αρχική σελίδα πολιτισμός Ο Μίμης, ο καπταν Κυριάκος και το 'Κύκνος'.

εγγραφή χρήστη



Δημοφιλή

Ο Μίμης, ο καπταν Κυριάκος και το 'Κύκνος'. PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - άρθρα για τον πολιτισμό
Συντάχθηκε απο τον/την Δημοσιογράφος -1   
Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011 10:43
 
    Την Κυριακή του Πάσχα απόγευμα είμαστε καλεσμένοι συναδέλφου από το Δήμο σε εξοχική κατοικία στα μεσόγεια του νησιού.
  Ένα σπίτι παράδεισος, 1,5 Κm περίπου βόρεια της διασταύρωσης της οδού προς Κουκουναριές, στο ύψος της Αγίας Παρασκευής.
  Ο Θανάσης
μας περίμενε με έτοιμο το ψητό και κρασί δύο εκδόσεων, ένα δικής του παραγωγής κόκκινο και ένα από το 'εμπόριο' άσπρο. Μαζί και η οικογένεια,κόρες, εγγόνια, μάνα με ένα συνεχές  χαμόγελο κρυμένο πίσω από μια ανομολόγητη όσο και αυτονόητη ικανοποίηση, μιας και βρισκόταν ανάμεσα σε τόση ζωή.
  Πιάσαμε τη κουβέντα για τα περασμένα.
  Ο Θανάσης παιδί εργατικό από τα 15 του χρόνια δούλευε για να τσοντάρει στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Περίπου 12 χρόνια μεγαλύτερος, ήξερε καλύτερα τις λεπτομέρειες μιας εποχής, του τέλους του ΄50 και πριν η ΜΟΜΑ αρχίσει να σκάβει το δρόμο για Κουκουναριές, όπου η ζωή στο νησί εξελισόταν με ρυθμούς που μπλέκονταν μακροπρόθεσμα με τους ρυθμούς του παρελθόντος. Σχεδόν ότι ζούσε ο παπούς το ζούσε και ο εγγονός. Ο παπούς ήταν σύγχρονος για το εγγόνι. Καταλάβαινε ο καθένας τι γινόταν και γιατί, από τα περισσότερα από όσα γινόταν, εκτός βέβαια από τον καταραμένο τον πόλεμο, τον οποίο μόνο μοιρολατρικά μπορούσαν να δεχτούν, αφού δεν υπήρχε άλλη απλή εξήγηση γι αυτούς τους ανθρώπους.    Ήρθε ουρανοκατέβατος για τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού.
  Την εποχή λοιπόν εκείνη, αρχές του '60, άρχισε η νέα 'ανοικοδόμηση', αυτή που σφράγισε με την ασχήμια της ότι όμορφο είχε φτιάξει η ψυχή και οι ανάγκες του Λαού του νησιού αυτού.
  Ο Θανάσης με τον Μίμη το θείο του, κουβαλούσαν άμμο από τις πλησιέστερες αμμουδιές, κρυφά από το Λιμεναρχείο εννοείται. Ξύπναγε πρώτος ο Θανάσης και ανεβαίνοντας την ανηφόρα του Αη Νικόλα χτύπαγε τη πόρτα του Μίμη. 'Πήγαινε να βγάλεις τα νερά και έρχομαι'. Ετοίμαζε τη βάρκα πρόθυμος ο Θανάσης, ξεκίναγαν για το Βασιλιά ή για την Άρκο, ανάλογα ώστε κατά τις 7 να είναι πίσω. Άδειαζαν το φορτίο τους κουβαλόντας το με τσουβάλια ή με τενεκέδες στον ώμο, που αφού τελείωναν, καθάριζαν και τα φάρσα με το σκουπάκι και με τα χέρια. Ο Μίμης βοηθούσε στο φόρτωμα κανονικά, αλλά στο ξεφόρτωμα προτιμούσε να το παίζει αφεντικό και περίμενε το Θανάση να του πει ότι τελείωσε η άμμος, την οποία έβαζαν συνήθως στο καφενείο του Παρίση, δίπλα στο συντριβάνι, δηλαδή δίπλα και βόρεια στο σημερινό περίπτερο του Ξύδη.
