αρχική σελίδα ποίηση Από τα ποιήματα του ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΥΛΤΖΑΝΙΔΗ (Μια συγκεντρωτική έκδοση από τα δημοσιευμένα κατά καιρούς στην ιστοσελίδα μας - 2011-2016)
Από τα ποιήματα του ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΥΛΤΖΑΝΙΔΗ (Μια συγκεντρωτική έκδοση από τα δημοσιευμένα κατά καιρούς στην ιστοσελίδα μας - 2011-2016) PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - ποίηση
Συντάχθηκε απο τον/την Από τον ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΥΛΤΖΑΝΙΔΗ   
Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018 11:30
   

Αποτέλεσμα εικόνας για θαλασσα και φορτηγα πλοία ζωγραφικοί πίνακες


    Ο Σκιαθίτης βιοπαλαιστής- εργάτης της θάλασσας που ταξίδεψε για πολλά χρόνια όλο τον κόσμο, που σαν τον ομηρικό Οδυσσέα, "είδε, άκουσε και έπαθε πολλά στα πέλαγα γυρνώντας", ο καλός μας φίλος  ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΛΤΖΑΝΙΔΗΣ, είναι πολύ γνωστός στους αναγνώστες της sispirosi.gr.
    Ήταν τακτικότατος συνεργάτης μας, στη στήλη της ποίησης από τα πρώτα χρόνια αυτού του διαδικτυακού εγχειρήματος, τον οποίο η ιστοσελίδα μας είχε την τιμή και τη χαρά να βοηθήσει στη συγκέντρωση, ηλεκτρονική καταγραφή και έκδοση της πρώτης ποιητικής του συλλογής, το πρωτότυπο της οποίας μπορεί ανά πάσα στιγμή ο αναγνώστης να το βρίσκει στη ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ μας.      
    Από σήμερα και εφεξής, οι πρώτες δημοσιεύσεις των ποιημάτων του που παρουσιάστηκαν κατά καιρούς στη sispirosi.gr,  θα βρίσκονται πλέον στη συγκεντρωτική αυτή μορφή στη στήλη της ποίησης, με χρονολογική σειρά, συνοδευόμενες πάντα από τους αρχικούς προλόγους και τα όποια άλλα σχόλια τις συνόδεψαν.
   Καλή ανάγνωση και πάλι, φίλοι αναγνώστες. Καλό ταξίδι στους μεγάλους Ωκεανούς, του κόσμου, αλλά και της θύμησης‧  με μια λέξη, των ΒΙΩΜΑΤΩΝ του λαϊκού ποιητή μας που μεταστοιχειώθηκαν σε τέχνη!
1.
Θύμησες Αρμύρας...
Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011


Το ποίημα-απόσταγμα ζωής του πολυταξιδεμένου Δημήτρη Φυλτζανίδη, για τους ναυτικούς του τόπου μας.


Αφιερωμένο στο σύντροφο Γιώργη Καραστατήρα

Λακωνικά ομίλησες στα τέκνα σου

υπάγετε εις θάλατταν,

έλθετε  εις εμέ,

ιστάμενοι επί των κυμάτων

ή κάτωθι αυτών…

Λεχώνα ασαράντιστη αμόλαρες

αβύζαχτους στις πέντε θάλασσες

τους γιους σου, πατρίδα.

Ομπρός τους στεκόσουν

χλωμή, αδύναμη

για μητρική στοργή.

Στις απαλάμες τους έθεσες

παλαιές ασπίδες, άγανα, σπαθιά

και την αρχαία σου κληρονομιά.


Αντρέψαν κ’ αποσείσαν απ’ τη ράχη σου

των Αγαρηνών,

του Ιταλού και των Ες-Ες

τις ορδές.

Κι ως παζαρεύανε οι Βρετανοί Αφρικανούς

στου Νέου κόσμου τις ακτές,

εσύ παζάρεψες

και πούλησες

τα τέκνα, που σε λύτρωσαν,

στων Γερμανών τις φάμπρικες,

στης Φλάνδρας τις στοές

και στις θαλάσσιες αγορές.


Μα με το «Τη Υπερμάχω»

και με το στοχασμό του Σολωμού

σε τράνεψαν ξανά, πατρίδα Ελλάδα,

πικρή και γλυκιά,

στα θαλασσόδαρτα λιμάνια του ντουνιά.

Πλοίαρχοι, δόκιμοι,

ναύτες, μαρκόνηδες,

λοστρόμοι, τζόβενα,

μακινήστες πρίμοι, σεκόντοι,

θαλαμηπόλοι και θερμαστές,

τσούρμα, πληρώματα,

σε κουιμπέκες, σε τιτού

και σε λίμπερτυ

που η σκουριά κρούστα στα καταστρώματα,

’πόδημα, ωσάν τα πάταγε,

βούλιαζε ως ….


Παρατημένα κουφάρια

σε Όρεγκον και Βιρτζίνια

τ’ Οθέλλου ξεχάσματα,

πλοία φαντάσματα.

Τα επανδρώσανε λεβέντες Έλληνες,

ζωή τους δώσανε,

τα ταξιδέψανε

σ’ όνειρα εαρινά,

αλλά και κει που η Σκύλλα

κι η Χάρυβδη ωχριά,

στο μαγγελάνιο πέρασμα ως του Ινδού τον τάφο,

από του Άτλα την ακτή ως την Ωκεανία.

Να, το σπρινκ τεντωμένο

στης παλίρροιας

και στης άμπωτης  την τρέλα.


Βαρδιάνος ναύτης και τρέχεις πλώρα-πρύμα,

το νου σου, Χιώτη,

το σπρινκ δεν θ’ αντέξει!

Πριν προλάβεις για λάσκα

τρίζει, σπάει
και σου παίρνει επί τόπου τα νιάτα…

Θυμάμαι, κοντοζύγωνε Πάσχα

στη βουδιστική Οσάκα…


Απ΄ της πουκαμίσας σου την τσέπη

το γράμμα της μάνας

απ’ το αίμα σ’  βαμμένο

το μισό να εξέχει

σαν κοιτόσουν

χαμαί  εις την πρύμνην

νεκρός…


Σε υμνούσαν πατρίδα τα παιδιά σου

στου ντουνιά τ’ αρμυρόδαρτα πόρτα.

Τραβερσάδα στο άγριοΤαίναρο,

στ’ αμπουνάτσαστο καραβοφάγο Μπέι.

Ωκεανοί ογροί τάφοι

πλοία βούλιαζαν αύτανδρα

στα υδρόγεια μήκη και πλάτη.

Νοσταλγούσαν σε, Μάνα Ελλάδα,

σε υμνούσαν -σε όσα πράτιγα

σε όσα πόρτα-

οι αφανείς σου Ναύτες

που χαθήκαν στου πελάου τον πυθμένα

και στο άγνωστο ξέμακρο χθες.


Σκιάθο μου, σε υμνούσε

ο Δημήτριος Κοψιδάκης,

μπάρκο μπόμαν σε τάνκερ στο αμπάρι

απ’ τα γκάζια έσβηνε νιος…

Των απόντων το μαβί καλεντάρι

τη σκέψη μου σ’ ένα όνομα άγει.


Και λίγο πριν το «ως μέλλεται, δότε ζωήν

και τελευτώντες άλυποι»

στα ώτα μ’ ακόμα αντηχεί

η στερνή τους  ιαχή,

«Μάνα!»,

«Πατρίδα!»,

«Παναγιά!»,

η ιαχή των παιδιών σου

που κοιμήθηκαν για πάντα

στου Ποσειδώνα τη μούσκεμη  μπράντα:

« SOS, βυθιζόμαστε στον Κάβο Μαλέα!»

«SOS, βυθιζόμαστε στο Μπέι!»,

«SOS,  προσαράξαμε ακυβέρνητοι στα κοραλλιογενή!»,

« SΟS, Μεσαρία-Γιοκοχάμα-Μανίλα

…τυφώνας χανόμαστε!»…


SΟS, «Βίκτωρ»…

SΟS, «Αίγλη»…

SΟS. «Δύστος»,

SΟS «Ηράκλειο»,

SΟS, «Μαίρλην»,

SΟS, «Κατσώνης»...

Ατέλευτος η άχαρος λίστα…


Αύτανδρα χάνονταν σκάφη

σε θαλάσσια άνιση μάχη.

Μα με το πέρας του χρόνου

κοράλλια απογίναν

άνδρες και σκάφη

κ’ απ’ εκεί αναδύονται

λαμπυρίζοντας μυριάδες πελαΐσιες ζωές.


Και συ, ξένε, γνωστέ ή διαβάτη,

ΤΟ ΓΟΝΥ ΚΛΕΙΝΕ σε Αυτούς

που θυσιάσαν  τη ζήση τους,

για να έχεις εσύ

ένα χθες, ένα τώρα, ένα αύριο.

