αρχική σελίδα ποίηση ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Στον άγνωστο ποιητή.
ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Στον άγνωστο ποιητή. PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - ποίηση
Συντάχθηκε απο τον/την Μουσικό-ποιητικό έργο του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ από τον κύκλο τραγουδιών "Αρκαδία IV" (Προλογίζει ο Νίκος Παπακωνσταντίνου, εκ μέρους της Σύνταξης της ιστοσελίδας μας)   
Σάββατο, 14 Απριλίου 2012 14:21
                 Και σήμερα, όπως και τότε… όπως πάντα:  Αγώνας ανειρήνευτος για τη Λευτεριά μας!  
                                          Ασίγαστη πάλη για την ΑΝΑΣΤΑΣΗ του Λαού μας!
   Το «Ελεύθερο βήμα των πολιτών» της Σκιάθου απευθύνει με την ευκαιρία της σημερινής γιορτής του Πάσχα τις πιο θερμές αγωνιστικές του ευχές σε όλους εσάς, τους φίλους και συναγωνιστές αναγνώστες του. Ευχόμαστε σε όλους σας υγεία, δύναμη κουράγιο και αισιοδοξία για τους μεγάλους αγώνες που έρχονται, για να λευτερώσουμε την πατρίδα μας από το ζυγό των διεθνών τοκογλύφων και των ντόπιων υποταχτικών τους, την απαίσια φάρα των καπιταλιστών-εκμεταλλευτών του εργατολαϊκού ιδρώτα.

 Πέρα από το παραδοσιακό θρησκευτικό της νόημα, η γιορτή του Πάσχα, η γιορτή της Ανάστασης έχει αποκτήσει για το Λαό μας εδώ και αιώνες ολόκληρους έναν εντελώς ιδιαίτερο συμβολισμό, μιαν εντελώς ξεχωριστή κοινωνική και πολιτική σημασία. Συμβόλιζε και συμβολίζει πάντα την ελπίδα για τη νίκη του μεγάλου οράματος, της εθνικής και κοινωνικής μας απελευθέρωσης, από κάθε μορφή σκλαβιάς, αδικίας και καταπίεσης. Συμβολίζει την αιώνια και ακατάλυτη ελπίδα για μιαν αληθινή και αμετάκλητη Ανάσταση και προκοπή αυτού του τόπου, μιαν Ανάσταση που σίγουρα θα ’ρθει γιατί το δέντρο της είναι καλά ριζωμένο, διαχρονικά, στους μεγάλους αγώνες και στις μεγάλες θυσίες των καλύτερων παιδιών του Λαού μας.

 Σε όλους μας είναι γνωστοί οι χιλιοτραγουδισμένοι στίχοι  από τη «Ρωμιοσύνη» του Γιάννη Ρίτσου:

«Κάτω απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους

κρατάνε της καμπάνας το σκοινί.

Προσμένουνε την ώρα να σημάνουν την Ανάσταση.»

Στίχοι που δένουν σε ένα αδιάσπαστο σύνολο το χτες και το σήμερα, τους ζωντανούς και τους αποθαμένους, τους αγωνιστές του σήμερα με τους θυσιασμένους για τη λευτεριά  μας, που γι’ αυτήν «…όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε!».

 Γιατί  είναι ο αγώνας για το δίκιο, την τιμή και τη λευτεριά του τόπου μας, ο αγώνας ενάντια στους κάθε λογής δυνάστες, καταχτητές και ντόπιους «Ιούδες και Φαρισαίους» αυτός ακριβώς που καταργεί το θάνατο. Γιατί είναι η ύψιστη προσφορά της θυσίας για την υπόθεση του Λαού, αυτή που μας δίνει κι εμάς το δικαίωμα να πιστεύουμε ότι ο τιμημένος θάνατος στη μάχη για το δίκιο και τ’ όραμα κατανικά την ίδια την έννοια του θανάτου κι ότι, τελικά, τούτος ο Λαός θα αναστηθεί «θανάτω θάνατον πατήσας», ότι η ζωή, «η νια Ζωή» θα θριαμβέψει οριστικά, στέλνοντας το ζόφο της τυραννίας στα αζήτητα της προϊστορίας του Ανθρώπου.

 Αυτή η Ανάσταση θα λέγεται οριστική κι αμετάκλητη νίκη του Λαού μας, κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας και της αληθινής δημοκρατίας,  σοσιαλιστική αναγέννηση της κοινωνίας μας.

 Στη σημερινή, κατάμαυρη πολιτική και κοινωνική συγκυρία η ιστοσελίδα μας αποφάσισε να στείλει το μήνυμα της Αντίστασης στους τυράννους του λαού και του τόπου μας με ένα ποίημα που γράφτηκε σε άλλους, ανάλογους πικρούς καιρούς, ένα αληθινό ποιητικό αριστούργημα που εμπνεύστηκε ο Μίκης Θεοδωράκης στη διάρκεια της εξορίας του στη Ζάτουνα της Αρκαδίας το 1968, για να πλάσει από αυτό έναν μεγαλειώδη παιάνα της λευτεριάς, έναν παιάνα που πέρασε στην αθανασία με την επική φωνή της Μαρίας Φαραντούρη, έναν ύμνο στην ασίγαστη πάλη του ελληνικού λαού με «θεούς και δαίμονες», ενάντια στο φασισμό, την αντίδραση και την υποτέλεια.

