στο λαό που τον αγάπησε και τον τραγούδησε... Ο ταλαντούχος καλλιτέχνης, ο ασυμβίβαστος άνθρωπος είχε αφήσει την τελευταία του πνοή, σε νοσοκομείο της Μόσχας, στο οποίο με τη φροντίδα του ΚΚΕ είχε μεταφερθεί και νοσηλευόταν, βαριά άρρωστος, με την ελπίδα να σωθεί από το βέβαιο θάνατο.

 

  Χρήστος Λεοντής: «Ο Μάνος τράβηξε τα πράγματα μπροστά»

   Η σχέση του Χρήστου Λεοντή με τον Μάνο Λοΐζο είναι πολύ παλιά και όπως ο ίδιος λέει ήταν μια σχέση «πάνω από αδελφική». Και συνεχίζει μιλώντας στον «Ρ»: «Όλος ο κόσμος έχασε τον Μάνο αλλά έχει τα τραγούδια του, όπως κι εγώ, αλλά εγώ έχασα τον φίλο μου. Κατά συνέπεια, ό,τι κι αν πω για τον Μάνο δεν μπορεί παρά να έχει και το συναισθηματικό φορτίο. (…) Ξέρετε, όλοι λίγο - πολύ από κάπου έχουμε επηρεαστεί. Η δική μου μουσική είναι επηρεασμένη από τη βυζαντινή και τη μουσική της Κρήτης. Παλιότεροι συνθέτες αλλά και νεότεροι έχουν επηρεαστεί από το ρεμπέτικο. Ο Μάνος ήταν ένας από αυτούς. Όμως, ο Λοΐζος τράβηξε τα πράγματα μπροστά. Έδειξε με τη συνθετική του δημιουργία την πρόοδο που μπορεί να υπάρξει στην παράδοση. Δε μιμήθηκε. Το πήγε παραπέρα».

    Ταλέντο, ευαισθησία, αλήθεια

    Αναμφίβολα, ο Μάνος Λοΐζος υπήρξε μια από τις σημαντικότερες δυνάμεις του νεοελληνικού τραγουδιού, καταθέτοντας μουσική μεγάλης έμπνευσης και ταυτόχρονα οικεία και κοσμαγάπητη. Λάτρης του λυρισμού, όπως έχει πει ο Μίκης Θεοδωράκης, «ήταν μια πλαγιά πολύχρωμα λουλούδια που έλαμπαν, καθώς τα χτυπούσε ο ήλιος. Και θα λάμπουν για πάντα και πιο πολύ, όσο θα υπάρχει και θα λάμπει στον κόσμο αυτός ο μοναδικός ήλιος: Η καρδιά του ανθρώπου».

   Το έργο του παραμένει ζωντανό, συνεχίζει να φωλιάζει στις καρδιές και να συνεπαίρνει με την ίδια δύναμη εδώ και χρόνια. Ποιος, άραγε, δεν έχει τραγουδήσει κομμάτια, όπως το «Αχ χελιδόνι μου», «Άλλο τίποτα δε μένει», «Λιώνουν τα νιάτα μας», «Τσιμινιέρα», «Το μερτικό μου απ' τη χαρά», «Η μέρα εκείνη δε θ' αργήσει», «Το νανούρισμα», «Ο γέρο - νέγρο Τζιμ», «Τέλι τέλι», «Γερνάς και σκοτεινιάζει», «Πρώτη Μαΐου», «Τσε», «Σ' ακολουθώ», «Μη με ρωτάς», «Η κουτσή κιθάρα», «Ο δρόμος», «Τρίτος παγκόσμιος» και τόσα άλλα;

   Τραγούδια που αποκτούν ολοένα και περισσότερους φίλους, που τα μοιράζονται και τα ξαναμοιράζονται γενιές ολόκληρες. Τραγούδια που τραγουδιούνται με απίστευτο ενθουσιασμό, πάθος και αγάπη. Γιατί, πολύ απλά, η μουσική αυτή δημιουργία, που προέρχεται από το ταλέντο αυτού του ανθρώπου, από την ευαισθησία, την ποιότητα, τη φρεσκάδα, την αίσθηση ελευθερίας, την αλήθεια, την ομορφιά, είναι μια δημιουργία παλλόμενη, ζωντανή, που πρωτοείδε το φως μέσα στη δεκαετία του '60, των Λαμπράκηδων, των συνεχών διαδηλώσεων για το 114, των δυναμικών φοιτητικών, κοινωνικών και πολιτικών αγώνων και που έπεφτε σαν δροσιά στους διψασμένους για ομορφιά, αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη. Ένα έργο που μας προσκαλεί και μας ξαναπροσκαλεί να αφουγκραστούμε τους χτύπους της καρδιάς του, που είναι οι χτύποι της δικής μας καρδιάς.