«Δες με, ζω

αίσιες μέρες βιώ»,

διαλαλάς, τυμπανάς,

μάθε, ξεύρε,

το οφείλεις αυτό, τα μέγιστα μάλα,

σε αυτούς που  ποτέ δεν ξανάδαν

μηδέ πατρίδα

μηδέ μάνα….

Στους Αφανείς Ναύτες το οφείλεις, που λες,

ένα ύστατο «χαίρε»,

είν’ τιμή σου, μαθές,

σε αυτούς που κείτονται

για πάντα

στη θαλάσσια μούσκεμη μπράντα

και εμείναν εκεί αεί,

ναύτες, βαρδιανοί,

ασκατζάριαστοι  σκάπουλοι, φρουροί

στ’ ωκεάνιο, βασίλειό σας, ω Ποσειδών, ώ Αίολε!

ΓΝΩΣΘΗΤΩ  Ο  ΘΑΝΑΤΟΣ  ΤΟΥΣ.

ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ  ΓΑΡ  ΠΡΟΞΕΝΟΣ  ΓΕΓΟΝΕ.



2.

Για τους Ωκεανούς


Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011


Αποτέλεσμα εικόνας για ωκεανοί

  
   Ο Δημήτρης μου ενεχείρισε το κείμενο του ποιήματός του ποιήματός του, το οποίο μου εδιάβασε δυο και τρεις φορές, αλλά  μας είναι πολύ δύσκολο αγαπητέ Δημήτρη να καταλάβουμε με σιγουριά τη γραφή σου. Γι' αυτό και μετά από τη δική σου επαναδιόρθωση, στα σημεία που δεν μπορούσαμε να βγάλουμε τι έγραφες στο χειρόγραφο,  ξαναπεράσαμε όλο το κείμενο του ποιήματός σου,  που σου ενέπνευσε η καυτή εμπειρία της ζωής, από τότε που αφήνοντας πίσω τη γη που τόσο αγαπάς, περιπλανήθηκες στα μπάρκα και στη ξενητιά. Αλλά και τώρα, κατοικώντας πια στη χτυπημένη πατρίδα μας, την οποία δεν αλλάζεις με τίποτα. Και είναι μεγάλη σου η τιμή γι' αυτό!
Γιώργος Καραστατήρας.
Ειρηνικέ ωκεανέ,
ειρηνικό σου τ' όνομα
γιομάτε αγριάδα
που στο βαθειό σου έρεβος
κρατάς σκαριά και παλικάρια.

Όσο για σε, Ατλαντικέ,
με τις Ηράκλειες στύλες
τους ναύτες που ναυτολογάς
αναρωτιέμαι αν σεριανάς
στις πάλαι Ατλαντίδες.

Να 'χα Σπαρτιάτη το θαρσείν,
του Έκτορα τη τόλμη,
να αντροκαλώ σας άπληστοι Ωκεανοί,
στου ασπροντυμένου Διγενή
το ματωμένο Αλώνι!!!

Μετά τιμής Δημήτριος Φυλτζανίδης ο Σκιάθιος.

3.
Σκιαθίτικη Καμάρα
Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012
    Το ποίημα αυτό το εμπνεύστηκε ο φίλος μας ο Δημήτρης Φυλτζανίδης, ο Σκιαθίτης εργάτης που είναι περήφανος, γιατί μπορεί και εργάζεται για το μεροκάματο και ο οποίος θα μπορούσε να περάσει άβρεχους πολλούς μεγαλοσχήμονες στην απέναντι στεριά, αν χρειαζόταν.

    Ένα πνεύμα σπάνιο, ο Δημήτρης, πνεύμα σπάνιας οξύτητας και ζωντάνιας, ένας άνθρωπος μοναδικού θάρρους για τον αγώνα της ζωής. Το ποίημα αυτό το έγραψε στο ..., στη Νότια Αμερική, μπαρκαρισμένος, κανά-δυο χρόνια πριν τελικά παντρευτεί την εκλεκτή της καρδιάς του, την Κλειώ, την οποία δεν ξεχνούσε "με όσες γκόμενες κι αν βρισκόταν", όπως μας λέει ο ίδιος.

    "Ο νους μου ήταν σ' αυτήν", εξομολογείται με περηφάνια ο Δημήτρης. 
    Το ποήμά του αυτό το κάνει δώρο -εκτός από την Κλειώ- και στην άλλη μεγάλη του αγάπη, δηλαδή στο νησί του, στη Σκιάθο του, όπως την έχει μέσα στην καρδιά του και όχι όπως την εκατάντησαν οι ανεπαρκείς και ασεβείς διοικούντες της, τις τελευταίες δεκαετίες...
     Και θεωρεί ότι και σήμερα η  Σκιάθος του θα μπορούσε να έχει ξανά μια δική της 'Καμάρα', με  λόγια γραμμένα από έναν σύγχρονο Σκιαθίτη λαϊκό ποιητή, όπως επάξια είναι ο ίδιος.
    Ας απολαύσουμε, λοιπόν, τη δική του "Σκιαθίτικη Καμάρα"!
                                                                                                    Η Διεύθυνση της ιστοσελίδας μας.

                                                                                 Σκιαθίτικη Καμάρα

              (Το ποίημα αυτό το 'γραψα για τη γυναίκα μου, Κλειώ,  και το αφιερώνω στο Σύλλογο Γυναικών Σκιάθου.)

Το κλάμα μ' πάρε, ωκεανέ,
κι αντάριασε για μένα,
όπως μ' αντάριασε ο νους
και βρέθηκα στα ξένα
για το απάθειο μιας γυνής...
Άδε μαζί με μένα
άσματα πονεμένα.

Άδε, για μιας αγάπης τ' όνειρο
οπού εκατρακύλησε
ωσάν Σισσύφειος λίθος
κι άφηκα γλαύκο και κυανό
και ντύθηκα στο γκρίζο.
Κι όσο δεν μου μερώνει ο νους
θε να σε αρμενίζω.
Σκιάθο μ' , ωιμέ, συγχώρα με
που δεν παλιννοστίζω,
για την καρδιά μιας άπονης
τα πέλαγα γυρίζω.

Τον πόνο μ' πάρ’, ωκεανέ
και κύμα κάν' τον μέγα,
των ομματιών μ' τα δάκρυα
ας σμίξουνε με σένα.
Στο έρεβός σου το βαθειό
λεβέντες ναύτες έβανες,
βάνε, 'μαθές, και μένα.
Στη γειτονιά μ' την όμορφη
την Άγια Τριάδα
οι φίλοι και τ' αδέλφια μου
να σύρουν την Καμάρα.

Πρώτη να σύρει το χορό
η λυγερή, η πλάνα.
Κρίνε στη δόλια μάνα μου
να μην εβάλει μαύρα.
Κρίνε της πως με κάλεσε

ο Ποσειδών σε γάμο,

κι απ’ του πελάου τ’ απύθμενα

ότι ναυτολογάω.

Δημήτρης Φυλτζανίδης, ο Σκιάθιος.

 

 

 

4.

Του Ψηλορείτη ο καημός ακούγεται απ' τη Σκιάθο

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Αυτό το  ποίημα το ‘γραψα για κάποιο Κρητικό παλικάρι που χάθηκε νιο.

Θα ήθελα δε να το μελοποιούσε κάποιος Κρητικός τραγουδοποιός...
Δημήτρης Φυλτζανίδης


Του Ψηλορείτη ο καημός ακούγεται απ' τη Σκιάθο.


Τσι μοίρας μου ήτουνε γραφτό, να πάω στην Αθήνα
και με παρέες να μπλεχτώ, που ζούνε εις το κρίμα
αφιόνι και  πιοτί τσαγκό, μάνα μου, με ποτίζουν,


τα λογικά μου αλλού ντ' αλλού, οι πόδες μου λυγίζουν,
οι οφθαλμοί μου βάρυναν, σιγά-σιγά σφαλίζουν.
Τη δόση μου αναζητώ, Εξάρχεια -Ομόνοια
εγώ, ένας ντελικανής, να ζω στη καταφρόνια...

Μεγάλα μάνα ήμπλεξα και ζω στο μετερίζι
εν το χαμένο μου κορμί, η πρέζα το ορίζει,
το πλήθος με ταχυπερνά, ’δε ’το, με δρασκελίζει 
κ' επά στα εικοστρία μου, το βήμα μου κιοτίζει.

Τσι αδελφές μου στείλε μου, τσι δυο σου διχατέρες 
και βάλε δάδες να βαστούν, αι δυνατές τους χέρες .
Γρήγορις πράξε μάνα μου,  λίγες πομένουν μέρες. 
Οι δάδες θε να κάψουσι, το άψυχό μου σώμα
κι οι τέφρες μου να σκορπιστούν, γυρού εις την Ομόνοια.