Σας το αφιερώνουμε με τη σκέψη ότι ένας Λαός σαν κι αυτόν, που γέννησε ένα 1821, μιαν Εθνική Αντίσταση, ένα ΕΑΜ, έναν ΕΛΑΣ και μια ΕΠΟΝ, έναν Δημοκρατικό Στρατό, ο λαός που ανέδειξε έναν Ρήγα Φεραίο, έναν Θόδωρο Κολοκοτρώνη, έναν Γιώργη Καραϊσκάκη, έναν Θανάση Διάκο κι έναν Γιάννη Μακρυγιάννη, ο λαός που έδωσε στην παγκόσμια επανάσταση έναν Άρη Βελουχιώτη, έναν Νίκο Μπελογιάννη, έναν Γρηγόρη Λαμπράκη, έναν Σωτήρη Πέτρουλα, (ή, πιο σωστά, που έδωσε χιλιάδες και χιλιάδες πρωτοπόρους και θυσιασμένους Βελουχιώτηδες και Μπελογιάννηδες και Λαμπράκηδες!), ο λαός που αντιπάλεψε το βόθρο και το βόρβορο της εφτάχρονης χούντας, και έστησε από την πάλη του το έπος ενός Πολυτεχνείου, ο Λαός που έδωσε στην παγκόσμια Λογοτεχνία έναν Σολωμό, έναν Κάλβο, έναν Παλαμά, έναν Καζαντζάκη κι έναν Σικελιανό, έναν Ρίτσο κι έναν Ελύτη, ο λαός αυτός σύντομα θα καταφέρει να κάνει σκόνη τις αλυσίδες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, της τρόικας και του ΔΝΤ, των «Μερκοζί», των Τόμσεν και των Ράιχενμπαχ, των "Παπαδήμιων" και ολάκερου του συνασπισμένου μαύρου, δοσίλογου  συρφετού, αυτού του αηδιαστικού φασισταριού της «Πασοκοδεξιάς», αυτού του βρομερού αληταριού και λωποδυταριού που λυμαίνεται τη ζωή μας!

Καλή Ανάσταση και καλόν Αγώνα, αδέρφια! Ακόμα τούτη η άνοιξη, ραγιάδες!

Με το δικό μας ιδρώτα, με το δικό μας καημό, με το αίμα μας θα ’ρθει, έρχεται, φτάνει το Πάσχα των Ελλήνων.

Καλή Λευτεριά!

 

Στον άγνωστο ποιητή

Ρήγα Φεραίε, σ’ εσέ κράζω!...

Από την Αυστραλία στον Καναδά

κι από τη Γερμανία στην Τασκένδη,

σε φυλακές, σε βουνά και σε νησιά,

διασκορπισμένοι οι Έλληνες…

 

Διονύσιε Σολωμέ, σ’ εσέ κράζω!...

Κρατούμενοι και κρατούντες,

 δέροντες και δερόμενοι,

διατάσσοντες και διατασσόμενοι,

τρομοκρατούντες και τρομοκρατούμενοι,

κατέχοντες και κατεχόμενοι,

διηρημένοι οι Έλληνες….

 

Ανδρέα Κάλβε, σ’ εσέ κράζω!...

Λαμπερότατος ο ήλιος απορεί,

απορούν τα βουνά και τα έλατα, οι ακρογιαλιές και τ’ αηδόνια:

Λίκνο ομορφιάς και μέτρου η πατρίς μου,

σήμερα τόπος θανάτου…

 

Κωστή Παλαμά, σ’ εσέ κράζω!...

Ποτέ άλλοτε τόσο φως δεν έγινε σκότος, τόση ανδρεία φόβος,

τόση αδυναμία η δύναμη,

τόσοι ήρωες μαρμάρινες προτομές…

Πατρίς του Διγενή και του Διάκου η πατρίς μου,

σήμερα χώρα υποτελών…

 

Νίκο Καζαντζάκη, σ’ εσέ κράζω!...

Κι όμως, αν λησμονούν οι θνητοί που μιλούν ακόμα τη γλώσσα του Ανδρούτσου,

η μνήμη κατοικεί πίσω από τα σίδερα και τις σκοπιές…

Η μνήμη κατοικεί μέσα  στα λιθάρια,

φωλιάζει στα κίτρινα φύλλα

που σκεπάζουν το κορμί σου, Ελλάδα…

 

Άγγελε Σικελιανέ, σ’ εσέ κράζω!...

Η ψυχή της πατρίδας μου είσαι συ, πολύμορφο ποτάμι

τυφλό από το αίμα, κουφό από το βόγγο,

ανήμπορο από το μέγα μίσος και τη μεγάλη αγάπη

που εξίσου εξουσιάζουν την ψυχή σου…

Η ψυχή της πατρίδας μου είναι δυο  χειροπέδες σφιγμένες σε δυο ποτάμια,

δυο βουνά δεμένα με σκοινιά στον πάγκο της ταράτσας,

ο αργίτικος κάμπος φουσκωμένος από το μαστίγιο,

και ο Όλυμπος κρεμασμένος πισθάγκωνα από το κατάρτι του αεροπλανοφόρου, για να "ομολογήσει"…

Η ψυχή της πατρίδας μου είναι αυτός ο σπόρος που άπλωσε ρίζες πάνω στο βράχο,

είσαι συ, μάνα, γυναίκα, κόρη που αγναντεύεις τη θάλασσα και τα βουνά

και κρυφά βάφεις μ’ αίμα τα κόκκινα αυγά της Αναστάσεως

που εγκυμονούν οι καιροί και οι άντρες…

Άμποτες  νά ’ρθει στη δύστυχη χώρα μου Πάσχα Ελλήνων!

Άγνωστε ποιητή, σ’ εσέ κράζω!...

 

                                    Μίκης Θεοδωράκης, «Αρκαδία IV» (1968-1969).