αρχική σελίδα ποίηση Θύμησες Αρμύρας... Το ποίημα του πολυταξιδεμένου Δημήτρη
Θύμησες Αρμύρας... Το ποίημα του πολυταξιδεμένου Δημήτρη PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - ποίηση
Συντάχθηκε απο τον/την Δημήτρης Φυλτζανίδης   
Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011 17:21

Θύμησες Αρμύρας

                                                                                                                                             Αφιερωμένο στο σύντροφο Γιώργη Καραστατήρα

Λακωνικά ομίλησες στα τέκνα σου

υπάγετε εις θάλατταν,

έλθετε  εις εμέ,

ιστάμενοι επί των κυμάτων

ή κάτωθι αυτών…

Λεχώνα ασαράντιστη αμόλαρες

αβύζαχτους στις πέντε θάλασσες

τους γιους σου, πατρίδα.

Ομπρός τους στεκόσουν

χλωμή, αδύναμη

για μητρική στοργή.

Στις απαλάμες τους έθεσες

παλαιές ασπίδες, άγανα, σπαθιά

και την αρχαία σου κληρονομιά.

 

Αντρέψαν κ’ αποσείσαν απ’ τη ράχη σου

των Αγαρηνών,

του Ιταλού και των Ες-Ες

τις ορδές.

Κι ως παζαρεύανε οι Βρετανοί Αφρικανούς

στου Νέου κόσμου τις ακτές,

εσύ παζάρεψες

και πούλησες

τα τέκνα, που σε λύτρωσαν,

στων Γερμανών τις φάμπρικες,

στης Φλάνδρας τις στοές

και στις θαλάσσιες αγορές.

 

Μα με το «Τη Υπερμάχω»

και με το στοχασμό του Σολωμού

σε τράνεψαν ξανά, πατρίδα Ελλάδα,

πικρή και γλυκιά,

στα θαλασσόδαρτα λιμάνια του ντουνιά.

Πλοίαρχοι, δόκιμοι,

ναύτες, μαρκόνηδες,

λοστρόμοι, τζόβενα,

μακινήστες πρίμοι, σεκόντοι,

θαλαμηπόλοι και θερμαστές,

τσούρμα, πληρώματα,

σε κουιμπέκες, σε τιτού

και σε λίμπερτυ

που η σκουριά κρούστα στα καταστρώματα,

’πόδημα, ωσάν τα πάταγε,

βούλιαζε ως ….

 

Παρατημένα κουφάρια

σε Όρεγκον και Βιρτζίνια

τ’ Οθέλλου ξεχάσματα,

πλοία φαντάσματα.

Τα επανδρώσανε λεβέντες Έλληνες,

ζωή τους δώσανε,

τα ταξιδέψανε

σ’ όνειρα εαρινά,

αλλά και κει που η Σκύλλα

κι η Χάρυβδη ωχριά,

στο μαγγελάνιο πέρασμα ως του Ινδού τον τάφο,

από του Άτλα την ακτή ως την Ωκεανία.

Να, το σπρινκ τεντωμένο

στης παλίρροιας

και στης άμπωτης  την τρέλα.

 

Βαρδιάνος ναύτης και τρέχεις πλώρα-πρύμα,

το νου σου, Χιώτη,

το σπρινκ δεν θ’ αντέξει!

Πριν προλάβεις για λάσκα

τρίζει, σπάει
και σου παίρνει επί τόπου τα νιάτα…

Θυμάμαι, κοντοζύγωνε Πάσχα

στη βουδιστική Οσάκα…

 

Απ΄ της πουκαμίσας σου την τσέπη

το γράμμα της μάνας

απ’ το αίμα σ’  βαμμένο

το μισό να εξέχει

σαν κοιτόσουν

χαμαί  εις την πρύμνην

νεκρός…

 

Σε υμνούσαν πατρίδα τα παιδιά σου

στου ντουνιά τ’ αρμυρόδαρτα πόρτα.

Τραβερσάδα στο άγριοΤαίναρο,

στ’ αμπουνάτσαστο καραβοφάγο Μπέι.

Ωκεανοί ογροί τάφοι

πλοία βούλιαζαν αύτανδρα

στα υδρόγεια μήκη και πλάτη.

Νοσταλγούσαν σε, Μάνα Ελλάδα,

σε υμνούσαν -σε όσα πράτιγα

σε όσα πόρτα-

οι αφανείς σου Ναύτες

που χαθήκαν στου πελάου τον πυθμένα

και στο άγνωστο ξέμακρο χθες.

 

Σκιάθο μου, σε υμνούσε

ο Δημήτριος Κοψιδάκης,

μπάρκο μπόμαν σε τάνκερ στο αμπάρι

απ’ τα γκάζια έσβηνε νιος…

Των απόντων το μαβί καλεντάρι

τη σκέψη μου σ’ ένα όνομα άγει.

 

Και λίγο πριν το «ως μέλλεται, δότε ζωήν

και τελευτώντες άλυποι»

στα ώτα μ’ ακόμα αντηχεί

η στερνή τους  ιαχή,

«Μάνα!»,

«Πατρίδα!»,

«Παναγιά!»,

η ιαχή των παιδιών σου

που κοιμήθηκαν για πάντα

στου Ποσειδώνα τη μούσκεμη  μπράντα:

« SOS, βυθιζόμαστε στον Κάβο Μαλέα!»

«SOS, βυθιζόμαστε στο Μπέι!»,

«SOS,  προσαράξαμε ακυβέρνητοι στα κοραλλιογενή!»,

« SΟS, Μεσαρία-Γιοκοχάμα-Μανίλα

…τυφώνας χανόμαστε!»…

 

SΟS, «Βίκτωρ»…

SΟS, «Αίγλη»…

SΟS. «Δύστος»,

SΟS «Ηράκλειο»,

SΟS, «Μαίρλην»,

SΟS, «Κατσώνης»...

Ατέλευτος η άχαρος λίστα…

 

Αύτανδρα χάνονταν σκάφη

σε θαλάσσια άνιση μάχη.

Μα με το πέρας του χρόνου

κοράλλια απογίναν

άνδρες και σκάφη

κ’ απ’ εκεί αναδύονται

λαμπυρίζοντας μυριάδες πελαΐσιες ζωές.

 

Και συ, ξένε, γνωστέ ή διαβάτη,

ΤΟ ΓΟΝΥ ΚΛΕΙΝΕ σε Αυτούς

που θυσιάσαν  τη ζήση τους,

για να έχεις εσύ

ένα χθες, ένα τώρα, ένα αύριο.

«Δες με, ζω

αίσιες μέρες βιώ»,

διαλαλάς, τυμπανάς,

μάθε, ξεύρε,

το οφείλεις αυτό, τα μέγιστα μάλα,

σε αυτούς που  ποτέ δεν ξανάδαν

μηδέ πατρίδα

μηδέ μάνα….

Στους Αφανείς Ναύτες το οφείλεις, που λες,

ένα ύστατο «χαίρε»,

είν’ τιμή σου, μαθές,

σε αυτούς που κείτονται

για πάντα

στη θαλάσσια μούσκεμη μπράντα

και εμείναν εκεί αεί,

ναύτες, βαρδιανοί,

ασκατζάριαστοι  σκάπουλοι, φρουροί

στ’ ωκεάνιο, βασίλειό σας, ω Ποσειδών, ώ Αίολε!

ΓΝΩΣΘΗΤΩ  Ο  ΘΑΝΑΤΟΣ  ΤΟΥΣ.

ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ  ΓΑΡ  ΠΡΟΞΕΝΟΣ  ΓΕΓΟΝΕ.