Ύστερις λίβα, αερικό, ας κάμει να φυσήξει
κι ό,τι απέμεινε από με  να πάει εις την Κρήτη,
στου Ψηλορείτη τσι κορφές, σ’ τσι άγριες λαγκάδες
να πέσουνε οι στάχτες μου και να γενούνε στάλε.ς
κι άμα αγρίμι εδιψά, να πιεί να ξεδιψάσει
γιάντα αγρίμι ήζησα, σε τούτη επά τη πλάση.

Μη δακρυώνεις, μάνα μου, και μαύρα μην εβάλεις,
κισμέτι ήτουνε ριζικό, μη γέννας με,  με χάνεις. 
Καντήλι πες πως ήμουνε, επά στο κονοστάσι 
κι έσβησα εις το χάραμα, στου φεγγαριού τη χάση.




5.
Η θεια-Ουρανία
Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

    Σάββατο πρωϊ, στην εκκλησία των Τριών Ιεραρχών τελείται το 40ημερο μνημόσυνο της θειας -Ουρανίας Τρακόσα, του Κωνσταντίνου, μητέρας του Θανάση Τρακόσα, του Γιώργου και της αδελφής τους. Μετά το πέρας του μνημοσύνου στο χώρο της εκκλησίας, πάμε στο γειτονικό φιλόξενο χώρο του πνευματικού κέντρου των εκκλησιών, όπου μας δίνεται ο καθιερωμένος καφές, τα κόλυβα για να γεμίσουμε με τις ψυχές μας ένα όσο μέρος από το χαμό του αγαπημένου προσώπου, στις ψυχές των συγγενών.

    Ο Δημήτρης πλησιάζοντας, στον καφέ επάνω, λέει ότι έχει να παραδώσει ένα δικό του ποίημα στα παιδιά της θεια-Ουρανίας. Πράγματι τελειώνοντας, αφού έχουν αποχωρήσει οι περισσότεροι και είναι δυνατόν να τον ακούσουν, όπως άρμοζε τα παιδιά της θεια Ουρανίας, αρχίζει και απαγγέλλει το ποίημά του γραμμένο σε ειδικά δουλεμένο χαρτί, προσφορά από αυτόν στα παιδιά της θεια Ουρανίας.

    Ο Δημήτρης με συγκίνηση και ευλάβεια μοναδική απαγγέλλει το παρακάτω ποίημα που εμπνεύστηκε από τη θύμηση των παιδικών του χρόνων, όταν η θεια-Ουρανία χάριζε με αγάπη περίσσια τη καλημέρα της αλλά και το φαϊ της, τις πίτες της, το ψωμί της στον ορφανεμένο προλετάριο Δημήτρη, με τα σπάνια χαρίσματα και τις εξίσου σπάνιες πνευματικές ικανότητες, που θα μπορούσαν να τον είχαν βάλει τώρα ανάμεσα σε πνευματικούς ανθρώπους γνωστού και μεγάλου διαμετρήματος, αν δεν τον πλάκωνε η φτώχεια της πατρίδας του.
    Όταν όμως πάψει να πτωχεύεται η πατρίδα του, τότε τα δικά της παιδιά θα μπορέσουν να καταλάβουν την αξία αυτή, τότες θάχουν πάρει τη δύναμή τους στα χέρια τους από τα παράσιτα και τους παρατρεχάμενους κολαούζους και μπράβους τους.

Γιώργος Καραστατήρας

Η θεια-Ουρανία

Μνημόσυνο της θειας –Ουρανίας Κων. Τρακόσα

Ουρανία η μάνα μ', 
Ουρανία και συ 
στα ουράνια η μάνα μ'
στα ουράνια, θεια Ουρανία, και συ. 
Την καλημέρα μ' στο παράθυρό σου 
ο εκδημισμός σου μού την στερεί. 
Λυπημένο το καλντερίμι απ' το μισεμό σου 
στα ώτα μ' η λαλιά σ' δεν ηχεί,
τα ώτα μ' δε θα ξανακούσουν τη γλυκιά σου αθώα φωνή. 
Εκ των πραγμάτων, μονολόγου διάλογο ποιώ 
για δυο ''γεια σου θεια Ουρανία''
''γεια σου Δημητράκ’, να πας στο καλό''.
Εν ζωή επρέσβευες την καλή μάνα 
τον καλό άνθρωπο, τη νοικοκυρά 
π' ανάθρεψε τέκνα καλά, γιομάτα ανθρωπιά.
Σε τιμούμε γι' αυτό που ήσουν   
και τώρα που πέταξες στ’ αψήλου,
οφείλουμε να σε μνημονεύουμε.
Θεια Ουρανία, δεν στο είπα ποτέ αυτό,
όταν ορφάνεψα από μάνα, παιδί μικρό,
αν θα διάλεγα μια μάνα,
απ’ όλες τις μάνες του κόσμου,
θα ήθελα να ήσουν εσύ.
Τώρα, ύστατο χαίρε σου κρένω
και μονολογώ διάλογο νοερό,
ποιώ για δυο, το ''καλημέρα, Δημητράκη''
''καλημέρα, θεια- Ουρανία''

και στον ιερό σου παεμό

είθε να ’χεις ταξίδι καλό!

 

 

 

6.

Στις φυλακές ΑΤΤΙΚΑ της Νέας Υόρκης

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

 

   Είχμαμε συνεννοηθεί με το Δημήτρη να συναντηθούμε στο καφενείο του Τάσου, όπου δουλεύει η γυναίκα του και να μου παρουσιάσει τη νέα δουλειά που είχε έτοιμη για δημοσίευση στην ηλεκτρονική μας εφημερίδα (και όχι 'μπλόγκ'). Το 'Ελεύθερο Βήμα Πολιτών' βρήκε αυτή τη μορφή προς το παρόν, για να μπορέσει να δοθεί το βήμα αυτό, στον πραγματικό λόγο και όχι σ' αυτόν που εξυπηρετεί τη σαπίλα του σημερινού συστήματος που στηρίζεται στο ψεύδος γιατί μόνο μέσα από το ψεύδος μπορεί να δημιουργεί ή να μεγιστοποιεί το εξατομικευμένο ανταγωνιστικό κέρδος.
Ψεύδος και Καπιταλισμός ταυτίζονται, άλλωστε δεν έχει κανένα άλλο λόγο ύπαρξης -το ψεύδος- παρά μόνο τη δημιουργία μερικοποιημένου -επιμερισμένου κοινωνικά, ανταγωνιστικού κέρδους.
     Ο Δημήτρης λοιπόν, ένας άνθρωπος 64 ετών, όπως λέει, με εγχείριση καρδιάς, φτωχός αλλά με μεγάλη αγάπη για τη Σκιάθο και την Ελλάδα, είναι ένας άνθρωπος που έρχεται από το μέλλον!
    Ο καημός και η αγωνία του Δημήτρη να παραδώσει τις εργασίες του αυτές, δεν είναι μόνο γιατί τον είχαν σημαδέψει κατά τη διάρκεια της περιπέτειάς του σαν μετανάστης στην Αμερική.
     Είναι κυρίως γιατί έχει πάρει την απόφαση μαζί με τη γυναίκα του φυσικά, να ξανα -φύγουν να ξανα -μεταναστεύσουν, να φύγουν από τη Σκιάθο που τόσο αγαπούν, αφού πια το Ελληνικό κράτος φροντίζει ο κόσμος αυτός να βρίσκεται σε κατάσταση εργασιακής εφεδρείας και ευελφάλειας όπως προκλητικά μας μάθαινε τα Νέα Ελληνικά της η βραβευμένη από την Κοπισιόν και τελευταία υπουργός Παιδείας επί προθυπουργίας του μεταμοντέρνου προέδρου του ΠΑΣΟΚ κου Γιωργάκη Παπαντρέου του παπατζή.   
     Η κα Διαμαντοπούλου φυσικά, η οποία όταν ήταν να ρθει στη Σκιάθο πρόπερσι το καλοκαίρι, είχε ρωτήσει τον κο Δήμαρχο:
     Τι κάνει το ΠΑΜΕ εκεί;
     Αφού λοιπόν ίσως το ξανασκέφτηκε, μετάνοιωσε και δεν ήρθε να πάρει κι αυτή ένα πακέτο βιβλία του Παπαδιαμάντη, όπως είχε την τύχη που επεφύλλασαν, στον τότε αξέχαστο πρωθυπουργό της Ελλάδας, οι άνθρωποι που πλασάρονται γύρω από τον κο Δήμαρχο Σκιάθου, προκειμένου να 'πουλήσουν' τόσο ακριβά εμπορεύματα, όπως η λογοτεχνική αριστουργηματικότητα ενός Παπαδαιμάντη που για καλή τους τύχη βρέθηκε να είναι Σκιαθίτης.  Για το λειτούργημα που εκτελούσε πάνω στη χαρακωμένη πλάτη αυτού του Λαού. Του Λαού που ανήκει κατευθείαν ο Δημήτρης και ο κόσμος του. Και μεις κόσμος του είμαστε, για να μην παρεξηγούμαστε! 
     Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι, που έδωσαν το πακέτο με τα βιβλία του Παπαδιαμάντη στον Γ. Παπαντρέου, αυτοί διοικούν έτσι ώστε να αναγκάζουν, σαν μαθηματική συνεπαγωγή, την επανεξορία του Δημήτρη, του πνεύματος και του κόσμου του! Τόσο πολύ πατριώτες Σκιαθίτες και Έλληνες είναι, όσα τους επιβάλλει και η θητεία τους στα διάφορα αξιώματα του σημερινού ειδικά καθεστώτος του σύγχρονου Ευρωενωσιακού κράτους, για το καλό της Ελλάδας της ελεύθερης οικονομίας. Διαχειριζόμαστε τη σωτηρία της Ελλάδας, είχε πει ο δήμαρχος σε τελευταίο δημοτικό συμβούλιο, θέλοντας έτσι να καλύψει τις πεποιθήσεις του συνόλου των δημοτικών συμβούλων για το λειτούργημα που εννοείται πρέπει να εκτελέσουν ώστε οι ''Δημήτρηδες'', αν έχουν το θάρρος, να αποφασίσουν να ξενιτευτούν από τον τόπο τους, τον οποίο μετετρέπουν σε ιδιωτικοκρατούμενο ξένο σώμα από τους κατοίκους του. Ξένοι στο τόπο μας,μέσα από την ιδιωτικοποπιηση των πάντων, έστω και αν μερικοί παρασύρονται, δημοτικοί σύμβουλοι κλπ, και λένα ότι δεν φοβούνται τους ιδιώτες ''επενδυτές''.
     Θα είναι τύχη μεγάλη γι αυτούς αν μπορέσουν κι έρθουν για λίγο στη θέση του Δημήτρη, που είναι χίλιοι κι όχι ένας στη Σκιάθο!
     Αρχίζουμε λοιπόν την κουβέντα με πληθωρική διάθεση μου λέει έχεις πάει στα Μπαρμπάντος, έχει αυτό και αυτό τοχαρακτηριστικό η ζωή εκεί, στη Φλόριδα, έτσι κι έτσι, στη Νέα Υόρκη αυτό κι αυτό, εκεί έχουν τις φυλακές που ονομάζουν 'ΑΤΙΚΑ'.
Και σχολιάζει ακόμα και αυτό το γεγονός, ότι κοίταξε βρε αδερφέ μου τι όνομα βρήκαν να βάλουν στις φυλακές της Νέας Υόρκης!. Πρόκληση και ειρωνεία μαζί.
    Εκεί λοιπόν στις φυλακές ΑΤΙΚΑ της Νέας Υόρκης συνέβη η αποκορύφωση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και το παρακάτω ποίημα με μεγάλη θλίψη για το φίλο του που είναι αφιερωμένο, στο  'Σάββα', τον οποίο αποχωρίστηκε για πάντα όταν επέστρεψε στην Ελλάδα. Πρόσωπο πραγματικό και ιστορία πραγματική, γεγονότα τα όσα αναφέρονται μέσα στο ποίημα, μόνο που το όνομα είναι συμβολικό και ανήκει σε κάποιον Θεσαλονικιό,  μετανάστη κι αυτόν στη Νέα Υόρκη τη Δεκαετία του '70.
Ένα πράγματι πολύ τραγικό, στο περιεχόμενο, ποίημα.
Γιώργος Καραστατήρας