 

    Φάρος φωτεινός το έργο του

    Η δημιουργία του έχει ριζώσει και στις καρδιές των νέων. Είναι φάρος στη σημερινή καταιγίδα, στη λαίλαπα της ασχήμιας. Όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα, είναι περισσότερο παρά ποτέ αναγκαία η υπενθύμιση στους νέους ότι υπήρξαν και υπάρχουν άνθρωποι που ενδιαφέρονται για έναν πολιτισμό ουσίας. Για έναν πολιτισμό ο οποίος συνδυάζει την ψυχαγωγία με αξίες και αρχές που δεν τους κάνουν να ντρέπονται και που έχουν να κάνουν με ολόκληρο τον ψυχικό τους κόσμο.

     Στην Αλεξάνδρεια όπου γεννήθηκε, περνούσε σχεδόν κάθε μέρα από το δρόμο που μένανε, ένας γερο - βιολιστής. Κρατούσε ένα χειροποίητο βιολί, δικής του κατασκευής, με το οποίο έπαιζε μ' ένα δικό του τρόπο και παράλληλα τραγουδούσε. Ο Μάνος Λοΐζος θυμόταν με τι λαχτάρα τον περιτριγύριζαν όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Ώσπου μια μέρα ο πατέρας του, του αγόρασε ένα βιολί και άρχισε κανονικά μαθήματα. Μετά ήρθε στο σπίτι, δώρο του θείου, μια κιθάρα και μετά απέκτησε και πιάνο. Κάπως έτσι άρχισαν όλα.

    Ο ερχομός του στην Αθήνα, το 1955, συμπίπτει με την εμφάνιση του Μάνου Χατζιδάκι, την εμφάνιση των πρώτων τραγουδιών του Χατζιδάκι σε δίσκους, «Χάρτινο το φεγγαράκι», «Λατέρνα» κ.λπ. «Δε θα ξεχάσω - έλεγε - τι εντύπωση μου έκαναν εκείνα τα τραγούδια. Εξάλλου όλη η Ελλάδα έζησε τότε τη γοητεία της μουσικής του Χατζιδάκι». Τα επόμενα χρόνια άρχισε να ανακαλύπτει το λαϊκό τραγούδι. Γύρω στα 1960 ανοίγει μια νέα εποχή, η εποχή του Θεοδωράκη. «Και αυτό κρατάει μέχρι σήμερα - είχε πει ο Λοΐζος - και ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης έχει πάρει πια τη μορφή ενός θρύλου, είτε το θέλουμε είτε όχι. Μέσα σε όλα αυτά λοιπόν, και σε πολλά άλλα αναπτύχθηκε και η δική μου μουσική πορεία. Πρωτόγραψα τραγούδια από τα εφηβικά μου χρόνια κι εξακολουθώ να γράφω, κατά κύριο λόγο γιατί αγαπώ το τραγούδι σαν μορφή έκφρασης, σαν μορφή επικοινωνίας και πολιτικής πράξης πολλές φορές».

 

    Οι αγώνες πηγή έμπνευσης

   Στα μέσα της δεκαετίας του '50 έρχεται στην Αθήνα για σπουδές, στην αρχή στη Φαρμακευτική Σχολή και αργότερα στην Εμπορική. Αφήνει και τις δύο, αφού ήδη τον έχει κερδίσει η μεγάλη του αγάπη: Η μουσική. Το «Τραγούδι του Δρόμου» του Λόρκα, που το βρίσκει στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (σε μετάφραση του Νίκου Γκάτσου), τον εμπνέει. Το μελοποιεί και στις αρχές του '62, με ερμηνευτή τον Γιώργο Μούτσιο, θα κυκλοφορήσει τον πρώτο του (μικρό) δίσκο. Ενεργό μέλος, όπως πολλοί νέοι καλλιτέχνες, του «Συλλόγου Φίλων Ελληνικής Μουσικής» (ΣΦΕΜ) αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Χορωδίας του στην παράσταση της «Όμορφης Πόλης» του Μ. Θεοδωράκη στο «Παρκ» (1962). Ένα χρόνο αργότερα, διευθύνει τη χορωδία στην παράσταση των Χατζιδάκι - Θεοδωράκη «Μια πόλη μαγική» (την ορχήστρα διευθύνει ο Χρήστος Λεοντής), όπου οι δύο νέοι συνθέτες παρουσιάζουν και κάποια δικά τους τραγούδια. Το 1964, ο ΣΦΕΜ διοργανώνει την πρώτη κοινή συναυλία των Μ. Λοΐζου - Χρ. Λεοντή, στο «Ακροπόλ» με τραγούδια τους σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, Φώντα Λάδη και Μάρως Λήμνου, της πρώτης συζύγου του Μ. Λοΐζου και μητέρας της μοναχοκόρης του Μυρσίνης. Τα έσοδα της συναυλίας διατίθενται στο Δ' Πανσπουδαστικό Συνέδριο. Σ' αυτήν την εκδήλωση, ο Μ. Θεοδωράκης θα προσφέρει ως δώρο στους δύο νέους συναδέλφους του την πέτρα, που του είχε περάσει ξυστά στο κεφάλι, όταν διηύθυνε τον «Επιτάφιο» στη Νάουσα, το 1961.