Η αμοιβή ήταν πράγματι για την εποχή της, ικανοποιητική, ένα μερίδιο ο Θανάσης, ένα ο Μίμης και ένα η βάρκα. 30 δραχμές τότε ήταν μεγάλη αξία.
  Ο Μίμης λοιπόν έκανε και άλλες δουλειές στις οποίες χρειαζόταν τον πρόθυμο, εργατικότατο και κυρίως  συνεπέστατο βοηθό του, τον οποίο γι αυτό και δεν σκεφτόταν ποτέ να αλλάξει και όχι τόσο γιατί ήταν ανηψιός του. Μία από αυτές ήταν η μεταφορά με τη βάρκα του, των αποσκευών όσων ταξίδευαν με το καράβι, το θρυλικό 'ΚΥΚΝΟ', είτε ερχόταν είτε έφευγαν από το νησί. Ο ΚΥΚΝΟΣ λοιπόν πολλές φορές αναγκαζόταν να περιμένει αρόδου κοντά στο Μπούρτζι, το τρεχαντήρι του Μπούρα για τους επιβάτες και τη βάρκα του Μίμη για τις πιο βαριές αποσκευές.
  Ο καπτα - Κυριάκος ο Μπίνιας, ένας μοναδικής κοψιάς καπετάνιος, ήξερε καλά το Μίμη και τη πλάκα που εξέπεμπε ειδικά όταν τον θύμωνε κάποιος.
  Μόλις λοιπόν διπλάρωνε ο Μίμης τη βάρκα στον ΚΥΚΝΟ, στην ειδική πορτα φοτρο-εκφόρτωσης, κοντά στη πρύμη και άρχιζε το ξεφώρτωμα, αμολούσε μια πορπελιά, ο καπτα -Κυριάκος, πήγαινε λίγα μέτρα μπρος  το βαπόρι, άντε στα κουπιά ο Μίμης να ξανα-διπλαρώσει στο σημείο της πόρτας για τη συνέχεια της εκφόρτωσης των αποσκευών.
  Ξανά ο καπτά -Κυριάκος. Άλλη πορπελιά. Άλλα πέντε -έξι μέτρα μπροστά ο ΚΥΚΝΟΣ.
  ' Έτι κάνεις μωρέ εκεί';  έλεγε ο Μίμης στο καπετάνιο,
   'Να με σέρνει το ρέμα και ο αέρας βρε Μίμη, να μη βρω και στο Μπούρτζι επάνω!' λέει ο καπετάνιος στο Μίμη.
  Μια μέρα το παράκανε ο καπτα -Κυριάκος, δεν είχε και αέρα, το πέρνει χαμπάρι ο Μίμης, δώστου στα κουπιά και δρόμο από το ΚΥΚΝΟ.
  'Αρέέ Μίίμηη, που πας; Φέρε τα κοφίνια εδώ, που θα πάμε χωρίς τα πράματα'. φώναζαν οι γυναίκες επιβάτισες.
  Ο καπετάνιος φωνάζει κι αυτός στο Μίμη να γυρίσει πίσω, τίποτα ο Μίμης!
  'Ννα πας να γγαα..., το Χχρριιστό σ , τη ΜΠπααναγία σ,...δεν ξαναέρχομαι...Yell..!'
  Με τα πολλά και αφού ο ΚΥΚΝΟΣ έκανε φιλότιμες προσπάθειες να πλησιάσει τη βάρκα του Μίμη, με τις γυναίκες και τους άλλους επιβάτες να παρακολουθούν εναγωνίως τα θρυλούμενα, χωρίς να ησυχάσει ο Μίμης, το μετάνιωνε και έβγαζε τις βαλίτσες και τα κοφίνια πάνω στο ΚΥΚΝΟ.