 

Στις φυλακές ΑΤΤΙΚΑ της Νέας Υόρκης


Σάββας από Σαλόνικα,

μπάρκο μ’ ένα καράβι.
Στης Μπόστον το λιμάνι,

την έκανε το αλάνι.

Λαθραίος μετανάστης,

μαγκάκι και σατράπης,
σε ρεστοράν πιάνει δουλειά,

σε μέρες καμιά δεκαριά
με μπινελίκια ελληνικά,

ρίχνει στα μούτρα με μαγκιά,
στ' αφεντικό του την ποδιά,

«άντε και ρε, άντε και  γα… »!

Στη δύναμη καταδρομών,

διπλωματούχος εμπρησμών,
έκαιγε αυτοκίνητα,

επιχειρήσεις και ακίνητα!
Φωτιές κατά παραγγελιά

κι οι ασφάλειες πλερώνανε
και ο Γκρέκο Στηβ κομπόδενε!

Νυμφεύθη Αμερικάνα,

επάγγελμα πουτάνα
κι Αμέρικα εναγκάλισε.

Μπαχτσέ τσιφλίκι, μάγκα!!!
Νέα Υόρκη -Άγκυρα,

μπλέχτηκε μ' άλλα ντράβαλα,
στου «άσπρου» νταλαβέρια,

ταξίδια σούρτα -φερτα.

Νew York,

New York και Ancara,

και Ancara- New York
τον έλεγαν ασλάνι,

ογλάν και παλικάρι
οι Τούρκοι οι μεγάλοι!


New York,

New York, Μαϊάμι,
ανόμιμα ’κονόμησες,

κάνε, ρε μόρτη,stop! 
Τώρα

στης ΑΤΤΙΚΑ τις φυλακές,

κάπου στη Νέα Υόρκη,
Λατίνοι, μαύροι και λευκοί

κι ο Γκρικ, ο Στηβ, πακέτο,
στης ΑΤΤΙΚΑ το γκέτο.

Τον κάρφωσαν οι Τούρκοι
και τώρα βγάζει λούκι.

Τον πιάσαν Φεντεράλοι,
μπάτσοι Αμερικάνοι.

Στης ΑΤΤΙΚΑ τις φυλακές, ο Σάββας το αλάνι,
λίμερνε το κουτάλι, φαλτσέτο το 'χε κάνει,
μην πέσει στα χαρμάνια, των άλλων μεσ' στα μπάνια.
Λίμερνε το κουτάλι, κάμα το είχε κάμει!

Φυλακές ΑΤΤΙΚΑ,

ώρα μηδέν στις τουαλέτες!
Φυλακές ΑΤΤΙΚΑ,

ώρα τ’ς  ανάσας της γοργής,
ώρα της αντρικής τιμής,

ώρα αντρικιά,
ώρα βαριά,

ώρα βιασμού θανατερού!

Φυλακές ΑΤΤΙΚΑ

ώρα Δαυίδ, ώρα Γολιάθ,
ώρα της μάνας,

ώρα Ελλάδας,
ώρα του αντρικού βιασμού,
στης ΑΤΤΙΚΑ τους καμπινέδες!

Ώρα της αντρικής τιμής, ώρα του Σάββα,
ώρα αντρικού αλαλαγμού,
το ξέσπασμα του Έλληνα

στου νέγρου,
όπου έσφαξε,

το άψυχο κουφάρι!


Αμέρικα! Αμέρικα !

Το αίμα σου στάζω,

κλαίω κι ουρλιάζω.
Κλαίω για το μαύρο,

που έστειλα στο χάρο,
πριν με βιάσει

κι απάνω μου οργιάσει!

10 για την κόκα

κι 60 για το φόνο,
είπαν οι δικαστές!
Αμέρικα,

Αμέρικα με καις!

Αντίο, Αγιά Τριάδα
κι εσύ καημένη μάνα.
Αντίο, Σαλονίκη,
γεια σου, Μπαξε τσιφλίκι!




7.

Για τη χαμένη αδερφοσύνη του αδερφού...

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

 

 

Από επιπολαιότητα και σε στιγμές παραφροσύνης

θα δεχτώ τα πύρρεια λόγια σ', αδερφέ
γνώθω δεν το νοείς, ίσως να μη με ξαναδείς.  
Αδερφέ μου αν τα λόγια σ' είχαν μένος και κακία,
θα τ' αφήσω στη συνείδησή σου να κριθείς,
συνείδησης ο αλάθητος κριτής


κι ως ανεφώνησεν ο ποιητής, ώ αδερφέ μου μη χτυπάς,
μη με πονάς, αδερφέ μου άνθρωπε αν σου ’κανα κακό,
ας το βρω απ' τη συνείδησή μου, που μέσα στο είναι μου αρκετή κουβαλώ.

Μη με πονάς, μη με λογχάς,
τα λόγια σου των Μακεδόνων σάρισα και με λογχάς,
Σταμάτα!  Άνθρωπο χτυπάς!

Αδερφέ μου άνθρωπε ταξίδεψε στης Αστυπάλαιας τα κύματα,
στοχάσου, να σου φύγουνε τα κρίματα,
του πελάου την αύρα νιώσε, του κύματος τον παφλασμό αφουγκράσου,
στοχάσου, κυλίσου στην άμμο, στα φύκια και στα βότσαλα,
μαζί τους ένα γίνε, στην αμμουδιά κυλίσου να γαληνέψει η ψυχή σου.

