αρχική σελίδα ποίηση Οι σατιρικοί στίχοι του Γρηγόρη του Σπαρτιάτη για την κωμικοτραγική κατάσταση της κοινωνίας μας. (Μέρος δεύτερο)
Οι σατιρικοί στίχοι του Γρηγόρη του Σπαρτιάτη για την κωμικοτραγική κατάσταση της κοινωνίας μας. (Μέρος δεύτερο) PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - ποίηση
Συντάχθηκε απο τον/την Γρηγόρης ο Σπαρτιάτης   
Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012 09:51

Το «Ελεύθερο Βήμα των Πολιτών-www.sispirosi.gr» δημοσιεύει σήμερα το δεύτερο μέρος των σατιρικών στίχων του φίλου μας του Γρηγόρη του Σπαρτιάτη. Για μιαν ακόμη φορά θα διαπιστώσετε ότι, πίσω από την πηγαία σατιρική του διάθεση, το λαϊκό ποιητικό ταλέντο αποτυπώνει με απόλυτο ρεαλισμό την πίκρα και τον πόνο που η σκληρή καθημερινή ζωή σταλάζει στην ψυχή του βιοπαλαιστή και του ξωμάχου, του ανθρώπου που καθημερινά βλέπει να του καταπατάνε τη ζωή και τα όνειρα.

Κι όμως, αυτός, ο καθημερινός λαϊκός άνθρωπος, ακόμη και μέσα στην πίκρα και την απογοήτευση, ποτέ του δεν το βάζει κάτω. Παραμένει -όπως πάντα- μαχητής της ζωής και του ονείρου! Η σατιρική, θυμοσοφική του διάθεση και έκφραση, γίνεται καταφύγιο, ελπίδα και όπλο ακαταμάχητο. Για να παραμείνουμε αξιοπρεπείς άνθρωποι! Για να αντισταθούμε σήμερα και να νικήσουμε αύριο, πρέπει να κοιτάξουμε κατάματα και να χτυπήσουμε αλύπητα τις αιτίες του κακού. Αυτό κάνει, με το δικό του τρόπο, γι’ άλλη μια φορά, ο φίλος μας ο Γρηγόρης ο Σπαρτιάτης. Απολαύστε τους στίχους του!

                      1.

              Ο Μήτσος

Ήρθαν τρεις ξένοι στο χωριό,

ίσια τραβούν στη στάνη,

το Μήτσο ψάχνανε να βρουν,

το γιο του μπάρμπα-Γιάννη.

 

«Έλα, ρε Μήτσο, λεβεντιά,

να πάμε στην Αθήνα,

πούλα τα γιδοπρόβατα

και θα περάσεις φίνα!»

 

Καλά περνούσε κι όμορφα,

ώσπου ήρθε κάποια μέρα,

οι «φίλοι» του οι «γκαρδιακοί»

σκληρά τον κάναν πέρα.

 

Του ’φαγαν όλα τα λεφτά,

μπατίρη τον αφήσαν

και σαν πολύ κακό σκυλί

άσπλαχνα τον κλωτσήσαν.

 

Κι ο μπάρμπα-Γιάννης έσβησε,

πέθανε απ’ τον καημό του,

που έχασε τη στάνη του

και το μονάκριβό του.

 

 

                    2.

            Μονάχος…

Ένα τεφτέρι γέμισα,

να γράφω και να σβήνω,

ώσπου το αποφάσισα,

μονάχος μου να μείνω.

 

Μα τώρα το κατάλαβα

και καθαρά το είδα

πως μοναχός σου χόρευε

και όσο θέλεις πήδα!

 

Γυναίκες, φίλοι συγγενείς

την τσέπη μου κοιτούσαν,

αν είχα φράγκα δηλαδή,

τότε με αγαπούσαν…

 

Κορόιδο πια δεν πιάνομαι

και δεν στενοχωριέμαι,

που μοναχός μου το χορό

χορεύω. Ευχαριστιέμαι!

 

 

               3.

      Ψαροντούφεκο

Νύχτα με το φουσκωτό μου

και την τύχη στο πλευρό μου,

κάνει η θάλασσα κουμάντο,

μα και ’γω είμαι …κομάντο!

 

Έζησα, π’ ανάθεμά με,

ιστορίες να θυμάμαι,

γέμισα ένα βιβλίο∙

πολύ δύσκολο σχολείο…

 

Κάποιοι με κατηγορούνε,

μα μαζί μου αν θα ’ρθούνε,

ένα βράδυ και θα φτάσει

να τους …φύγει το καφάσι!

 

Μόνο σαν φυσάν μποφόρια

και κωλώνουν τα βαπόρια,

μ’ ένα τόσο δα βαρκάκι

βγαίνω για ψαρεματάκι.

 

Με βροχή και με χαλάζι

βγαίνω και δεν με πειράζει

δίχως ψάρι αν γυρίσω,

πάλι δεν θα βλαστημήσω.

 

Πειρατής που δεν κουρσεύει,

μα με κίνδυνο ψαρεύει

στα θαλασσινά τ’ αλώνια∙

Χάρε, σε παλεύω χρόνια…

 

                                           4.

                                      Πνεύμα

Η ύλη αγοράζεται, το πνεύμα όμως όχι

και ευλογία που σ’ αυτόν χαρίστηκε και το ’χει.

Νίψον τα ανομήματα, μη μόναν δε την όψιν∙

διαβάζεται κι ανάποδα στου μαχαιριού την κόψιν.

 

Ξυράφι είναι δίκοπο η γνώση και η σοφία,

γι’ αυτό και δεν την έχουνε όσοι φορούν λοφία.

Με ζόρι είναι αδύνατον τσούρμο να οργανώσεις,

ν’ ανοίξεις διάπλατα πανιά, θάλασσες να οργώσεις.

 

Κρέμες και μοσχοσάπουνα δεν βάζουνε στα χέρια

όσοι χαράζουν στο άγνωστο πορεία με τ’ αστέρια.

Ο πλούτος όπου κυβερνά θεριεύει η αδικία

κι ανθρώπους που ’χουν έλλειψη τους σπρώχνει στη μαγεία.

 

Κουμάντο αν κάνεις κι αρχηγός είσαι μες στη γαλέρα,

το δίχως άλλο,

σίγουρα,

θα ’σαι μεγάλη λέρα!

 

 

                             5.

                        Βουλή…

Γαϊδούρια μην γκαρίζετε και δε αντέχουμε άλλο∙

έχουμε πονοκέφαλο πάρα πολύ μεγάλο!

Σε σας το λέω, στη Βουλή, ποτέ που δεν ποιούσι:

Χορτάσαμε από ψέματα και δάση από «μούσι»!

 

Ό,τι υποσχεθήκατε στο τέλος βγήκε …μούφα,

μπλα-μπλα και μόστρα στο «γυαλί», λυσσάξατε στη λούφα!

Γραβάτες μην μοστράρετε και ακριβά κοστούμια,

γιατί θα ρίχνουμε αυγά! Κρυφτείτε στα λαγούμια!

 

Τα «θα, θα, θα» και φούμαρα τα φάγαμε στη μάπα

και τώρα, αν κάνετε εκλογές, θ’ αρπάξετε όλοι φάπα!

Πείτε μας ποίον «σώσατε», κλέφταροι και αγύρτες,

εμάς, τον κόσμο το φτωχό, ή, μήπως, …τραπεζίτες;

 

Δεν θα ψηφίσουμε ξανά προδότες και κλεφτρόνια!

Φουστάνια να φορέσετε, βγάλτε τα παντελόνια!


                           Γρηγόρης ο Σπαρτιάτης.