  Ο καπτα -Κυριάκος αφού τελείωνε ο κίνδυνος επαναδραστηριοποίησης του υφεστιώδους χαρακτήρα του Μίμη και γινόταν η δουλειά, ξεραινόταν στο γέλιο με τους παρευρισκόμενους στη γέφυρα. Έβαζε και το : 'Μια λεμονιά ανθίζει στη γειτονιά' από τα μεγάφωνα του πλοίου, να τ' ακούει όλο το τότε χωριό μέχρι την Άρκο και μέχρι τον Αη Φανούριο και έφευγε τραβώντας και καμιά ρουφηξιά με τη τσιμπούκα του.
  Αυτή η Σκιάθος πέρασε, όχι τόσο γιατί τα χρόνια πέρασαν και ο Θανάσης από 15 χρονών παιδί έγινε σχεδόν 70. Άλλωστε έχει τη ψυχή του παιδιού εκείνου, γιατί, εκείνη η Σκιάθος, σφράγισε πάνω του μια προσωπικότητα αδρή, που δε χαμπαριάζει από τους καιρούς.
  Πλην όμως ο παρευρισκόμενος πολύ νεώτερος Νίκος, ο γαμπρός του, με συλλογισμό κατά πολύ βαρύτερο της ηλικίας του, προσθέτει στη κουβέντα μας.
  "Εγώ θέλω να σας πω ένα πράγμα που με πειράζει πιο πολύ από όλα τα άλλα"
.
  "Τι 'ναι βρε Νίκο, λέγε το, όλοι βλέπουμε τα πράματα ότι δεν πάνε καλά".
  "Όχι, εμένα αυτό που με πειράζει είναι το ίδιο με αυτό που με πείραζε εδώ και ερκετά χρόνια τώρα, στη Σκιάθο. Πήγα πριν 7 χρόνια να κάνω μπάνιο στη τάδε αμμουδιά και ένοισα να είμαι ξένος!!! "
  "Μπράβο Νίκο" του λέω, "πόσο κοντά είμαστε και πόσο κοντά με αυτό που υποστηρίζει το 'κόκκινο γαλούφαλλο' που κατάφερε να μπει στο Δημοτικό Συμβούλιο".
  "Κοίταξε Γιώργο", μου λέει, "μπορεί πολλοί σα και μένα να μη ανακατευόμαστε σε αυτό που λέγεται :'τα κοινά', αλλά εγώ δεν έχω χάσει ούτε ένα Δημοτικό Συμβούλιο που να μην έχω παρακολουθήσει από το ραδιόφωνο, αφού δεν το έχει η τηλεόραση"!!
  Και συνεχίζει: "Κακώς δεν ανακατευόμαστε, αλλά δεν ξέρουμε κατά που να κάνουμε και τι να γίνει με αυτή τη κατάντια'"
  "Νίκο αυτό που λες ήδη βρίσκεται ακριβώς μέσα στις δικές μας απόψεις για τη χρήση όχι μόνο της αμμουδιάς, αλλά και για κάθε κομμάτι κοινοχτημονικής ιδιοκτησίας στο νησί μας".
Είπαμε και άλλα ενδιαφέροντα, παρά το εορταστικό της ημέρας και παρά τις αντιρήσεις της Άννας να με ταϊζει κάθε τόσο για να μη μιλάω. Και όλα αυτά μέσα σε πολύ γέλιο και διασκέδαση.
Πως βρίσκει ο Λαός το δρόμο του όταν βρει τη ψυχή του και τους δεσμούς του;!!!    
Ο Θανάσης πήγε άλλες δυο φορές να γεμίσει την εναμισάρα μπουκάλα με κρασί, ούτε που καταλάβαμε πως ήπιαμε τόσο μέσα σε δυο ώρες.