Όσο για μένα τραβώ το δρόμο της Αλόννησος,
δυο βότσαλα τα λόγια μ' που σε πίκραναν,
λόγια όπου χαθήκανε στου αιγιαλού τ' απύθμενα,
τώρα το είναι μ' ζωσμένο ενοχή, για τα χρόνια μας που έχουνε χαθεί,
αδερφέ μου άνθρωπε, εγώ στο δρόμο της Αλόννησος
με τη σιωπή, τη θλίψη και την ενοχή,
στις άκρες των ματιών και των χειλιών μ',
ψελλίζοντας σου κρένω αδερφέ,
το αίμα γαρ ουδείς θνητός δύναται ύδωρ ποιήσει.

Η πατρίδα μας η Ελλάς μας ελάκτισε μακρώθε
και μεις τη νοσταλγήσαμε και παλιννοστήσαμε.
Τούρκοι αφαιρέσαν των γονιών μας τον βίο
και το βιός και μεις χείρα τους τείναμε.
Ιταλογερμανοί, αρκετά μέλη της οικογένειάς μας,
στο Νταχάου και αλλαχού στη Ναζιστική Γερμανία
και τους συγχωρέσαμε!!

Βάσει των ανωτέρων δεδομένων
δεν βρίσκω το λόγο να μη συγχωρέσουμε αλλήλους,
αδερφέ μου άνθρωπε, Γεώργιε Φλυτζανίδη
και άσε το βάρος να επωμισθώ για μας τους δυο,
αν σου ’καμα κακό, Αδερφέ μου Άνθρωπε,
ας το βρω απ' τη συνείδησή μου,
που στα έγκατα του είναι μου αρκετή κουβαλώ.

Υστερόγραφο:
Αδερφέ μου, Άνθρωπε,

το αίμα είπες νερό δεν γίνεται,
γνώθι, όμως, ότι ο χρόνος

στο διάβα του τα πάντα σαρώνει
και το αίμα παγώνει

και τα τραύματα τα ψυχικά,
ξηγιέται όπως γουστάρει και θελώνει.
Άλλα τα εξαλείφει

και άλλα τα επουλώνει.

Συμπέρασμα:  Δεν ζήσαμε ο ένας τον άλλον.
Δεν καταλάβαμε ο ένας ποτέ  τον άλλον
και λαϊκιστί:

«μάτια που δεν βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται»

Είμαστε κι οι δυο θύματα,

εσύ του εαυτού σου και της Αμερικής
και γω του ελληνικού συστήματος.
Τώρα προ πολλού στη Ρόδο ζεις,

στοχάσου, στο Καστελόριζο,
και γω απ' τη Σκιάθο,
ως ανεφώνησεν ο ποιητής,

στο δρόμο της Αλόννησος,
με τη σιωπή στην άκρη των ματιών,
ίσως φευγαλέα φέρω στο νου μ΄ εσέ,

το νησί των ιπποτών,
και να θάβω στις ακτές,

στα βότσαλα και στις φυκιάδες,
τα χρόνια που άδοξα χαθήκαν στων ξενιτεμένων την Ωκεανία,
λησμονημένο απ' τους ιθύνοντες  του κράτους
Καστελόριζο!!



8.

Ένα πρωτόλειο

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

 

   Το κομμάτι αυτό αποτελεί το πρώτο μέρος ενός από τα ποιήματα εμπνέεται ο Δημήτρης ο Φυλτζανίδης, ο οποίος τώρα πια φωνάζει από μακριά το φίλο δημοτικό σύμβουλο της Λαϊκής Συσπείρωσης του Δήμου Σκιάθου με το χαρακτηριστικό: "σύντροφε Γιώργο!!" Του κάνουμε όχι τη χάρη αλλά το καθήκον ενός λειτουργήματος, για την ιστορία της βασανισμένης και ατιμασμένης από τους 'αρμοδίους' Σκιάθου, που αποτελεί χρέος τιμής για όλους εμάς που προτιμάμε το χαιρετισμό αυτό του Δημήτρη.

Γ.Κ.

Στο χώμα το κορμί μου,

στα ύψη η ψυχή μου

και το πνεύμα μου.


Ελλάς,  εαυτέ μου,

φίλε κι οχτρέ μου,

φέγγος θα γίνω

φως να σου δίνω.

Στο σκότος που τρέχεις,

θέλω να βλέπεις ,

μη σύρεις στα δεινά σου,

στ’ άγριο πέρασμά σου,

πια τα παιδιά σου.


Έδωκες φως σε άλλους,

ανελέητους φαύλους,

τους έκαμες μεγάλους…

Και συ με σπαρματσέτο,

με άδειο μουσκέτο,

στη Δεξιά σου χείρα

λάζο σού θέτουν.

Μαχαίρι  μαζί τους

και συ αντάμα,

σα μάνα-μαινάδα

ορθώνεις τη λάμα,

τη μπήγεις στις γέννες σου…


Στο χώμα το κορμί μου,

στα ύψη η ψυχή και το πνέμα μου.

Θύτη μου, εσύ, πατρίδα

με έλξη στην Ελπίδα,

για λίγο τοις Έλλησι φως…

Μ’ αντ’ αυτού

στου χλωμού σου του φέγγους

τη σκιά βίωσα.

Στην υστερνή μου ανασεμιά σ’ αφήνω,

μάνα Ελλάδα,

Λέγκω -Λέγκω μοναχιά,

το στερνό μ’  αντίο σ’ αφήνω…


Εν τάχει στου κόσμου το πλοίο

οδεύω στο Νιμπίρου

σιμά στον Ιλέκιουμ.

Σ’ αφήνω. μητέρα ,

πνιγμένη στα γέλια

χωρίς τους χιτώνες σου.


Σ’ αφήνω εν τάχει,

μ’ απόσεισε πια από τη ράχη

τον όποιο αλλότριο

που κουβαλάς στην πλάτη.

Απόσεισε αυτούς που σου ’χουν κλέψει τα κάλλη,

Αγγλοσάξονες, Σλάβοι,

Φράγκοι, Τούρκοι, Αμερικάνοι.

Κι έχεις κι όλο  δίνεις,

και τίποτα δεν παίρνεις.


Είθε νέοι θεοί του Ολύμπου

απ’ τη στάχτη να σε βγάλουν

και ως φοίνιξ να ίπτασαι,

ώσπου πάλι να ανοίξεις

μια νέα πανδώρεια κάσα

και να πέσεις με μαζόχειο ζήλο

προς τα πέτρινα έτη

και στα ανεπίτρεπτα

τα σφάλματα του χτες:

Μαύρο ’97, ’22, Τετάρτη Αυγούστου,

Εμφύλιος, Ι.Δ.Ε.Α., Α.Σ.Π.Ι.Δ.Α.,

Χούντα, Π.Α.Κ. , «17 Νοέμβρη» …


Και το υποσυνείδητο να στο βαραίνει

η τύψη για την δολοφονημένη Αριστερά.


Και μετά, άντε πάλι,

ναυτικό θα σε δω

στη  Σονόρα ,

σ’ ένα κάποιο λιμάνι.

Με λατίνες  χορεύτρες

και στη σάμπα δοσμένο,

το θερμό σου κεφάλι.

Σ’ ελλοχεύουν Λατίνοι,

μαχαιριές θα σου δώσουν.

Θα γιάνεις και ξανά στο καράβι,

σ’ ένα μπάκτονα πάνω,

τα πλευρά του βαποριού να βάφεις,

βουτηγμένος στη μπογιά, στο κατράμι.

Κι ο τορός απ’ τα ράμματα,

που σου ’ράψαν το μπράτσο,

δεν θα σβήσει ποτές.


Σα μαϊμού θα πηδάς

απ’ αμπάρι σ’ αμπάρι,

από χαρά

που σε κοίταξε

η λάγνα Σιαμέζα εχτές,

στης ζεϊμπεκιάς σου τις στροφές.

Σα μαϊμού θα πηδάς

απ’ αμπάρι σ’ αμπάρι,

με χαρά ξεπαρθένου πρωτάρη…


Σε τρεις μήνες θα σε δω,

άντε πάλι ,

στην Ινδονησία,

μ’ άσπρο  αλαφρό κουστούμι

σιδερωμένο στην τσάκα.

Με μπαμπού θα ’ναι φτιαγμένα

τα μπορντέλα,

σε Μανίλα, Ιάβα και Βόρνεο.


Εξ Αμβούργου  αφιχθείς,

μπάρκο-ξεμπάρκο

νωρίς θα σε δω

σε μια κάποια  πλατφόρμα

στο σταθμό του Μονάχου.

Αριθμός θέσης χύμα,

Στίβα στο «Ακρόπολις Εξπρές» ,

Σλάβο εργάτη κοντραστάρεις,

Τούρκο, Γκρεκό, Ιταλό.

Γκασταρμπάιντ τούς χλευάζεις,

ξύλο και μπουνιές αλλάζεις

για το αίμα

που τους πίνουν βιομηχάνοι ληστές.

Και ξεχνάς τους δικούς σου νταβατζήδες,

τους τζέδες τους εφοπλιστές.