   Το κλίμα της εποχής, οι δημοκρατικοί αγώνες του 1964 - '65 δεν τον αφήνουν αδιάφορο και τα τραγούδια που γράφει εκείνη την περίοδο είναι εμπνευσμένα από αυτούς. Ήταν η περίοδος που οι μπουάτ γίνονταν τόπος συνάντησης των φοιτητών της γενιάς του 114 και του 15% για την Παιδεία, οι οποίοι μαζί με τα τραγούδια του Μίκη τραγουδούν με πάθος τα τραγούδια του Μάνου: Το «Δρόμο», τον «Στρατιώτη», το «Ακορντεόν», τον «Τρίτο Παγκόσμιο». Είναι τα τραγούδια (τα δύο πρώτα σε στίχους Κωστούλας Μητροπούλου και τα άλλα σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη), που σημαδεύουν την πορεία του συνθέτη και του ανοίγουν το δρόμο για πλατιά αναγνώριση.

 

    Ιδεολογικά στρατευμένος

    Η ιδεολογική στράτευση του Μάνου Λοΐζου, η ευαισθησία του για τους αδικημένους, η αλληλεγγύη του στους αγωνιζόμενους για έναν καλύτερο κόσμο βρίσκουν καλλιτεχνική έκφραση σε έργα, όπως τα «Νέγρικα» σε ποίηση του Γιάννη Νεγρεπόντη, τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά στη Φοιτητική Εβδομάδα της Ανωτάτης Βιομηχανικής, με ερμηνευτές την Μαρία Φαραντούρη και τον Γιώργο Ζωγράφο και στη συνέχεια στη θρυλική συναυλία της ΕΦΕΕ, στις 19 Απρίλη του 1967, με τη συμμετοχή του Διονύση Σαββόπουλου. Τα τραγούδια αυτά, που αναφέρονται στον αγώνα επιβίωσης των μαύρων της Αμερικής, θα κυκλοφορήσουν σε δίσκο πολύ αργότερα, το 1975, καθώς είναι στις μαύρες λίστες της δικτατορίας κι έχουν απαγορευτεί, όπως εξάλλου και τα άλλα μέχρι τότε τραγούδια του. Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών ήταν η αιτία της μη πραγματοποίησης της τρίτης συναυλίας με τα «Νέγρικα», που οργάνωνε η Πανσπουδαστική για τις 21 Απρίλη του '67.

    Με συγκίνηση θυμάται ο Θ. Μικρούτσικος εκείνη τη συναυλία, που, όπως λέει, «δεν έχει πολυσυζητηθεί από τους "ιστορικούς" του ελληνικού τραγουδιού. Έγινε στις 19 Απριλίου 1967, στο θέατρο "Κεντρικό", όπου ο νέος τότε συνθέτης Μ. Λοΐζος (δεν είχε κλείσει ακόμα τα 30) παρουσίαζε τα "Νέγρικα" τραγούδια, μ' έναν ιδιαίτερο τρόπο (σ.σ. και με μια ξεχωριστή ορχήστρα). Στο πιάνο έπαιζα εγώ (ήμουν 19 χρόνων), σε ένα όργανο από τους προγόνους των λεγόμενων συνθεσάιζερ, που είχα στο σπίτι μου, έπαιζε ο Λοΐζος, κιθάρα ο Διονύσης Σαββόπουλος, τραγουδούσε η νεαρή τότε Μαρία Φαραντούρη και επίσης σε άλλα δύο όργανα ήταν δύο πολύ αξιόλογοι καλλιτέχνες εκείνης της εποχής, ο Τζίμης Τζιμόπουλος, ένας από τους γνήσιους ροκάδες της δεκαετίας του '60 και ο Πετροπουλάκης. Μετά από πάρα πολλές πρόβες δώσαμε αυτή τη συναυλία, που είχε ένα ιδιαίτερο σφρίγος και παλμό. Τα τραγούδια του Μάνου ήταν εξαιρετικά, η Φαραντούρη τραγουδούσε εκπληκτικά, εμείς παίζαμε με όλο το πάθος μας και μάλιστα ήταν τόση η καλλιτεχνική επιτυχία της συναυλίας, που οι οργανωτές είπαν ότι θα την επαναλάμβαναν "μεθαύριο". Το "μεθαύριο" ήταν η 21η Απριλίου 1967».