Στα παπόρια είσαι λεύτερος,

τους λες με κάργα βρισιές.

Και να, η Ντόιτσε Πολιτσάι

σε κλειδώνει

σε μπουντρούμι ογρό,

με Τούρκο συγκρατούμενο ∙

τον βλέπεις σαν οχτρό…


Ώσπου να ’ρθει ο συρμός να σε πάρει,

και τρεις μέρες μετά,

στις 21 τ’ Απρίλη,

εν έτει 1967,

με τη Χούντα αγκαλιά…

-«Έλεος! Ναυτικός είμαι,

μη με χτυπάτε, ρε παιδιά»,

- «Άι κόψε, ρε πούστη, τα μαλλιά!

Ο στρατός κυβερνά, ρε κωλοπαιδαρά.»…


Με παπόρι που στην πρύμη ανεμίζει

συμφερόντων αλλότριων ξεφτισμένη παντιέρα,

μηχανικός, καπετάνιος, μαρκόνης,

μαραγκός, τζόβενο,

ναύτης Έλλην του ξενιτεμού θα ’σαι,

στων εθνών τα λιμάνια θα πλανάσαι

και θα αφηγάσαι,

α που λες, θα ιστοράς

και θα εξιστοράς

της Ελλάδας τα κάλλη;


Μη τα βάζεις με τον Γραικό εμέ!

Θα σε δω πάλι, Ελλάδα.

Μη φοβού

θα σε δω με μια νέα χούντα,

η οποία θα  σου σφίγγει τη ζώνη

στο οικονομικό.


Δειχτικά  κορδωμένος

στη Μανίλα

του αλήτη του Μάρκος

και της λάγνας Ιμέλντας,

Σα βατράχου το στέρνο

που από φόβο φουσκώνει διπλό,

θα αφηγάσαι, που λες,

για χαμένες πατρίδες.

Που ’ν στ’ αλήθεια σπαρμένες

με της τέχνης τα θάματα,

Τα μασκουλά σου δεν κιοτεύουν,

θα βαστούν εσαεί και τ’ αψήλου

τα Αρχαία σου Λάβαρα.


Άλλοτες θα σε δω, χαραΐς, χαραΐς,

αυτοηδονιζόμενο

σε κακόφημη ρούγα του Ρότερνταμ,

να εκσπερματώνεις σε κυβερνητικό κτήριο.

Τον τοίχο, με το σπέρμα σου λεκιάζεις,

και το στόμα σου φτύνει το σοβά

και τη σκόνη του τοίχου,

που ο φαλλός σου λέρωσε.


Η γλώσσα σου βλάσφημος θα ’ναι

για τη μαύρη Μολούκα,

την  ξανθή Ολλανδή,

που σου πήραν τις γκίρλες

και δεν σου ’βγάλαν

τα μπούτια στο μεϊντάνι

και τα σκέλια στη χαύδα

για δυο-τρία του φαλλού ξεσπερματώματα,

άντε τέσσερα πες.


Και, α που λες,

άκου Λέγκω ,

η Ιστορία,

ως αλάθητη αργαλίστρα,

ματαϋφαίνει το μέλλον στο χθες.


Πρόσεχε,

τα τελευταία 104 έτη

έχεις κάνει λάθη σωρηδόν.


Στο χώμα το κορμί μου

Στα ύψη η ψυχή

και το πνεύμα μου.

Πατρίδα, χείρα σου τείνω,

του κόσμου το πλοίο

μ’ οδεύει στο Νιμπίρου

σιμά στον Ιλέκιουμ …

Σ’ αφήνω με ένα ψέλλισμα αχνό

γιομάτο αντίο.


Πατρίδα, λίγο σε είδα

πεσμένη ως άγριο ζώο

μες σε βαθιά παγίδα

Κοίταξε να ξυπνήσεις ,

να αλλάξεις τη σελίδα!


Άντε κουνήσου, Λέγκω!

Ξεκόλλα πια απ’ εκεί.

Εκεί  όπου σε έχουνε

πετάξει οι «σύμμαχοί» σου…

Ξεκόλλα τώρα κι άλλαξε

τη μαύρη αυτή σελίδα.

Κι από του Ταϋγέτου βγες

τη σκοτεινή παγίδα!...


(Γιατί,  έτσι δα που έγινες

έτσι όπως είσαι τώρα,

μαζί σου όλοι τους γελούν

και σένα παίρνει η μπόρα…


Σε κοιτούν αφ’ υψηλού

σε βλέπουν  μ’ αηδία,

υπ’ όψιν  δεν σε παίρνουν

και σε βρίσκουν αστεία…)


9.

Ο ξεριζωμός

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014


    Το "Ελεύθερο Βήμα των Πολιτών της Σκιάθου-www.sispirosi.gr" με απερίγραπτη συγκίνηση, μ' έναν αυθόρμητο λυγμό που βγαίνει από της ψυχής μας τα κατάβαθα, καθώς διαβάζοντας αυτούς τους στίχους, ξυπνούν οι μνήμες από τις μεγάλες ιστορικές περιπέτειες του Ελληνικού Λαού, των πατεράδων και των παππούδων μας, δημοσιεύει σήμερα τούτη τη σπαραχτική, μα και γεμάτη από τη λεβεντιά του Πόντου, κατάθεση ψυχής του Σκιαθίτη τίμιου βιοπαλαιστή και πηγαίου λαϊκού μας ποιητή, του ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΥΛΤΖΑΝΙΔΗ. Είναι μεγάλη η χαρά και η τιμή για την ιστοσελίδα του εργαζόμενου Λαού της Σκιάθου να δημοσιεύει τέτοιες συνεργασίες. Ευχόμαστε στο συναγωνιστή και φίλο μας, το Δημήτρη, να είναι πάντοτε γερός, δυνατός και γιομάτος έμπνευση! (συμπληρωμένο 3/9/14)

Ο ξεριζωμός

"Γιουνάν Γκιαούρ" με λέει η Τουρκιά
και η Ελλάδα ..."Τούρκο"...
Εκεί φωτιά και θάνατος
και απ' εδώ : -Τις εστί ούτος;
-Α, μην χολοσκάς, Αούτος.
"Τούρκο" με  λέγαν την αυγήν
"Αούτο" την εσπέρα,
(άμετε εις τον  διάβολον
κι ακόμα παραπέρα...)

Κι όντας στερούντος αντρισμού,
να δέρνουν την Τουρκία,
στο σώμα μου ξεσπάγανε
με πύρινη μανία .
Και τώρα ίσα κι αντρικά
μία τους κάμνω μνεία,
του Πόντου είμαι Έλληνας
του Εύξεινου μας Πόντου,
της Κερασούντας είμαι γιος
κ' εγγόνι της Σαμψούντας.

Θα μ' εύρεις στις  αναφορές
ιστορικών αρχαίων,
Θα μ' εύρεις στα αναφιλητά
χαροκαμένης μάνας.
Θα μ' εύρης μεσ' στο σπαραγμό,
μεσ' στη φωτιά θα μ' εύρεις.
Θα μ' εύρεις, σκόρπια
τα οστά μ', στου Πόντου τα λιβάδια.
Θα μ' εύρεις μεσ' στα αίματα,
θα μ' εύρεις μεσ το κλάυμα.

Θα εύρεις μου την κεφαλήν
τρόπαιο Τούρκου ταγκαλά
στρατιώτη ή ατάκτου.
Φυγά θα μ' εύρεις
στην Ανατολή,
Δύση Βορρά και Νότο.
Θα μ' εύρεις μ' ένα όνειρο,
θα μ' εύρεις μ' ένα τάμα
όντας να ονειρεύομαι
την λεφτεριάν του Πόντου.

Θα μ' εύρεις να ονειρεύομαι
την γην των πρόγονών μου.
Θα μ' εύρεις ν' αφουγκράζομαι
καμπάνα να ηχήσει
και να οραματίζομαι
ότι στου Πόντου τις αυλές
η Λευτεριά κι η Πασχάλια
του Απριλιού μια χαραυγή
θα καρτερεί ν' ανθίσει,
ώστε ο κάθε Πόντιος

λεύτερος στην πατρίδα  του,

ανέμελος να ζήσει.


Τη χώρα των προγόνων μου
αλλοεθνείς πατούνε ,
στα δυο μου μάτια δάκρυα

αστείρευτα κυλούνε...

Την πόλη των πατέρων μου
Αμάσεια τη λένε.
Τούρκοι την επατήσανε,
Αγαρηνούς τους λένε.
Για λευτεριά και λύτρωση,
τα σωθικά μου καίνε...


Εκεί, στου Μάη τα στερνά,
στ' άρχεμα του Ιούνη,
σε σπάθισεν ο Αγαρηνός,
εκει που η γλώττα σ' έλαλεν
ερωτικόν τραγούδι,
εσπάθισε σε ο βάρβαρος,
σ' έκοψε σαν λουλούδι,
στου γάμου σου τ' ανήμερα...