    Υπέρμαχος της στρατευμένης τέχνης

   Με τον ερχομό της δικτατορίας και με τον κίνδυνο της σύλληψης να παραμονεύει, ο Μ. Λοΐζος επιλέγει την αυτοεξορία στην Αγγλία. Επιστρέφει, όμως, στις αρχές του '68. Μέσα στην καταχνιά της χούντας γράφει τραγούδια, που γίνονται επιτυχίες, με ερμηνευτές κυρίως τους Γιώργο Νταλάρα και Γιάννη Καλατζή. Κυκλοφορεί τους δίσκους «Ο Σταθμός», «Θαλασσογραφίες» (και οι δύο σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου). Με το τραγούδι «Σεβάχ ο Θαλασσινός» κάνει την πρώτη του εμφάνιση ως ερμηνευτής και η μεγάλη επιτυχία του τον οδηγεί στην ερμηνεία και άλλων τραγουδιών του. Στη συνέχεια, γράφει τη μουσική για την ταινία του Αλέξη Δαμιανού «Ευδοκία» και το «Να 'χαμε τι να 'χαμε». Παράλληλα, συνθέτει και πολλά κομμάτια που τα τραγουδά «σε φιλικό κύκλο» και δεν ακούγονται «ποτέ έξω από τους τέσσερις τοίχους μιας κάμαρας», όπως ο ίδιος έλεγε. Ανάμεσά τους ο «Τσε», ο «Μέρμηγκας», τα «Συρματοπλέγματα», το «Μη με ρωτάς». Στην περίοδο 1974 - '76, ακολουθούν οι κύκλοι «Καλημέρα ήλιε», «Τα τραγούδια του δρόμου», «Τα τραγούδια μας». Τα τελευταία, σε στίχους του Φώντα Λάδη, είναι λαϊκά, πολιτικά τραγούδια, με αναφορές σε καυτά κοινωνικά προβλήματα, σε απεργίες και αγώνες της εργατικής τάξης, που ερμηνεύονται από τον Γ. Νταλάρα. Ανάμεσά τους τα «Πάγωσε η τσιμινιέρα», «Λιώνουν τα νιάτα μας», «Το Δέντρο». Το 1979 κυκλοφόρησαν τα «Τραγούδια της Χαρούλας», με ερμηνεύτρια την Χαρούλα Αλεξίου, σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη (τρία του Πυθαγόρα): «Τίποτα δεν πάει χαμένο», «Μες στο πλήθος», «Όλα σε θυμίζουν», «Γύφτισσα τον εβύζαξε» κ.ά. Ακολουθούν ο τελευταίος του δίσκος «Για μια μέρα ζωής» και μετά το θάνατό του τα «Γράμματα στην αγαπημένη», σε ποίηση Ναζίμ Χικμέτ.

   Στρατευμένος αγωνιστής, ο Μ. Λοΐζος και με το έργο και τους αγώνες του πορεύτηκε στο πλάι του ΚΚΕ, παλεύοντας για μια δίκαιη κοινωνία. Η στράτευση για τον ίδιο ενσαρκωνόταν στη «διαρκή εξυπηρέτηση της κοινωνικής συνείδησης», όπως έλεγε ο ίδιος. «Πρέπει να υπάρχει στρατευμένη τέχνη, γιατί μέσα στο δρόμο αυτής της σχολής μπορούν να βγουν αριστουργηματικά έργα. Αλλά το πιο σπουδαίο είναι ότι η στρατευμένη τέχνη είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στις χιλιάδες των φτωχών παιδιών που πεινάνε, αγωνίζονται και σκοτώνονται καθημερινά».

    Και το απέδειξε μέσα από πολλούς κύκλους τραγουδιών του, αφυπνίζοντας το κοινό και, παράλληλα, προσφέροντας γνήσια αισθητική απόλαυση. Έχοντας συνείδηση ότι «τα γρανάζια του ιμπεριαλισμού, με την εξουθενωτική εκμετάλλευση εκατομμυρίων ανθρώπων, βρίσκονται σε τρομακτική υπερλειτουργία στις δυτικές χώρες» και ότι «το τεράστιο τέρας που άλλοτε λέγεται φασισμός, άλλοτε μιλιταρισμός και άλλοτε δημοκρατία δυτικού τύπου - που δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσωπεία του ιμπεριαλισμού - στέκεται από πάνω μας απειλητικό», τόνιζε: «Η αντίδρασή μας είναι να ξεσκεπάσουμε και να φωνάξουμε μ' όλη μας τη δύναμη ενάντιά τους...».


                         Αποτέλεσμα εικόνας για μάνος λοΐζος