Σε θέρισεν ο βάρβαρος
στου ονείρου τον κοιτώνα
γκριζόμαυρα ο Αύγουστος
ντύθηκε μεσ' το γιόμα
και την ψυχή μου τύλιξε
ο πέπλος του χειμώνα... 

Φρονώ
τ' αντρίκιου  τ' αποχωρισμού
πως ήγγικεν η ώρα,
χρείαν αξόφλητη

-το χαμόγελό σου

στο είναι μου κρατώ-
που ’χες δι' εμέ
και τον καθέν'
φίλε μου, ω, Νικόλα!

Το αίμα σ' θα εκδικηθώ
σε τούρκικο στρατώνα.
Ξεύρε, δεν σφάζω αμάχους,
'γω δεν λογχώ γυναίκες,
δεν χαρακώνω εγώ παιδιά,

εγώ παλεύω αντρίκια.

Πότε, μαθές, φυσήξεις
της λευτεριάς αερικό;
Δεί, ω! να έβγω ένα δειλινό
με τ' όνειρο σεργιάνι
εκεί,
στου Ευξείνου Πόντου τις ακτές,
το πάθιο μου να γειάνει...

 



Δημήτρης Φυλτζανίδης



10.
Φοβάμαι, Αλέξανδρε…
Ένα συγκλονιστικό ποίημα-βίωμα του Σκιαθίτη βιοπαλαιστή Δημήτρη Φυλτζανίδη,
στη μνήμη του δολοφονημένου ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΥ.


Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

   Σήμερα, 6 του Δεκέμβρη 2014 συμπληρώνονται 6 χρόνια από τη θρασύτατη και κτηνώδη δολοφονία του 15χρονου ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΥ από τον φασίστα-«μπάτσο» Κορκονέα στα Εξάρχεια της Αθήνας. Απ’ αφορμή τη σημερινή επέτειο, προδημοσιεύουμε στην ηλεκτρονική μας εφημερίδα ένα συγκλονιστικό, πραγματικά, βιωματικό ποίημα από τη συλλογή ποιημάτων του συμπολίτη μας και φίλου του «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΙΤΩΝ της Σκιάθου-www.sispirosi.gr» Δημήτρη Φυλτζανίδη, αφιερωμένο στη μνήμη του αδικοχαμένου παιδιού.

   Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Φυλτζανίδη, την οποία επιμελήθηκε σε έναν συγκεντρωτικό τόμο η ιστοσελίδα μας, πρόκειται να κυκλοφορήσει έντυπη σε λίγες μέρες στη Σκιάθο, σε μιαν ιδιωτική της έκδοση από τον ίδιο το δημιουργό της.


Φοβάμαι, Αλέξανδρε…

Στη μνήμη του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου

Γιατί θρηνώ, γιατί σε κλαίω, Αλέξανδρέ μου;

Αφού δεν σε ξέρω, γιατί θες ντε,

σώνει και καλά, να φέρεις

το κουρασμένο βήμα μου

στην κουρσεμένη Αθήνα σου;

 

Σε σένα κρένω, άγουρο στάχυ,

που της ζωής χαμαί ξαπλώσαν

σ’ ανύπαρκτη μάχη.

Γιατί ο χαμός σου πικρία,

θλίψη κι οργή το είναι μ’ πλημμυρίζει

και το χέρι μ’ με χαρτί και στυλό οπλίζει;

 

Κείθε στην Αττική κείτεσαι εσύ,

ένθα στη Σκιάθο ίσταμαι εγώ

και μονολόγου διάλογο

μοναχός κάνω για δυο,

τη μια να γίνομαι εσύ

και την άλλη να γίνομαι εγώ.

 

Πες, να μ’ έλκει τ’ όνομά σου;

Αλέξανδρος,

όπως Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,

Αλέξανδρος Μωραϊτίδης,

Μέγας Αλέξανδρος,

του οποίου του  πήρε δέκα χρόνια

να γίνει γνωστός στον τότε κόσμο.

Εσύ, φίλε, σε 24 ώρες

έγινες γνωστός σε όλη την υφήλιο.

Μπροστά σου ωχριούν

οι τρεις Αλέξανδροι που προανέφερα.

 

Αυτοί με συγκίνησαν με τα δρώμενά τους του λόγου,

εσύ, εσύ με συντάραξες,

σε 24 ώρες την υφήλιο κατάχτησες

και μένα μαζί της,

κι όλα αυτά με το θάνατό σου…

Σκέψου να ζούσες κιόλας.

Δεν θα το μάθω ποτές…

 

Γιατί σε τακτά διαστήματα

έρχεσαι στο νου μου;

Είσαι δεκαπεντάρης, είμαι εξηντάρης,

τι το κοινό μας δένει; Ποια κοινή μοίρα;

Το μόνο κοινό που έχουμε εμείς οι δυο

είναι ότι είμαστε θύματα,

της συντεταγμένης αλητείας εσύ

και της συντεταγμένης πολιτείας εγώ.

Δεν διαφέρουν, ίδια είναι και τα δυο.

 

Νεκρό εσένα σε ρίξαν στο χώμα,

και μένα στο πνεύμα μου βάλανε κόμμα.

Σιμά μου ας σ’ έφερναν άσπρες νεφέλες,

να σ’ ιστορούσα και εξιστορούσα

για τις ατέλειωτες, παιδικές μου μαύρες μέρες,

να σου μιλήσω,

που όταν στραβά ένα χωροφύλακα θα κοίταγες,

ήτο «αντίστασις κατά της αρχής»…

 

Να σου πω για τους ανελέητους ξυλοδαρμούς μου

στα οκτώ, στα εννιά μου χρόνια,

να σου πω για την ασέλγεια το νεανικό μου σώμα,

να σου μίλαγα για το 1966,’67,’68

και πάει λέγοντας το πράμα.

 

Ε, λοιπόν μ’ αυτά και μ’ αυτά στο πνεύμα μου ’βάλαν κόμμα,

δεν βάλαν τελεία, εκεί τους την έσκασα,

και δεν θέλω να νομίσεις

ότι έχω κάτι μαζί τους,

ούτε ότι τα ’χω μ’ αυτό που υπηρετούν:

τα ’χω με τον τρόπο που το υπηρετούν.

 

Έχω φαλάκρα, φορώ γυαλιά,

δίνω εντύπωση διανοουμένου,

παρά αστυνομοδαρμένου.

Αντίσταση κατά της αρχής είναι

όταν ορμάς σε 6-7 αστυνομικούς

στο «Ηθών και λεσχών» του Πειραιά,

τρίτος όροφος,

γιατί δεν αντέχεις άλλο το ξύλο…

 

Ξέρεις, όταν τρως τόσο  ξύλο,

είναι δύο οι επιλογές σου:

ή εκλιπαρείς ή ορμάς!

Εγώ τα ’κανα και τα δυο…

Κι άμα εκλιπαρείς να σταματήσουν

σε λένε «κότα», «πούστη»

κι ότι «δεν αντέχεις μια σφαλιάρα».

 

Ξέρεις τι είναι να σε δέρνει

η Ασφάλεια του Βόλου στα δεκάξι σου,

να σε σέρνει στο λιμάνι,

να σε ξυλοφορτώνει,

μόνο και μόνο γιατί τους είπες

να μη σε σπρώχνουν

και να σου φέρονται κόσμια;

 

Ξέρεις τι είναι να σου βάζουν

ανάμεσα στα δάχτυλα

στυλούς και μολύβια, να ’μολογήσεις

κάτι που δεν έκαμες,

να λες πως το ’καμες

απ’ τα πολλά βασανιστήρια και απ’ το πολύ το ξύλο,

για να πάρεις μια ανάσα

και μόλις συνερχόσουν,

έλεγες την αλήθεια

και άντε πάλι απ’ την αρχή…

 

Ξέρεις τι είναι να σε πηγαίνουν

για εξακρίβωση στοιχείων,

ν’ ανακαλύπτει

η Μανιατοκρατούμενη αστυνομία του Πειραιά

ότι το επίθετό σου καταλήγει σε –ίδης

και να σε ξυλοφορτώνει,

να σε λέει «Τούρκο», «αούτο» και «πούστη»;

 

Έχω να σου πω πολλά, πάρα πολλά.

Ξέρεις τι είναι να σε δέρνουνε

για τα μακριά σου μαλλιά;

Να, έτσι τα είχα και ’γω,

μακριά σαν τα δικά σου…

 

Ξέρεις τι είναι να ’σαι παιδί,

να θέλεις ν’ αγκαλιάσεις τον κόσμο όλο,

και ένα μέρος του κόσμου να σε δέρνει;

 

Τέλειωσα με το ζόρι το Δημοτικό

κι είχα την καλή τύχη να ζήσω

με τα άσματα του Κώστα Χατζή, του Ξυλούρη,

του Θεοδωράκη, του Μαρκόπουλου,

του Σκουλά, του Χαλκιά,

και από τα μουσικά ακούσματα μορφώθηκα,

πήρα και τα βιβλία του Γυμνασίου

και τα διάβασα στα μπάρκα,

στη θαλάσσια μοναξιά,

εκεί που πραγματικά

πήρε μια ανάσα το πνέμα μου,

κει στη μολυβένια απέραντη μοναξιά,

μεταξύ Εσπερίας και Ασίας.

 

Εκεί ξεκούρασα το πνέμα μου.

Διάβασα Ρίτσο, Ελύτη, Ψαθά,

κι άκουγα Θεοδωράκη, Μαρκόπουλο,

Rolling Stones, Paint it Black και Pink Floyd.

Θεοδωράκη και Μαρκόπουλο στους συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Μεγάλο κεφάλαιο ετούτοι.

Άμα δεν πας σχολείο, είναι ό,τι πρέπει

για να πάρεις στοιχεία και οντότητα.

Μορφώνεσαι άνετα με τους ανωτέρω.

 

Πώς θα ’θελα να σε γνώριζα,

να σ’ έφερνα στη Σκιάθο,

στα ρόδιν’ ακρογιάλια της και στο παλιό της Κάστρο.

Μα γιατί δεν ξεκολλάς απ’ το νου μου;

Τι θα γίνει με σένα;

Τι φταίω εγώ αν τα Εξάρχεια,

που ήταν χώρος ανταλλαγής απόψεων και ιδεών,

τι φταίω εγώ εάν τα Εξάρχεια

η συντεταγμένη πολιτεία τα κατάντησε

σκοπευτήριο Καισαριανής

και χώρο πυροβολισμών;

 

Σκέφτομαι που σε πήραν μια,

και ταύτα σκέφτομαι

και μένα που μ’ αφήκαν

μισό κομμένο όνειρο, κατά πώς λέει κι ο ποιητής,

και δεν μπορώ

στην παλάντζα του νου μ’ να ζυγιάσω

εμένα που μ’ αφήκαν να ζω

και γεμίσαν τις ’ποδέλοιπες νύχτες μου εφιάλτες…

 

Δεν ξέρω ποιο είναι χειρότερο απ’ τα δυο:

εσένα που σε στείλανε στον ρου του Αχέροντα

ή εγώ που με αφήκαν ζωντανό,

να ακούω το βρυχηθμό του λέοντα;

 

Τελικά, το ’χετε εσείς οι Αλέξανδροι,

Αλέξανδρος ο Μακεδών ή Μέγας,

Αλέξανδρος Υψηλάντης,

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,

Αλέξανδρος Μωραϊτίδης,

και να ’σου τώρα εσύ,

Αητόπουλο που φτερουγά

στο πρώτο πέταγμά του.

 

Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος… Γρήγορα ήρθες,

γρήγορα εξεφώλιασες, γρήγορα επέταξες…

Το ’καμες το θάμα σου, άγουρο στάχυ,

γέμισες την Ακρόπολη πανό,

στην Πόλη αγρίεψες τον Τούρκο,

ξεσήκωσες τον Ευρωπαίο

και μένανε τα νιάτα σου μ’ έκανες και τα κλαίω…

 

Γιατί, μα γιατί, Αλέξανδρέ μου,

ξεθάβεις από μέσα μου τα δικά μου πάθια,

που επιμελώς είχα τόσα χρόνια θάψει

και συμβιβάστηκα με μια ουτοπική πραγματικότητα;

Γιατί άραγε μου τ’ ανατρέπεις όλα αυτά;

 

Άμα σου πω πως σ’ αγαπάω,

πως πονώ για το φονικό,

θα μ’ αφήσεις ήσυχο;

Με παρέα της μοναξιάς μου τ’ ανάστημα

να με καθηλώνει,

ήρθες στη σκέψη μου

και σκοπεύεις να μείνεις.

Πότε θ’ απαλλαγώ από σένα

και θα πάψουν τα μάτια μου να ’ναι κλαμένα;

 

Τι κοινό έχω εγώ με σένα

και μ’ οπλίζεις τα χέρια

με χαρτί και με πέννα;

Τι κοινό έχω με σένα εγώ;

Δεν σ’ απαξιώ,

ξεύρε, σε τιμώ,

μα φέρνεις στη σκέψη μου

ξεσηκωμούς απ’ το παρελθόν μου το νεκρό

και τη σκέψη μου κυριεύει η οργή κι ο θυμός.

 

Κατάρα σ’ αυτούς που σου κούρσεψαν τη ζωή,

άγουρο νιάτο, ώρα 9 και 10΄…

Αν θυμάμαι καλά, ήταν Σαββάτο…

 

Είθε να ’χα τσαγανό Άραβα πατριώτη,

στα όμματα της μάνας της Ελλάδας μας

το είναι μ’ ν’ ανατίναζα

και να το κάμω στάχτην,

μήπως και συνετιστεί γαρ,

μήπως και αλλάξει άρδην.

 

Γιατί κατά πώς πορεύεται,

το μόνο που θ’ αλλάζει

θα είναι τα ονόματά σας:

σήμερα ο Γρηγορόπουλος,

αύριο το επίθετο θα καταλήγει σε –άκης, -ίδης, -άδης,

-έας, -άκος, ίσως και –όπουλος.

 

Αν δεν αλλάξει ταχτική η μάνα Ελλάς,

θα μας ξαπλώνει νεκρούς η «Ελ. Ασ.»…

Ο θάνατός σου ρωγμή στην ψυχή μου ποιεί,

γιατί εσύ είσαι εγώ και ’γω είμαι εσύ…

 

Φοβάμαι, Αλέξανδρε,

φοβάμαι…

 

Σημείωση του ποιητή: Θέλω, για λόγους δικαιοσύνης, να ξεχωρίσω ένα μικρό αριθμό αστυνομικών, που στάθηκαν πραγματικοί άνθρωποι. Αυτό κατάλαβαν το δράμα της ζωής μου και μου συμπεριφέρθηκαν ανθρώπινα.




11.

Ύστατος αποχαιρετισμός σε δυο  φίλους που "έφυγαν"...

Μικρό ποιητικό μνημόσυνο

 

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016
Αποτέλεσμα εικόνας για επιτύμβια στηλη ναυτικών
Ο Σκιαθίτης ποιητής, φίλος και συνεργάτης της ιστοσελίδας μας, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΛΤΖΑΝΙΔΗΣ, στέλνει με τους παρακάτω στίχους του το ύστατο "χαίρε" σε δυο εκλεκτούς  συμπατριώτες μας, οι οποίοι "έφυγαν" από τη ζωή πριν λίγες ημέρες. Ας είναι παντοτινή η μνήμη τους....
Α.

Στον Μιχάλη Βερβέρη

 


Θεόρατο ήτουνε το μπόι σου...

Να σε θωρίσω σήκωνα την κεφαλή μ' τ' αψήλου,

εκ παιδιόθεν φίλτατε και συμμαθητά,

αγαπητέ Μιχάλη,

που στου Σεπτέμβρη τα στερνά

η Σκιάθος, που σε έτεκε,

πίσω σε θέλει πάλι.


Όθεν απ' το μισεμό σ'

πεδίο μοι 'πλεξε ο νους ουτοπικό.

Θωρώ σε

σε μπάρκο μπέστια ιστάμενος,

τρανός και τιμονιέρης,

με τσούρμο αγγέλους σκάπουλους,

μακρόθε ν' αλαργεύεις.


Ένεκα του μισεμού σου,

μου κρένει αυτό που θέλω

για σε ο νους.

Είθε να ρεμετζάρεις σε άγιο και θεϊκό

ουράνιο λιμάνι!

Αντίο φίλε, καλόκαρδε Μιχάλη...



Β.

Στον Νίκο Κοντό


Μέρα Οκτώβρη, συγνεφιασμένη και βουβή

'κούω του Χάρου το σπαθί

να σου σιγεί ανάσα και ζωή...


Θωρώ τους φίλους σου, τους συγγενείς,

ένθε κακείθε, ολούθε στο νησί,

θωρώ τους,

θρηνούν σε γοερά

στο μαύρο ενδεδυμένοι...


Σε μπάρκο μπέστια μόλαρες κάβο

κι άνοιξες πανιά,

ουράνια ρότα χάραξες,

θεϊκιά

κι από τ' αψήλου πιο ψηλά

φεύγεις, μισεύεις, αλαργεύεις...


Θλίβομαι και 'γω για το χαμό σου,

καλοσυνάτο γειτονόπουλο,

και ύστατο "χαίρε" σου κρένω...

Και στ' ατέρμονο ταξίδι σου

είθε αγγέλους να 'χεις συνοδειά!


Αντίο, λεβέντη Νίκο!

Έχε γεια...

 

Δημήτρης Φυλτζανίδης
Σκιάθος, Οκτώβρης του 2016


 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για επιτύμβια στηλη ναυτικών

 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση