αρχική σελίδα παιδεία Οι νέοι της Σκιάθου μελετούν, ζωγραφίζουν και αναλύουν το λογοτεχνικό έργο του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη. Μαθητικός Διαγωνισμός με πρωτοβουλία του Συλλόγου "Οι Δύο Αλέξανδροι".

εγγραφή χρήστη



Δημοφιλή

Οι νέοι της Σκιάθου μελετούν, ζωγραφίζουν και αναλύουν το λογοτεχνικό έργο του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη. Μαθητικός Διαγωνισμός με πρωτοβουλία του Συλλόγου "Οι Δύο Αλέξανδροι". PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - άρθρα για την παιδεία
Συντάχθηκε απο τον/την Από το Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού και Περιβαλλοντικού Συλλόγου Σκιαθιτών "Οι Δύο Αλέξανδροι"   
Κυριακή, 07 Μαίου 2017 07:11
 
   Από το Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού και Περιβαλλοντικού Συλλόγου Σκιαθιτών "Οι Δύο Αλέξανδροι" προκηρύχθηκε μαθητικός διαγωνισμός ζωγραφικής και ερμηνευτικής προσέγγισης λογοτεχνικού κειμένου με θέμα το έργο του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη.  Δημοσιεύουμε τη σχετική ανακοίνωση της αξιέπαινης αυτής πολιτιστικής-εκπαιδευτικής πρωτοβουλίας, που αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής στον δεύτερο -κατά σειρά- μεγάλο λογοτέχνη της Σκιάθου, που έζησε και δημιούργησε σπουδαίο λογοτεχνικό έργο στον τομέα της πεζογραφίας μας, μεταξύ του 19ου και του 20ου αιώνα (1850-1929).

 

ΜΑΘΗΤΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΗΣ ΣΚΙΑΘΟΥ


   Ο Πολιτιστικός – Περιβαλλοντικός Σύλλογος Σκιαθιτών «Οι Δύο Αλέξανδροι»,  έχοντας στόχο να γνωρίσουν οι νέοι του νησιού μας το σπουδαίο λογοτεχνικό έργο του Σκιαθίτη συγγραφέα Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, προγραμματίζει τη διοργάνωση διαγωνισμού για τους μαθητές των σχολείων της Σκιάθου.

   Προκηρύσσεται:

     α) Διαγωνισμός Ζωγραφικής για τους μαθητές του Γυμνασίου και των δύο τελευταίων τάξεων του Δημοτικού των σχολείων της Σκιάθου.

   Θέμα του διαγωνισμού: «Μία εικόνα από τα διηγήματα του  Αλέξανδρου Μωραϊτίδη».

   Ο διαγωνισμός θα διεξαχθεί την Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017, ώρα 11:00 π.μ., σε αίθουσα του Γυμνασίου Σκιάθου. Οι μαθητές και οι μαθήτριες που επιθυμούν να συμμετάσχουν θα πρέπει να το δηλώσουν μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου στη Διεύθυνση των σχολείων τους.

   Τα βραβεία (τρία) θα είναι εκπαιδευτικά παιχνίδια και είδη Ζωγραφικής.

   Η βράβευση των έργων θα γίνει σε τιμητική εκδήλωση, όπου και θα εκτεθούν όλα τα έργα.



     β) Διαγωνισμός επεξεργασίας λογοτεχνικού κειμένου, ο οποίος απευθύνεται στους μαθητές του Λυκείου Σκιάθου.  Οι μαθητές καλούνται να μελετήσουν το διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη «Φαντάσματα» και να απαντήσουν σε ερωτήσεις κατανόησης και μορφολογικής επεξεργασίας του διηγήματος αυτού.

   Ο διαγωνισμός θα λάβει χώρα την Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017, ώρα 11:00 π.μ., σε αίθουσα του Γυμνασίου Σκιάθου.  Οι μαθητές και οι μαθήτριες που επιθυμούν να συμμετάσχουν θα πρέπει να το δηλώσουν μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου στη Διεύθυνση του Λυκείου ή στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Συλλόγου: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

   Ο διαγωνισμός θα έχει χρηματικά έπαθλα (100 € για το πρώτο βραβείο, 70 € για το δεύτερο και 40 € για το τρίτο).   Προϋπόθεση για τη διεκδίκηση του βραβείου θα είναι η λήψη της βάσης (10) δέκα με άριστα το (20) είκοσι. Η απονομή των βραβείων θα γίνει σε ειδική τιμητική εκδήλωση.

   Τα διηγήματα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη μπορείτε να τα βρείτε στις Βιβλιοθήκες του Πνευματικού Κέντρου, του Δήμου, του Λυκείου Σκιάθου, καθώς επίσης και στα βιβλιοπωλεία της Σκιάθου.

   Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

   Url: dyoalexandroi.wordpress.com

 

   Το Διοικητικό Συμβούλιο.



Αποτέλεσμα εικόνας για ΠαπαδιαμάντηςΑποτέλεσμα εικόνας για ΔΥΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΙ

Πολιτιστικός – Περιβαλλοντικός Σύλλογος Σκιαθιτών «Οι Δύο Αλέξανδροι




Ως συμπλήρωμα της παραπάνω δημοσίευσης για το διαγωνισμό, το Δ.Σ των "ΔΥΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΩΝ" και η Συντακτική Επιτροπή της sispiros.gr αναδημοσιεύουμε και το κείμενο του διηγήματος του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  "Φαντάσματα", στο οποίο καλούνται να διαγωνιστούν οι συμμετέχοντες μαθητές της Σκιάθου:

ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ
(1896)


Είχε μήνα σχεδόν πίσω εις τα προς δυσμάς της νήσου πευκόφυτα Κατάμερα, ο γέρω-Μπαρέκος. Καιρός που γεννούν τα πράματα, καταλαμβάνετε. Και θέλουν και αυτά το απάγκιο τους, την φωτιά τους, την περιποίησίν τους, τον άνθρωπόν τους. Σαν τους ανθρώπους και αυτά. Και όταν ένα πρωί, μετά ταύτα, κληθείς ως μάρτυς εις το ειρηνοδικείον, ηναγκάσθη να εισέλθη εις το χωρίον, έκαμνε τον σταυρόν του απάν'- πανωτού, βλέπων μίαν παράδοξον μεταβολήν εις αυτό, εις όλας σχεδόν τας οικίας, χαραγμένους επί των τοίχων μαύρους, κατάμαυρους σταυρούς, μεγάλους-μεγάλους.

Αν ηυτύχει, ο ερημικός και ορεσίβιος γεροντάκος, να επισκεφθή την πρωτεύουσαν, θα εγνώριζε τον σκοπόν των μαύρων σταυρών, των ούτως επί των τοίχων χαρασσομένων, και δεν θα ευρίσκετο εις την θλιβεράν δι' αυτόν ανάγκην, να κάμνη τον σταυρόν του, πρωί-πρωί, αυτός ο οποίος, ως έλεγεν εις τον παπα- Μακάριον, απέφευγε να εκκλησιάζεται, μόνον και μόνον, ίνα μη, κάμνων τον σταυρόν του, θεωρηθή ως υποκριτής, αν και εβεβαίου μεθ' όρκου, την πολλήν του ευλάβειαν. Τις οίδε, ποίον πνεύμα, πνεύμα έξαλλον, αθηναϊκόν πνεύμα, συγγενές των επτά δαιμονίων, έπνευσε και μέχρι του γερω-πεύκου, υφ' ον κατεσκήνου ο χριστιανός, κ' εθεώρει, και αυτός, υποκρισίαν, να εκτελή, ουχί τα υπέρ άνθρωπον, δεν ήτο προς τοιαύτα ο ανθρωπάκος, αλλά τα νόμιμα κ' επιβεβλημένα εις τον αξιωθέντα του θείου βαπτίσματος.

Και πού να ήξευρες, ανθρωπάκο μου, ότι οι μεγαλείτεροι υποκριταί είνε οι αποφεύγοντες δήθεν την υποκρισίαν . . .

Προχωρών εντός της κωμοπόλεως, και βλέπων πάντοτε, εν μακρά μαύρη παρατάξει, τους επί των τοίχων σταυρούς, ήρχισε να κατασκευάζη διαφόρους συλλογισμούς. Είχε χαράξει καλά πλέον. Αλλ' οι άνθρωποι εκοιμώντο ακόμη και ήτο ησυχία σιωπηλή, ουδέ πνοή ανέμου ετάραττε τας σκέψεις του ποιμένος:

— Ο καινούργιος δήμαρχος, καθώς φαίνεται, είνε θεοφοβούμενος άνθρωπος, και θέλει, όλοι μας να γείνωμεν σαν αυτόν. — Κατά το Μαστρογιάννη και τα κοπέλια του. — Να ήξευρα έτσι, θα σούριχνα ένα άσπρο, μα τον Σταυρό!

Κ' υψών είτα ένδον τον λογισμόν του, εκραύγασεν εν εαυτώ:

— Αρχή άντρα ρίχνει!

Ήξευρε και ρητά, βλέπετε, και μετεμόρφωνεν αυτά με την πευκίσιαν γλώσσαν του πολύ σωστά. Καλλίτερα και από το πρωτότυπον, αν συγκρίνωμεν το παρηλλαγμένον ούτω ρητόν του ποιμένος προς την σύγχρονον πολιτικήν μας κατάστασιν. Πευκίσιο μυαλό — καταλαμβάνετε — όλο ευωδία και δροσιά . . .

Όταν δε πάλιν έφθασεν επάνω εις το κεφαλοχώρι, σταθείς ανέκραξεν, έκπληκτος βλέπων το μαύρον θέαμα:

— Βρε κακό Σταυροί!

— Τα βλέπεις, παιδί μ' γέρω-Μπαρέκο, τι πάθαμε;

Διέκοψε την έκπληξιν του ποιμένος γραία, γείτων εκεί, θρηνωδώς επιδεικνύουσα τον επί του τοίχου της οικίας της μαύρον σταυρόν.

— Τι πάθαμε, γρηά μ; Ο σταυρός είνε καλό πράμα, μαθές, φυλαχτό, μαθές. Πώς να σ' πω; Ο καινούργιος δήμαρχος έχει σκοπό να καθαρίση το χωριό, κι' άρχισεν από τα φαντάσματα. Όξ' από δω!

— Αχ, παιδί μ' γέρω-Μπαρέκο, επανέλαβεν η γραία γείτων. Πάθαμε τάπαθα. Δεν τάμαθες, μαθές;

— Πού να τα μάθω πίσω 'σ τα πράματα:

— Πάει το σπιτάκι μου, παιδί μ' γέρω-Μπαρέκο. Το παίρνει ο δρόμος. Τ' ακούς αυτά, παιδί μ' γερω-Μπαρέκο; Τακούω, πες. Το παίρνει το σχέδιο. Τα ξέρεις αυτά του λόγου σου, που ζης μέσα 'ς τα πεύκα; 'Σ τον καθαρόν αέρα; Τα καταλαβαίνεις αυτά του λόγου σου με τα κατσικίσιο το μυαλό; Το παίρνει, λέει, το σχέδιο.

Και ωλόλυζε:

— Μάθαμε τάμαθα, και πάθαμε τάπαθα, με τον καινούργιο τον δήμαρχο. Το παίρνει το σχέδιο το σπιτάκι μου!

— Ποιο σχέδιο, χριστιανή μ;

— Νά. Ακούς να σ' πω, παιδί μ' γέρω-Μπαρέκο, ακούς να σ' πω. Ο καινούργιος ο δήμαρχος, με τη δωδεκάδα, προσκάλεσεν απ' την Χαλκίδα τον κυρ- Μαχανικό με τη μαχανή.

— Α, την κυρά-Μαχανή, την μάγισσα! Καλά έκαμε, διέκοψεν ο ποιμήν.

— Όχι, χριστιανέ μ'. Ακούς να σ' πω. Τον κυρ-Μαχανικό.

— Α, τον κυρ Μαχανικό! επανέλαβεν ο γέρων μετά σοβαρότητος. Κατάλαβα!

— Ναι, εξηκολούθησεν η γραία, Τον κυρ-Μαχανικό, απ' λες, για να φκιάση, λέει, το χωριό. Και θα το χαλάση, λέει, παιδί μ' γερω-Μπαρέκο.

Ο γέρω-Μπαρέκος ετίναξε την τραγόκαπα, υψώσας τους ώμους του και τείνας τας χείρας ένδον, ως εάν ήθελε να σφάξη αιγίδιον, και έκαμεν άλλην μίαν φοράν τον Σταυρόν του, μεγάλον-μεγάλον τώρα, ως ει ευρίσκετο ενώπιον του παπά- Διονυσίου, του γέροντα, έως εδάφους.

— Θ' ανοίξουν δρόμους, εξηκολούθησεν η γραία, θα φκιάσουν πλατέαις, θα στρώσουν καλτερίμια ίσια, θα φκιάσουν βρύσαις. Θα φυτέψουν δέντρα, θα φέρουν το νερό από δύο ώραις δρόμο, θα φκιάσουν κήπους για το σιεργιάνι. Θα φκιάσουν . . . λαγούς με πετραχείλια! . . .

— Και θα χαλάσουν λοιπόν το χωριό πρώτα, για να φκιάσουν όλα αυτά; Γιατί, αν είνε καθώς λες, όλα τα σπίτια έχουν σταυρούς.

— Είνε για χάλασμα, παιδί μου, γέρω-Μπαρέκο.

— Βέβαια, επεδοκίμασεν ήδη ο ποιμήν, ξηροβήξας. Εάν δεν χαλάση ένα πράμα, δεν φκιάνεται. Καλά τους είπανε χαλασοχώρηδες.

— Πάει το σπιτάκι μου! Πάει το σπιτάκι μου, παιδί μ' γέρω-Μπαρέκο. Κύττα ένα σταυρό μεγάλο που του κάμανε; Σήμερα θ' αρχίσουν να χαλνάνε. Είδα εγώ ψες βράδυ τους λοστούς και τα τσαπιά, απ' έξω από την δημαρχία. Το παίρνει ο δρόμος το σπιτάκι μου, και θα μ' αφήσουν 'στον δρόμο, απ' λες, παιδί μ' γέρω- Μπαρέκο.

Και ήρχισε να τραβά τα μαλλιά της η γραία, ολολύζουσα:

— Ποιος Θεός να μ' ακούση και ποιος κριτής να με κρίνη! Αφότου έγραψαν τον σταυρόν επί του τοίχου του οικίσκου της, δύο ημέρας τώρα, έμεινεν άγρυπνος, εξομολογουμένη εις τους διαβάτας τον πόνον της και ζητούσα παρηγορίαν η γραία.

— Τι να σ' πω κ' εγώ χριστιανή μ! Εγώ ήμουνα πίσω 'ς τα πράματα. Γεννήσανε καλά φέτος. Δόξα σοι ο Θεός! Τάχω όλα μια χαρά. Μα τώρα πρωί- πρωί, μ' αυτά που ακούω, και μ' αυτά που βλέπω, μώρχεται να κάμω τον σταυρό μου. Λες να σταυρώσουν και τα πεύκα, κακομοίρα; Γιατί είδα σήμερα, που ερχόμουνα, τρεις σταυρωτήδες, με τους μπαλτάδες, που τραβούσαν για Πίσω.

Και αίφνης, ρίψας τα μικρούτσικα ματάκια του ο γέρων ποιμήν, επί του εγγύς ηρειπωμένου οίκου, αληθούς μεγάρου, σειομένου, θαρρείς, εις την πνοήν του ανέμου και απειλούντος να κρημνισθή και να κρημνίση γύρω-γύρω πολλά σπιτάκια, τα οποία εν τρόμω έπτησσον περί τα κράσπεδά του ως γαλιά περί μαδημένην γαλοπούλαν, και παρατηρήσας καλώς ότι δεν έφερε σταυρόν, ανέκραξε, διαμαρτυρόμενος, ως παραμυθών την απαραμύθητον γραίαν:

— Δεν κάνανε, μπάρεμ, κ' εδώ ένα σταυρό, σ' αυτό το στοιχειό, να φύγουν τα στοιχειά, που χορεύουν κάθε βράδυ και τρομάζει ο κόσμος να περάση την νύχτα; Δεν είδανε κοτζάμ στοιχειό ενώ, μόν' είδανε την τρύπα την δική σου;

— Σ' το ρημαδιακό σ' να κάμουν σταυρό, θεοκατάρατε!

Απήντησε τότε τραχεία και φοβερά φωνή γραίας άλλης, σωρευμένης ως σακκίου επί της σαλευομένης του μαύρου οίκου αυλαίας, υψηλής και μεγάλης ως παλατίου, ήτις σεισθείσα επί των σιδηρών στροφίγγων της, έτριξε γοερώς, ως να έκλαιε πνιγόμενος.

Ο γέρων μη διακρίνας τον σωρόν εκείνον της γραίας, έστρεψεν επάνω την κεφαλήν, προς τα έρημα και ανοικτά παράθυρα του πρώτου πατώματος, από του οποίου επίστευσεν ότι κατήλθεν η απειλή εκείνη η φοβερά, δαιμονίου απειλή, στοιχειωμένου εκεί από αιώνων.

Συνεμάζευσε την κάπαν του, εκάλυψε την κεφαλήν του με την κουκούλαν και απεμακρύνθη, χωρίς ουδέ τον σταυρόν του να κάμη από τον φόβον του.

— Θεοκατάρατε!

Ανεφώνησεν ακόμη μίαν φοράν η γραία, η σορός, απειλητικώτερον.

Και ο γέρω-Μπαρέκος, αφού απεμακρύνθη έμφοβος, ετάχυνε κατόπιν το βήμα και έγεινεν άφαντος. Διηγείτο δε μετ' ολίγον εις το γύφτικον, όπου μετέβη να διορθώση μίαν τσάπαν, ότι ησθάνθη εις την ράχιν του βαρύν κτύπον λίθου, εκσφενδονισθέντος κατ' αυτού από του υψηλοτέρου παραθύρου της στοιχειωμένης οικίας:

— 'Σπολλάετη που είχα την κάπα, μωρέ γύφτο, αλλέως άσχημα την είχα, μέρα-μεσημέρι.

* *
*

Ο καπετάν-Τσούρμας ο Παπαργυρός ήτο υπερήφανος και εις άκρον φιλόδοξος. Αποκτήσας δύο παμμέγιστα ιστιοφόρα, ταξειδεύοντα εις τον ωκεανόν, έγεινεν ο πρώτος μεταξύ των πλοιάρχων. Μη γνωρίζων δε πώς να δαπανά το αργύριον, το οποίον, ως λέγουν, με της κόφαις κουβαλούσαν οι ναύται εις τον οίκον του, εις κάθε ταξείδι, όλο και δίστυλα κολωνάτα, διά τον οποίον αμύθητον πλούτον του και ωνομάσθη Παπαργυρός, όταν μια χρονιά, αγαθοί τέκτονες, τηνιακοί, μετακληθέντες, έκτισαν την μητρόπολιν, απεφάσισε να οικοδομήση και αυτός οικίαν, η οποία να διακρίνεται εν όλω τω χωρίω, ως διακρίνεται ο τρούλος ναού βυζαντινού.

Τω όντι, επάνω εις την ωραιοτέραν του λιμένος θέσιν, επάνω εις το υψηλότερον του χωρίου μέρος, επάνω εις ένα βράχον λευκόν, λευκότερον από το κύμα, το οποίον τον έλουεν ημέραν και νύκτα, οι τηνιακοί τέκτονες έκτισαν πάλλευκον καλόν μέγαρον, ως εξαφρισθέν εκεί υπό νηρηίδων από του βυθού, με δύο ορόφους, με ογκώδη και υψηλήν πύλην, με μεγάλα παράθυρα, με μαρμάρινον πάγκαλον εξώστην, όπου καθήμενος ο καπετάν-Τσούρμας ο Παπαργυρός εκάπνιζε τα τσιμπούκι του κ' εκαμάρωνε, δίπλα του αραγμένας, της δύο σκούναις του, ότε κατέπλεον, περνώσαι μόνον και μόνον ίνα τον χαιρετίσουν και τας χαιρετίση, επειδή δεν εταξείδευε πλέον, παραδώσας την κυβέρνησίν των εις τον μονογενή αυτού υιόν. Αν ήθελεν, από εκεί όπου εκάθητο, κ' ήγγιζον αι κεραίαι των εις τα μαρμάρινα κράσπεδα του εξώστου, αν ήθελε, τας εθώπευε τας δύο σκούνας του, ως θωπεύει κανείς εύμορφον γαλήν παρά τα γόνατά του. Αν ήθελε, τας εφίλει εις το χρυσωμένο κορζέτο, ως φιλεί κανείς εις τα λευκόν μέτωπον πάγκαλον κόρην του.

Και συνήθισε κ' εκάθητο εις τον μαρμάρινον εξώστην από 'πάνω από το κύμα, σαν γλάρος του Αιγαίου, με το λευκόν του εσώβρακον, και ότε δεν υπήρχον εκεί πλέον τα δύο πλοία του, ταξειδεύοντα. Εκάθητο, καπνίζων πάντοτε το τσιμπούκι του, με τον μέγαν κόμβον τον ηλέκτρινον, κ' ερρέμβαζε, προς το ευρύ πέλαγος θεωρών, όπου η φαντασία του απεικόνιζε τα δύο ιστιοφόρα, τα οποία τάχα μακρά, μαύρα, με άσπρο μπούρδο, με υψηλόν και κομψόν εξαρτισμόν, με χρυσά κορζέτα, λάμποντα εις τον ήλιον, μ' εξανεμιζομένην την πλατείαν και μακράν σημαίαν, έκαμνον βόλταις, έξω από τα νησιά, ζεύγος δελφίνων ολισθηρόν, συνωρίς τρυφερά τριτώνων. Ω! πόσον έλαμπεν από της ιμερτής χαράς το πολιόν πρόσωπον του πρεσβύτου, ως λάμπει το πρόσωπον πατρός, προπέμποντος εις τον ωκεανόν του Κόσμου το τέκνον του, του οποίου προ μικρού ησπάσθη της χαράς τα στέφανα. Και ανέπτυσσεν αίφνης, υψηλά κρατών, το λευκόν του μανδήλιον κ' εκίνει αυτά εις σημείον χαιρετισμού, χαιρετίζων το ευρύ κενόν του πόντου, ενώ αδαμάντινα δύο δάκρυα εκύλιον γλυκά-γλυκά επί των παρειών του, ως σταγόνες δρόσου, δάκρυα χαράς, ευγνωμοσύνη προς την καλήν τύχην. Ενίοτε τα ινδάλματα αυτά τα κενά της φαντασίας του τόσον ζωηρώς παρίσταντο ενώπιον των οφθαλμών του, ώστ' αίφνης, εγειρόμενος από του ξυλίνου καθίσματος εκίνει το επίμηκες τσιμπούκι του, με τον μέγαν ηλέκτρινον κόμβον, απαστράπτοντα κιτρίνους αστραπάς, επιτάσσων, παρακελεύων καθοδηγών προς ευθυποΐαν τον πηδαλιούχον, παροτρύνων τους ναύτας, επαινών τον υιόν του, τον ευτυχή κυβερνήτην, παραινών.

Και ύψου την φωνήν, κ' έτεινε τον λαιμόν, και προέτεινε το στήθος, ατενώς βλέπων προς το έρημον πέλαγος, και διώρθου τα ιστία, και μετέστρεφε το πηδάλιον, κ' εχαλάρου τα σχοινία, και έτεινεν άλλα, στερεών τα υψηλότερα πανία άτινα, ως μετέωρα, μετά δεινού πατάγου εκτυπούσαν, ως πτέρυγες ορνέων παμμέγισται, του εφαίνοντο. Χωρίς να υπάρχουν ενώπιόν του ούτε πλοία, ούτε ιστία, αλλά μόνον η θάλασσα γαλανή, ευρεία, σιωπηλή, ως μυστηρίου εικών.

Και όταν, διά των παρακελεύσεών του τούτων, διωρθούντο δήθεν τα μικρά σφάλματα του κυβερνήτου, κ' επανήρχετο το πλοίον εις την ευθυπλοΐαν, εφιππεύον τα θορυβώδη κύματα, υπερήφανος πτερωτός ίππος, ηγάλλετο τότε κι' ηυφραίνετο προς της χαράς του αυτής τα φαντάσματα ο λευκός γέρων, κ' εξεδήλου την χαράν του αυτήν τότε, αναπαυόμενος επί της ευρείας πολυθρόνας του ως νικητής μετά την ναυμαχίαν, γαλήνιος, εύθυμος, εκπέμπων μεγάλας και πυκνάς τολύπας ευώδους καπνού από το μακρόν του τσιμπούκι, εξατμίζων την πλημμυρούσαν τα ναυτικά στήθη του χαράν.

Αχ! Πόσον δεν μας ευφραίνουν όλους, πόσον δεν μας καθηδύνουν όλους, της χαράς μας αυτά τα φαντάσματα, της ψυχής μας οι παλαιοί αυτοί πόθοι, όταν εις την δύσιν του βίου μας εμφανίζωνται, ως όταν είμεθα νέοι, εις τον καιρόν μας, πλήρεις ζωής και ακμής, ότε πράγματι τους απηλαύσαμεν τους πόθους εκείνους τους γλυκείς, τους μακαρίους εκείνους πόθους, την χαράν εκείνην την άρρητον, ότε δεν ήσαν φαντάσματα, αλλά πραγματικαί, υπάρχουσαι, ζώσαι εικόνες, ότε, εν τω κυανώ ορίζοντι της ζωής ημών, μόνον η ανατολή εδείκνυτο, σβεννυμένης της δύσεως μέσα εις την άφθονον του μεσουρανήματος λάμψιν, ότε η ωραία σκούνα μας ήτο παρά το πλευρόν μας, με τα χρυσά της κορζέτα, και δεν είχεν αφαρπάση αυτήν ο άνεμος του αστάτου πελάγους, όστις, όταν πνεύση, τίποτε δεν αφίνει εις την θέσιν του . . .

— Επάγωσε το φαΐ!

Διέκοπτεν ενίοτε τα όνειρα αυτά η σύζυγος, αγαθή και φιλόστοργος γυνή.

Αλλ' ο καπετάν Τσούρμας ο Παπαργυρός δυσκόλως επείθετο να διακόψη την ωραίαν εκείνην σειράν των ινδαλμάτων του, εντρυφών, χορταίνων.

Και όταν υπελόγιζεν ότι ο πλους έληξε, και ότι τα πλοία του θα ήσαν αραγμένα, αφηρείτο, θεωρών τότε από του υψηλού εξώστου τον σαπφείρινον κάτω υπό τους πόδας του πυθμένα, κ' ηγάλλετο, απαριθμών τας αγέλας των κεφάλων, οίτινες διήρχοντο πρωί-πρωί, την άνοιξιν, ως διά να χαιρετίσωσι τον πολιόν καπετάνιον, από την αυγήν δροσιζόμενον εκεί, εις τον καθαρόν της θαλάσσης αέρα, τον καπετάνιον, όστις τόσον ηγάπα το υγρόν των βασίλειον. Και ότε η σκιά της αρχοντικής κεφαλής του εσχηματίζετο επί της επιφανείας της ακυμάντου θαλάσσης, αι πέρκαι ίσταντο μετά φόβου όπισθεν των μελαψών φωλεών των, προσβλέπουσαι αυτήν μετά σεβασμού. Και μία χρύσοφρυς ωραία, παχεία χρύσοφρυς, αργυρά, σχεδόν τον είχεν ερωτευθή τον γέροντα και οσάκις, βοσκούσα, διήρχετο κάτωθεν του εξώστου, ίστατο κ' έρριπτε προς τον επάνω κόσμον το χρυσούν βλέμμα της να τον ίδη, τον ηγαπημένον της, εκεί, επί του εξώστου, ρίπτοντα σωρόν τα ψιχία εις τα προσφιλή του κοπάδια. Ένας δε κατακόκκινος ερυθρίνος, ο σατανάς των ιχθύων, αν είχε φωνήν, θα εξεφώνει καμμίαν πρωίαν:

— Έλα λοιπόν κάτω αφού τόσον μας αγαπάς!

Με τόσον σατανικόν βλέμμα, τον έβλεπε τον γέροντα.

Έως ου η τρυφερά αυτή αγάπη εις μανίαν μετετράπη. Ιδίως αφ' ότου, παρασυρθείς ο υιός του, τις οίδεν υπό τινων κακών συμβούλων, και είνε τόσοι κακοί σύμβουλοι παντού, κ' εν τη ξηρά κ' εν τη θαλάσση, ήρχισε ν' απειθή εις τον πατέρα του, ενεργών τα ταξείδια αυτοβούλως χωρίς να γράφη καν εις τον καπετάν- Τσούρμαν τον Παπαργυρόν, χωρίς να δίδη λογαριασμούς.

— Μην ακούς τι λέει ο κόσμος! ετόλμα να δικαιολογή τον υιόν η φιλόστοργος μήτηρ.

— Εγώ δεν ακούω τι λέει ο κόσμος, γυναίκα, παρετήρει τότε ο γέρων, εν απαθεία. Εγώ βλέπω τι λένε τα κατάστιχά μου.

Και όντως τα λόγια του κόσμου ήσαν πολύ σύμφωνα με τα κατάστιχα του καπετάν Τσούρμα του Παπαργυρού, του οποίου τα όμματα, κατακόκκινα από τα δάκρυα, είχον τρία έτη να ίδουν τας δύο σκούνας του, τας οποίας ηγάπα πλειότερον του υιού του πλέον, ως θυγατέρας τρυφεράς, τας οποίας απήγαγε δόλιος εραστής.

— Ούτε γράμμα, ούτε απολογία, λογάτε! εθρήνει κρυφά η μήτηρ.

Τα μάτια του γέροντος έκαμαν γυαλιά να κυττάζουν το πέλαγος· νύκτας δε κατά σειράν πολλάκις εξημέρωνεν επί του εξώστου νήστις, άγρυπνος, αναμένων. Προς παν λευκόν ιστίον εξαιφνιάζετο, ως κοιμώμενος λαγωός, και προς πάσαν λέμβον, παραπλέουσαν υπό τον εξώστην, απέστελλε την ερώτησιν άνωθεν, παρακλητικώς:

— Μην είδατε της σκούναις μου;

* *
*

Είχε τρεις ημέρας να φάγη και τρεις ημέρας να κοιμηθή, σωστό τριήμερο.

Η όψις του είχε παραλλάξει· το βλέμμα του είχε θολώσει, ως βλέμμα απολέσαντος τον ύπνον. Κανένα δεν ήθελε να ίδη, προς ουδένα ήθελε να ομιλήση. Η σύζυγός του, περίλυπος, εκάθητο ένδον, εν τη αιθούση, έχουσα ημίκλειστον την θύραν του εξώστου και προσέχουσα πάντοτε τον μελαγχολικόν σύζυγόν της.

— Τι κακό που μ' ηύρε! Τι μεγάλο κακό!

Είχον παρέλθει τα μεσάνυχτα· προ μικρού ελάλησεν ο πετεινός. Αίφνης ο καπετάν Τσούρμας ο Παπαργυρός εγείρεται αγριωπός, υψηλός, μεγαλόσωμος, ανατείνει τον βραχίονά του επιτακτικώς, βαστάζοντα εβεσμένον το τσιμπούκιον, και αίρων τα όμματα φλογερά προς τον μελανόν πόντον, κραυγάζει στεντορείως:

— Μόλα μπουρίνα, μωρέ σκυλί!

Ενόμιζες πως ήθελε να πετάξη όλος εις το κενόν, ναύαρχος να ορμήση εναέριος, και να κεραυνώση τον πολέμιον, τέρας ουράνιον, σείων τας δύο χείρας του ως δύο πτέρυγας, και διαγράφων κύκλους ατάκτους εν τω κενώ με το μακρόν τσιμπούκι του· ως το εκτόρειον δόρυ, επί του εξώστου.

Η σύζυγος εξετινάχθη έντρομος εις τα κάθισμά της, κ' έβλεπεν από την ημίκλειστον θύραν τον καπετάν Τσούρμαν τον Παπαργυρόν, υψηλότερον παρ' ό,τι ήτο, φοβερόν, θηριώδη, τιτάνα. Το βλέμμα του φωτιαίς πετούσε. Θαρρείς και ήτο επί της αιπεινής πρύμνης της μεγάλης του σκούνας, εν ώρα εσχάτη θυέλλης και καταποντισμού.

— Μόλα μπουρίνα, τίρα μόλα!

Επαναλαμβάνει πάλιν ο καπετάν Τσούρμας ο Παπαργυρός. Και δευτέραν φοράν, αγριώτερον τώρα, ο αντίλαλος της σθεναράς φωνής του αντήχησε, θρηνωδώς πλήττων την κατέναντι ξηρόνησον, προς ην έβλεπεν ο γέρων. Από τους λευκούς βράχους ο αντίλαλος πάραυτα εκτιναχθείς, ως κρότος τηλεβόλου, προσέκρουσε κάτω, προς τας προκυμαίας και τας οικίας της παραλίας και επανελήφθη, κάτω βαθειά, ως διά βραχνής σάλπιγγος δαίμονος, εν τη σιωπή της νυκτός:

— Μόλα μπουρίνα, τίρα μόλα!

Ο καπετάν Τσούρμας ο Παπαργυρός εν τω υπερβάλλοντι πόθω του να επανίδη τα πλοία του, εφαντάσθη ότι αυτά κατέπλεον, πλην εξ αβλεψίας, είτε του υιού του, είτε του πηδαλιούχου, επίστευσεν ότι εκινδύνευον, εν ώ εισήρχοντο εις τον λιμένα, να προσαράξουν προς τον απότομον βράχον του Μπουρτζίου, όπου βεβαίως θα συνετρίβοντο και τα δύο — θλιβερόν θέαμα — κ' εν τη εξεγερθείση τότε φαντασία του, έβαλε την άνω κραυγήν, επιτάσσων να τα γυρίσουν, διά ν' αποφύγωσι την σύγκρουσιν.

Τη επαύριον διεδόθη εις το χωρίον, το οποίον έντρομον εξήγειρεν η βραχνή του γέροντος φωνή, ότι ο καπετάν Τσούρμας ο Παπαργυρός «τα έχασε!»

* *
*

Και η φήμη αύτη η θλιβερά, επηλήθευσε μετ' ολίγον.

Διότι, κατά σύμπτωσιν φοβεράν, την αυτήν ημέραν ήλθεν η είδησις ότι αι δύο εύμορφοι σκούναι του καπετάν Τσούρμα του Παπαργυρού, εν ώ, φορτωμέναι, εκ της Αζοφικής, έπλεον ομού προς την Μεσόγειον, συνεκρούσθησαν, εν νυκτερινή θυέλλη, παρά το αόρατον στόμιον του Βοσπόρου, τα Καβάκια, η μία κατά της άλλης, σύγκρουσιν απάνθρωπον, κ' εβυθίσθησαν και αι δύο, εξαφανισθείσαι εις την άβυσσον του σκληρού πόντου, ως εξαφανίζεται άχρηστον χαρτίον. Περί του υιού του ουδείς εγίνετο λόγος.

Ο καπετάν-Τσούρμας ο Παπαργυρός έπαυσε πλέον να βλέπη προς το πέλαγος, από του οποίου ουδέν ανέμενε. Παρήτησε την κόμην του μακράν, κατάλευκον, και τον πώγωνα βαμβακερόν, ως του αγίου Νικολάου. Η μορφή του, η ανθηρά, εσκυθρώπασε και παρήκμασεν. Οι ώμοι του εκυρτώθησαν· και ως εκάθητο, επί του εξώστου, με το τσιμπούκι του το ηλέκτρινον, ωμοίαζεν ερημίτην, εν μέσω καπνών νεφελωτών, θρηνούντα του ανθρωπίνου βίου το πρόσκαιρον.

Η δε γραία μήτηρ, η σύζυγός του, παρεξενεύετο ότι εν τη μεγίστη αυτού θλίψει ουδέποτε ωμίλησεν ο γέρων περί του αγνοουμένου υιού, όστις, ίσως, άκλαυτος ούτως, έγεινε βορά των ιχθύων.

Ενίοτε έτρωγε και ενίοτε εκοιμάτο ο γέρων. Αλλά δεν ωμίλει ποτέ, βλέπων ως πρόβατον. Και μόνην ευχαρίστησιν ησθάνετο να διανέμη συνεχώς τα ψιχία του άρτου εις τους λαιμάργους κεφάλους, οίτινες ηθροίζοντο, κοπάδια- κοπάδια, κάτω από τον εξώστην.

Με τον καιρόν, εξασθενήσας, κιτρινίσας, ζαρώσας, ωμοίαζε ναυαγισμένον και ξεπαγιασμένον ναύτην.

Παρήλθον έτη και ουδεμία είδησις περί του υιού έφθασεν ύστερον από την μόνην είδησιν όπου έφερεν ο καπετάν Σκινάς ότι τον είδε τον υιόν του γέροντος εις το χιώτικο καφενείον του Γαλατά φουμάροντα ναργιλέ με Χίους πλοιάρχους φίλους του.

Μίαν νύκτα του Μαΐου μαλακήν και ασέληνον, εζήτησε το πυροφάνιον ο πρεσβύτης.

— Πού θα πας; ηρώτησεν η τεθλιμμένη σύζυγος.

— Τώρα θα ιδής.

Είπεν ο καπετάν-Τσούρμας ο Παπαργυρός, κ' εστερέωσεν αυτό αναμμένον επί των σιδηρών δρυφάκτων του εξώστου. Πάραυτα έλαμψεν ο πυθμήν κάτω και πέραν η εγγύς ακτή της ξηρονήσου, ης οι βράχοι μετεκινούντο, θαρρείς, εδώ κ' εκεί, ως φώκαι χορεύουσαι. Ήστραπτε και εγυάλιζεν η ομαλή της θαλάσσης επιφάνεια ως καθρέπτης. Και ανάψας ο γέρων το τσιμπούκι του και λαβών ψιχία ήρχισε να μοιράζη κάτω εις τους ιχθύς. Αλλ' οι ιχθύες εκοιμώντο. Η δε λάμψις του πυρσού εις μάτην ανεμόχλευε κάτω τον σκοτεινόν πυθμένα. Έβλεπε μόνον ο πρεσβύτης τα σαπφείρινα θαλάμια των μουγκρίων, και τας μόλις διακρινομένας φωλεάς του οκτάποδος. Αλλ' αίφνης το κατηφές πρόσωπόν του εστολίσθη μ' έν μειδίαμα γλυκύ και τρυφερόν ως στολίζεται η δύσις μ' έν χρυσούν συννεφάκι ως βέλο παρθενικής κόρης.

Κινεί τα χείλη του ο λευκός γέρων θέλει να παραστήση της χαράς του το φάντασμα τούτο, πλην η φωνή του πιάνεται βαθειά εις τον λάρυγγα. Κύπτει προς τα έξω, στηρίζων το στήθος επί του σιδηρού δρυφάκτου, και βλέπει κάτω προς το βάθος του πυθμένος, έξαλλος, αγαλλόμενος. Ο πυθμήν κατηυγάζετο φαεινώς από της αφθόνου λάμψεως του αναμμένου πυρσού. Και μένει εν τη θέσει εκείνη ο γέρων, ακίνητος, αμίλητος, λάμπων από χαράν κρυφήν, βλέπων μετά πάθους κάτω, ως ει ήθελε να ροφήση σχεδόν το ανέκφραστον θέαμα. Η ηδονή της ψυχής του εκχύνεται όλη επί του πολιού του προσώπου, εφ' ου χαρμόσυνος προσπίπτει του πυροφανίου η φωτοβολή. Κινεί ολονέν τα χείλη του, μειδιά ηδέως, απολαυστικώς μειδιά, και τέλος μέσα εις το μειδίαμά του ψιθυρίζει με τόνον υπερβαλλούσης απόλαύσεως, ως να ευρίσκετο εν τω παραδείσω, λέξεις δύο ασυναρτήτους, λέξεις μυστικάς, πνιγομένας μέσα εις την ηδονήν και την χαράν. Κ' εντρυφά εις την χαρμόσυνον αυτήν φαντασίαν, σιωπών, ευφραινόμενος και τείνει να έλθη εγγύτερον προς το περιπόθητον και μυστικόν ίνδαλμά του, και προτείνει το πρεσβυτικόν στήθος του προς τα έξω, ακόμη περισσότερον, επιποθών, αν ήτο δυνατόν να μεγαλοποιήση τας χείρας του, όχι, να μεταμορφωθή εξαϋλούμενος εις ευώδη πνοήν αρωμάτων, και να φθάση, να περιβάλη, ως περιβάλλει ο ιερός λίβανος την αγίαν Τράπεζαν, το γλυκύ της χαράς του φάντασμα, το οποίον εκαμάρωνεν εις τον λαμπρόν πυθμένα κάτω, με τας απείρους του σαπφείου αποχρώσεις, απαλόν, θελκτικόν και πάγκαλον ως εξόπισθεν υελοφράκτου παραπετάσματος, ψυχή αγίου, επιστρέφουσα εις τον κόσμον. Τέλος κατορθώνει να κράξη:

— Η σκούναις μου, μωρέ γυναίκα! η σκούναις μου!

Αλλ' εν τη τάσει εκείνη της κάμψεως του σώματός του, απεσπάσθη το σιδηρούν δρύφακτον του μαρμαρίνου εξώστου, όπερ καταπεσόν, παρέσυρε προς την θάλασσαν και τον καπετάν-Τσούρμαν τον Παπαργυρόν μετά δεινού των υδάτων πλαταγισμού.

Η σύζυγος, ήτις παρεφύλαττεν ήδη εν τη αιθούση, είχε καταληφθή υπό του ύπνου, τόσας νύκτας πλέον αγρυπνούσα και πονούσα, αλλά προς την φωνήν του πρεσβύτου «η σκούναις μου» εξηγέρθη έντρομος και ονειρευομένη, ίσως, τον αγνοούμενον υιόν της, εξήλθεν εις τον εξώστην, ψιθυρίζουσα, ως ημικοιμωμένη:

— Παιδάκι μου, καλώς ήλθες!

Αλλ' εκεί ανεμνήσθη αίφνης, ότι εκάθητο ο καπετάν Τσούρμας ο Παπαργυρός. Παρατηρεί, τρίβουσα τους οφθαλμούς, τρομασμένη, ως οι φεύγοντες από φοβεράς μάχης, και βλέπει την καταστροφήν του εξώστου. Το πυροφάνιον έλαμπεν ακόμη, εμπεπηγμένον εκεί, ως πυρσός τάφου, βοΐζον υποκώφως, αναρριπιζόμενον υπό ελαφράς του ανέμου πνοής, θεωρεί προς τα κάτω και προφθάνει να ίδη τα φως μόνον του τσιμπουκίου του βυθιζομένου συζύγου της, όπερ και αυτό, ευθύς εσβέσθη και συνεκαλύφθη υπό τους αφρούς της αναταραχθείσης θαλάσσης. Έβαλε κραυγήν γοεράν.

Δύο δε αλιείς, εγγύς εκεί, γιαλεύοντες, με τα πυροφάνια, σπεύσαντες, εύρον εν τω πυθμένι νεκρόν τον καπετάν-Τσούρμαν τον Παπαργυρόν, πλην γλυκύν και γαλήνιον και μειδιώντα ακόμη, ως να εκοιμάτο, ονειρευόμενος τα ηδύτερα των ονείρων, ενώ οι κέφαλοι τον περιετριγύριζον, τον εφίλουν σχεδόν εις το γελαστόν πρόσωπον, ως ει ήθελον να ευχαριστήσωσιν αυτόν διά την τόσην προς αυτούς αγάπην του. Η δε ασημένια χρύσοφρυς δεν ήθελε να τον αποχωρισθή, τον αγαθόν πρεσβύτην, και παρηκολούθει μετά πόνου το πτώμα, ανασυρόμενον θλιβερώς υπό των δύο αλιέων, εν ώ ο πονηρός ερυθρίνος εχόρευεν από χαράν.

* *
*

Παρήλθον έτη. Η καπετάνισσα, ήτις εφαίνετο ότι ποτέ της δεν θα γηράση, εγήρασε πλέον. Το τόσον κάλλος εκείνο, η δροσερά υγεία και ευώδης χαρμονή, συνεπτύχθησαν σπαρακτικώς και απωλέσθησαν μέσα εις ένα σακκί κόκκαλα. Το μέγαρον εθρήνει και αυτό την σκληράν χηρείαν. Ο απειθής εκείνος και άσωτος υιός, εις καμμίαν ίσως της φοβεράς Γαλλίας εσχατιάν, θα προσεπάθει να γεμίση την κοιλίαν του από των κερατίων αφ' ων ήσθιον οι χοίροι, ουδαμού ακουόμενος, ή ίσως και θα ετελείωσε τας ημέρας του εις τα παγερά της Μαρσίλιας σπιτάλια, αν δεν επνίγη τότε. Η καπετάνισσα εκείνη, η αρχόντισσα, επεινούσε πλέον, βλέπουσα με κεχηνός το στόμα φθειρομένην ματαίως την τόσην του μεγάρου πολυτέλειαν, τα οποίον εμαύρισεν από τον πόνον του, θαρρείς, και αυτό, της ασβεστοκονίας του αποτριβείσης από τον ήλιον και τας βροχάς. Ο εξώστης, ο μαρμάρινος, ουδέποτε επεσκευάσθη· σημείον εύγλωττον της δεινής συμφοράς. Οι υετοί ήρχισαν να παρασύρουν έν προς έν του αρχοντικού οίκου τα στολίσματα, τα οποία δεν αντικαθίσταντο καθώς τα φεύγοντα του ανθρώπου έτη, το κάλλος και η υγεία.

Το μέγαρον εγήρασεν.

Ένας σωρός και αυτό λίθων και πλίνθων και ξύλων.

Ο βορράς εσύριζε τον χειμώνα, εισορμών βιαίως διά των θραυσθέντων παραθυροφύλλων. Τα γείσα τα εύμορφα, με την ροδίνην των μαρμαροκονίαν, που ήσαν ως να τα εφίλησαν αιθέριαι νύμφαι, ερράγησαν κ' έπεσαν, ως πίπτουν οι οδόντες γραίας· τα φατνώματα, τα χρυσά των αιθουσών εξέβαψαν και ετρίβησαν ως του λεπρού η αθλία κορυφή. Και όταν έβρεχεν, έτρεχεν από του μαρμαρίνου εξώστου ρεύμα ύδατος, εισρέον διά της μετακινηθείσης στέγης.

Τότε έλαβον την άδειαν και εισώρμησαν εκεί τα φαντάσματα, ως ο λεγεών των δαιμονίων, τω καιρώ εκείνω, εις την αγέλην των χοίρων.

Πού ετόλμα παιδίον να διέλθη προ του κατηραμένου τούτου μεγάρου, το οποίον ως κακός εφιάλτης, εβάρυνε επάνω εις την λευκήν πολίχνην.

Κατά κακήν μου τύχην, εκείθεν διήρχετο η οδός, η άγουσα εις την οικίαν του μόνου του χωρίου ιατρού.

Ήτο μεσάνυκτα. Η μητέρα μου έκειτο ασθενής και ώφειλον να μεταβώ εις τον ιατρόν.

Αχ! φοβερά εκείνη η ώρα. Αισθάνομαι ακόμη παλλομένην την καρδίαν μου. Ολόκληρον νεκροκράββατον μακρύ, απαίσιον, εστολισμένον, με τα κηρία αναμμένα, με κατεδίωξε καταδίωξιν αποτρόπαιον και παράδοξον. Έτρεχον ασθμαίνων, ψιθυρίζων μυστικώς το «Πιστεύω». Όπισθέν μου ήκουον τους πενθίμους τριγμούς του διώκοντός με νεκροκραββάτου, ξηρούς, φοβερούς, ως τα κτυπήματα της σκαπάνης του νεκροθάπτου, κ' έβλεπον, χωρίς να στρέψω οπίσω, έβλεπον, ως να απέκτησα του Άργου τα όμματα, την πένθιμον εκείνην παράταξιν, με τους απαισίως φέγγοντας φανούς, καθώς φέγγουν την νύκτα τα φαναράκια επάνω εις τους τάφους του κοιμητηρίου του χωρίου.

Και ότε πάλιν την μεγάλην Πέμπτην, με άλλους παίδας, επηδήσαμεν κρυφά, την νύκτα, εις την έρημον αυλήν του, να κόψωμεν δενδρολίβανα, διά τους Σταυρούς μας, που θα ετραγωδούσαμεν του «Χριστού τα πάθη», ένας αράπης — φευ του θεάματος! — υπέρμεγας, κατάμαυρος, με το τσιμπούκι του μακρόν, ως μακεδονικήν σάρισσαν, ολίγον έλειψε να θραύση τας κεφαλάς μας, αν δεν επρολαμβάνομεν ημείς να θραύσωμεν αυτάς, μόνοι μας, πηδήσαντες από του αυλογύρου, σύντρομοι.

Και μίαν άλλην φοράν, ότε μετέβαινον μετά του μακαρίτου πατρός μου εις την αγρυπνίαν της Παναγίας — πάλιν εκείθεν διήρχετο η οδός — τον άφησα μισοστρατής και εγύρισα οπίσω, εις την οικίαν μας, ασθμαίνων, διωκόμενος. Αχ! μ' εκυνήγησεν ένα βωδάκι, μετά βίας και αγριότητος λύκου, μυκώμενον, κράζον, φωνάζον, κερατίζον την νύκτα. Ήμην πλέον εντός της αυλής μας, ότε έστρεψα να ίδω το βωδάκι, το άγριον, και βλέπω, αντ' αυτού, ίππον αφηνιασμένον, και έως ου, έντρομος ακόμη, κλείσω την θύραν, βλέπω και ο ίππος μετεμορφώθη εις μίαν υψηλήν και ξηραγκιανήν αραπίναν, ης η κεφαλή έφθανε την κορυφήν του γειτονικού κωδωνοστασίου του ναού, μέχρι του στήθους γυνή και το λοιπόν ξηρά λεύκη.

Τα είδον όλα αυτά; Ουδέποτε. Τα είδον όμως άλλοι παίδες, οι οποίοι ωρκίζοντο «μα το ξο χλιαράκι», ότι τα είδον κ' εφαντάσθην κ' επίστευσα κ' εγώ ότι τα είδα.

Το βέβαιον όμως είνε ότι πλούσιος ιδιοκτήτης, επιθυμών ν' αποκτήση το έρημον εκείνο μέγαρον, διότι πράγματι ήτο επί της ωραιοτέρας τοποθεσίας, αλλά, πλεονέκτης εις άκρον, ίνα το αγοράση «για ένα κομμάτι ψωμί», διέδωκεν επιτηδείως τα περί των φαντασμάτων εις τον μικρότερον υιόν του, όστις εκοινολόγησεν, έπειτα, τας τρομεράς διηγήσεις προς άλλους παίδας, εις το σχολείον, και ούτως όλοι οι παίδες του χωρίου είχον ίδη πλέον «τα στοιχειά» του ερήμου εκείνου οίκου.

Η καπετάνισσα κατ' αρχάς, ακούουσα ταύτα, ήρχισε να φοβήται και αυτή. Διότι περί το μεσονύκτιον την εξύπνα άλλοτε μεν φωνή αλώπεκος, άλλοτε λύκου ωρυγή, και άλλοτε χρεμετισμός ίππου. Και, όταν μίαν νύκτα ήθελε ν' αντλήση ύδωρ από την στέρναν, βροχή λίθων παρ' ολίγον να θραύση την κεφαλήν της. Την νύκτα δε της Πρωτομαγιάς, όλην την νύκτα, εις το επάνω πάτωμα, εχόρευον την «Καμάραν», τον εύμορφον αλυσιδωτόν χορόν, ελαφραί κόραι, πολλαί, πάμπολλαι. Ησθάνετο τους ελαφρούς των βηματισμούς, δειλούς, ως των πτηνών, και ήκουε την λεπτήν και γλυκείαν φωνίτσαν των, ως την ψελλίζουσαν του καλαμώνος αύραν.

Αλλ' ο αείμνηστος αρχιεπίσκοπος της Χαλκίδος, ο Καλλίνικος, ο εξ Άνδρου, Καλλίνικος ο Καμπάνης ένας αρχαιοπρεπής και γλυκύτατος Δεσπότης, με τας ωραίας λάμψεις του βλέμματός του τας πατρικάς, και το μειδίαμα της πραότητος εις τα χείλη, όστις, μεγαλοπρεπής εις όλα, ήθελε και εις τα χωρία ακόμη να επιδεικνύη την αρχοντικήν του παράστασιν επιβάλλουσαν, συνήθιζε πάντοτε να καταλύη εν τω στοιχειωμένη τούτω μεγάρω, του οποίου δωμάτιά τινα, εν τω κάτω πατώματι, ήσαν κατοικήσιμα.

Καθ' όλας εκείνας τας ημέρας τα στοιχειά εξηφανίζοντο. Όπερ ενεθάρρυνε την γραίαν κ' εξηκολούθει να κατοική μέχρις εσχάτων έν τινι μικρώ δωματίω, επί της αυλής, καίουσα άσβεστον την κανδήλαν ενώπιον δύο-τριών εικονισματίων και θυμιάζουσα συνεχώς. Επειδή δ' εθεώρει ως ύβριν κατά της ευσεβείας της και εμπαιγμόν καθ' εαυτής τας διαδόσεις εκείνας περί των φαντασμάτων, ωργίζετο και πικρώς ήλεγχε πάντα, τολμώντα να προσβάλη την ιερότητα του οίκου της, όστις εφιλοξενει κατ' έτος τον σεβασμιώτατον άγιον Χαλκίδος.

Διά τούτο σκληρώς εξύβρισε και τον γερω-Μπαρέκον, ως είδομεν, όταν υπέδειξεν, ο ευλογημένος, την οικίαν της, ως στοιχειωμένην.

Αφού δ' ο πλούσιος εκείνος ιδιοκτήτης δεν ηδυνήθη να γείνη κάτοχος του μεγάρου διά των περί φαντασμάτων εκείνων διαδόσεων, τελευταίον, εκλεχθείς δήμαρχος, απεφάσισε να επιτύχη την εκπλήρωσιν της επιθυμίας του, μεταρρυθμίζων το σχέδιον του χωρίου, διά νέας ρυμοτομίας, ελπίζων πάντοτε να συμπεριληφθή και το φθονούμενον μέγαρον εν τη μεταβολή ταύτη. Κ' ενώ εξ ενός απέστελλε τον μηχανικόν, ίνα χαράξη μαύρον σταυρόν επί του τοίχου του μεγάρου, εξ άλλου, κρυφά, εψιθύριζεν εις το ους της γραίας:

— Το δίνεις τριάντα κατοστάρικα;

(Κ' εστοίχισε δεκαπέντε χιλ. δραχμών!)

— Πας 'στον παππού μ!

Ηγρίευσεν η γραία.

— Θα σου το πάρη το σχέδιο!

Ηπείλησεν ο δήμαρχος.

— Το κεφάλι σου να πάρη το σχέδιο! Το σπίτι είνε του παιδιού μου!

Διά των απαντήσεων τούτων εσώθη η γραία από τας παρακλητικάς απειλάς του δημάρχου. Από δε του μηχανικού εσώθη, ισταμένη εις την θύραν, με μίαν σιδηράν ράβδον, και απειλούσα να θραύση την χείρα παντός, όστις θα ήθελε να χαράξη μαύρον σταυρόν επί του οίκου της.

— Ας κουρεύεται! είπεν επί τέλους ο δήμαρχος εις τον μηχανικόν, ιδών ότι η γραία καπετάνισσα δεν ωμοίαζε διόλου προς την επί Ευδοξίας χήραν με την άμπελον.

* *
*

Ούτως η φιλόστοργος μήτηρ υπέμεινε βλέπουσα ολονέν κατερειπούμενον το μέγαρον, με την ελπίδα την απροσμάχητον ότι θα επανήρχετο μίαν ημέραν ο υιός της. Τα καταρριπτόμενα υπό του χρόνου, ξύλα, και πλίνθους και σανίδας, εσώρευεν επί της αυλής, να έλθη να τα εύρη ο υιός της, ίσως και όλον τον οίκον, σωρόν ερειπίων, και επ' αυτού την γραίαν μητέρα του, ως γλαύκα, θρηνούσαν επάνω εις τάφον. Ούτως εσκέπτετο.

Κάθε οκτώ, την αυγήν, βαθειά, μέσα εις τον ύπνον της, ήκουε τους κρότους της μηχανής του ατμοπλοίου, όπερ προ της οικίας της παρέπλεε, κ' εξήρχετο επί του σεσαθρωμένου και ημικρημνισμένου εξώστου, θεωρούσα τους επιβαίνοντας και αναζητούσα τον υιόν της, μαύρη, μικρά, συμμαζευμένη ως ηπλωμένον ράκος δακρύβρεκτον να στεγνώση.

Εις το ταχυδρομείον εξημέρωνε αυτή πρώτη απ' έξω.

Άν ποτε εισέπλεε καμμία σκούνα με τους ιστούς της υψηλούς, με τα ιστία κατάλευκα, με την σημαίαν κυματίζουσαν, την εκαμάρωνεν ως του υιού της την σκούνα.

— Ας ήρχετο έτσι δα, και ας πέθαινα, Παναγία μου!

Έκαμνε τον σταυρόν της.

Πρωί και βράδυ εκολλούσεν ένα κεράκι προ της εικόνος του τιμίου Προδρόμου, εν τω όρθρω και τω εσπερινώ. Γιαννάκην έλεγαν τον υιόν της.

Ήθελε να πηγαίνη και εις την πανήγυριν του αγίου Ιωάννου, έξω εις την ερημικήν εκκλησίαν του, εις το Κάστρο, αλλ' η καρδιά της δεν αντείχε να βλέπη την χαράν και φαιδρότητα των πανηγυριζόντων. Ουδ' εβάστα πλέον η ψυχή της ν' αντικρύζη την θέσιν, όπου άλλοτε, με το παιδάκι της κατεσκήνωσεν, εν τη εορτή, όπισθεν ενός χλοερού σχοίνου, μεγάλου, δενδροειδούς, σχηματίζοντος υπήνεμον σπηλαιάν. Παρέκει, υπό άλλον σχοίνον, εδειπνούσαν άλλοι, και υπό την αγριελαίαν εκείνην, την παμμεγίστην, έστρωσαν τα κυλίμια των πέντε όλαι φιλικαί οικογένειαι. Και παρακάτω εις τα ερείπια παλαιού οικίσκου παρεσκεύαζον το δείπνον των άλλοι, και εις τα πεζούλια του προαυλίου του ναού κατά γραμμήν, ως κορώναι, εσιωπούσαν, νήστεις, μαύραι χήραι, αναμένουσαι ν' αρχίση η αγρυπνία της εορτής, ενώ ο μπάρμπα-Δημητρός, ζωηρός τότε και εύθυμος πάντοτε, ενώπιον ενός παμμεγίστου ανοικτού φλάσκου ήρχισε να ψάλη «τ' ανοιξαντάρια» προ του «ευλογητού» ακόμη. Και κάτω εις τα χαμόκλαδα, και επάνω εις τας φασκομηλέας άλλαι οικογένειαι, και νύμφαι με τα νυμφικά των, και μνηστευμέναι με τα λευκά των, και κόσμος προσκυνητών πέραν και από το βουνόν με φανάρια κατήρχοντο, ποιμένες, βραδύναντες, και η κυρά- Ασημίτσα, κομίζουσα τους πέντε άρτους εις μίαν βαθείαν κόφαν. Και φωναί, και αναζητήσεις και ανακραυγαί και εκπλήξεις και ευχαί και προπόσεις, και άσματα και ψαλμωδίαι και βόμβος ως από μυριάδων κυψελών, εκεί εις τους σχοίνους, και σμήνη παιδίων, τα οποία εν αλαλαγμώ με τα κηρία αναμμένα, έτρεχον εις του Χαιρημωνά να υδρευθώσιν, εν ώ ο Παπα- Μακάριος, κατακόκκινος από την κούρασιν — τις οίδεν — έγραφε τα ονόματα έχων χαρτίον επί του γόνατος, καθήμενος επί της φλοιάς του ναΐσκου, όστις εφεγγοβόλει από την λάμψιν των λαμπάδων και των κηρίων — τον χρόνον μίαν φοράν ο καϊμένος — .

Τι έχασε να το εύρη αυτή εις την χαράν εκείνην της εορτής;

Πώς να υπάγη και να μη βλέπη τον υιόν της, τον οποίον τώρα θα εκαμάρωνε γαμβρόν περιζήτητον;

Ελιποθύμησεν οπίσω από μίαν κομαριάν, ότε διέπραξε το αλησμόνητον σφάλμα να μεταβή. Νεανίσκος τις, εκ των νησιωτών, με το καπέλλο του στραβά, με το μεταξωτό ζωνάρι, μ' ένα μανδήλι αλεξανδρινόν επί του λαιμού, ωμοίαζε καταπληκτικώς προς τον υιόν της, τον αγνοούμενον. Ήτο αρραβωνισμένος κ' εκάθητο παρά τους πόδας της μνηστής του, ως ο Αμλέτος ο δύσερως. Ιδούσα η χήρα καπετάνισσα την ποθεινήν εκείνην του ονείρου της εικόνα ηλλοφρόνησε. Της εφάνη ότι είδεν εκεί και τον καπετάν-Τσούρμαν τον Παπαργυρόν γελαστόν, φαιδρόν, καπνίζοντα το τσιμπούκι του, γυρμένον εις ένα παχύν κλώνον του σχοίνου. Η αιφνιδία χαρά του φαντάσματός της έπληξε την πονεμένην καρδίαν της κ' έπεσε λιπόθυμος η γραία, την στιγμήν, καθ' ην κραυγάζουσα: «παιδάκι μου!» ενηγκαλίσθη ένα ξηρόν ελαίας κορμόν, προ των ποδών της. Ευτυχώς ο γέρω- Μπαρέκος, όστις είχε τάμα να πηγαίνη πάντοτε εις την πανήγυριν του Προδρόμου, την επρόφθασεν από πίσω από την κομαριάν, όπου επήγαινε να κρύψη μίαν προσφοράν που του έδωσεν ο παπα- Μακάριος, ανταλλάξας αυτήν με μίαν μιζίθραν, και μίαν τσότραν γεμάτην, την οποίαν, ως έλεγεν, εύρεν εις τον δρόμον αδέσποτον.

Εις τον παπα-Μακάριον μόνον έλεγε: Τον Γιαννάκη μου, παπά, μη ξεχάσης!

Αλλ' όταν μίαν φοράν, ο ιερεύς ηρώτησε: 'Σ τα ζωντανά ή 'ς τα πεθαμένα; Εφάνη εις την δυστυχή χήραν ως προσβολή, και έκτοτε δεν του ξαναείπε τίποτε.

Τα τελευταία έτη η δυστυχία την είχε παρά πολύ καταβάλει την γηραιάν καπετάνισσαν. Επ' εσχάτων έπεσαν και τα πάκια της, την ημέραν που έπεσε και μια μεγάλη δοκός από του γηραιού ερειπίου, και δεν ημπορούσε πλέον να σκύψη παντελώς. Κ' έβλεπεν εις τους αγρούς τα λάχανα λοχερά-λοχερά κ' ελάγκευεν η καρδιά της.

— Το δίνεις πέντε κατοστάρικα;

Ετόλμησε να της είπη τας ημέρας εκείνας ο πλούσιος ιδιοκτήτης, ότε την είδε μίαν ημέραν, εις το πηγάδι.

Η γραία δεν ωργίσθη, ως άλλοτε. Μόνον ήγειρε θλιβερώς την κεφαλήν της, εκύτταξε τον πλούσιον, φοβερόν ως τον πλεονέκτην, εκύτταξε και τον ουρανόν, βαρύν, ως μολύβδινον, κ' εσπόγγισε τα όμματά της, ψιθυρίσασα ως παραπονουμένη κατά του αγνώστου:

— Κοτζάμ-Παλάτι!

Και υψώσασα την σκελετώδη χείρα της, τρέμουσαν, επέδειξεν εκείθεν τον μαύρον όγκον του μεγάρου της, βαρύν κ' επαχθή βράχον επάνω εις το στήθος της, κινδυνεύοντα να μεταβληθή εις φοβεράν επιτάφιον πλάκα.

* *
*

Ήτο παραμονή των Χριστουγέννων. Εξημέρωνεν η πλέον μεγάλη εορτή της εκκλησίας και η πλέον μεγάλη χαρά της οικογενείας. Είνε η μόνη πανήγυρις, η οποία απαιτεί τουλάχιστον δύο χριστιανούς εις πανηγυρισμόν της, κατά το «όπου εισί δύο ή τρεις . . . » του Ευαγγελίου. Ο μόνος, είνε θλιβερόν θέαμα εν τοιαύτη ημέρα. Την ψυχήν του Χριστιανού καταπλημμυρούσι, την νύκτα ταύτην την ιεράν, όλα τα περιπαθή επεισόδια του υπερφυούς μυστηρίου της θείας ενανθρωπήσεως, άγια, θερμά, μαλακά, ως οι άπτιλοι νεοσσοί εν τη αχυροπλόκω φωλεά, γεννώντα υπερβάλλουσαν χαράν, ήτις ανάγκη να εκδηλωθή υπό την μορφήν αγάπης, ελπίδος, και πίστεως, επί των οποίων ως επί χρυσού τρίποδος στηρίζεται ο οικογενειακός βίος. Οι δύο είνε εικών της ζωής, ο είς εικών του θανάτου . . .

Διά τούτο η γραία καπετάνισσα την παραμονήν, απεμακρύνετο από το χωρίον, ως το έμβλημα του αφορισμού και της ερημώσεως.

Με ποίους οφθαλμούς θα έβλεπεν αυτή — Στοιχειό επί Στοιχειωμένου οίκου — την χαρμόσυνον ετοιμασίαν των ευλογημένων οικογενειών; Τας μητέρας να ξεσκονίζουν, τας νέας να ζυμώνουν, τους φούρνους να μοσχοβολούν, και τους ευδαίμονας πατέρας ν' αναπαύωνται παρά την εστίαν;

Κουτσώντας-κουτσώντας επήρε τα ματάκια της, κλαμμένα, και απήλθε ν' ανάψη τα κανδήλια του αγίου Κωνσταντίνου.

Ένα κοριτσάκι, θυγάτηρ του αρχαίου λοστρόμου των, την συνώδευσε.

Τρεις ώρας έκαμαν ν' αναβώσι τον υψηλόν λόφον. Η ημέρα ήτο ωραία. Αι μύρτοι εβόιζον από τα πλήθος του καρπού, τα λάχανα εχλόαζον εις τας πρασιάς, και οι σπαρέντες αγροί ήρχισαν να στρώνωνται με τον καταπράσινον τάπητα αυτών, τον οποίον η φύσις υφαίνει, πάντοτε τον μήνα τούτον, αψηφούσα τον παγετόν και τα βάσανα του χειμώνος, τα φοβερά. Επί των ελαιοδένδρων διά μέσου των φύλλων εγυάλιζεν ακόμη καμμία ελαία, ως οφθαλμός κατάμαυρος κατασκόπου.

Εις το Κακόρεμα, μίαν βαθείαν και σκοτεινήν κοιλάδα, ο γέρω-Μπαρέκος, φέρων σάκκον μέγαν, επλήρου αυτόν, μετά προφυλάξεως υπόπτου, εκ μεγάλων κλάδων ελαιών, μετά του καρπού αποσπασθέντων, αναιβασμένος επάνω εις μίαν παμπάλαιον ελαίαν, ως αλώπηξ πεινώσα.

— Κάνα-δυο φουντίτσες για τα παληοκάτσικα!

Διέκοψε την σιωπήν των γυναικών, χωρίς να τον ερωτήσωσιν αύται. Ουδέ τον είδον καν, πού ήτο τρυπωμένος.

Έφθασαν εις το ερημοκκλήσιον.

Επί της κορυφής του υψηλού αυτού λόφου, εν μέσω πυκνής συστάδος αγρίων δρυών, ως φωλίτσα πτηνού, αόρατον, κρυφόν, ελεύκαζε το εκκλησίδιον, ως λευκάζει η πρώτη λάμψις της αυγής εις το βάθος της νυκτός. Χαμηλή, μονόφυλλος θύρα, εφώτιζεν αυτόν. Απ' έξω υπήρχε πεζούλιον, προς ανάπαυσιν, αλλά διά να ξεκουρασθή κανείς από της επιπόνου οδοιπορίας καθήμενος εκεί, έπρεπε να ζητήση την άδειαν από τον Γέρω-Βοριά, όστις με αγρίους σφυριγμούς, απεδίωκε τους ξένους.

Αι γυναίκες ήνοιξαν και εισήλθον. Σκότος βαθύ και σιωπή. Ένας υπερμεγέθης, ως γαλή, ποντικός, μία παμπόνηρος νυφίτσα έφευγε προς την φωλεάν σύρουσα μεθ' εαυτής και ένα φανόν από τα κανδήλια, τα οποία ήσαν εσβεσμένα· και μία κέραμος με σβυστούς άνθρακας εχρησίμευεν ως θυμιατήριον.

Η νεάνις μετ' ολίγον, τακτοποιήσασα πάντα, ήναψε τας κανδήλας, η γραία έρριψε θυμίαμα επί του προχείρου εκείνου θυμιατού, ήναψε τα κηρία οπού έφερε μαζί της, και προσηύχετο ενώπιον της εικόνος του Χριστού, παραπονουμένη μετά δειλίας πενθίμου:

— Για πέντε συχνάτσες!

Ποία μεταβολή επήλθεν εις τας ιδέας της; Συνεζήτει τάχα, καθ' εαυτήν, την πώλησιν του ερειπίου, αυτή η οποία, άλλοτε, προς πάσαν πρότασιν, απήντα μετ' αποφάσεως: «Είνε του παιδιού μου;»

Ενίοτε μάλιστα προέβαινε περαιτέρω: Όχι μόνον δεν σου το πωλώ, απήντησε μίαν ημέραν προς τον πλούσιον, αλλά, και αφού πεθάνω, θ' αφήσω διαθήκη, να χαλάσουν τον βράχο, με τα φουρνέλλα, νάμβη η θάλασσα 'ς το σπιτότοπο, ν' αράζουν οι βάρκαις!»

Εθόλωσεν ο ναΐσκος από την ευωδίαν του θυμιάματος. Αι εικόνες έλαμπον προ των αναφθέντων κηρίων, και τα εζωγραφημένα πρόσωπα των αγίων εμειδίων, θαρρείς, εξ ευχαριστήσεως.

Προσηυχήθησαν ακόμη. Η νεάνις εκόλλησε και μίαν πεντάραν εις την εικόνα του αγίου και ο άγιος την εδέχθη. Ησπάσθησαν τας εικόνας, έρριψαν και άλλο έλαιον εις τας κανδήλας «να ξενυκτίσουν», τόσον δε πολύ ώστε εξεχείλισαν, και εχύνετο κάτω εις της πλάκες, κ' εξήρχοντο.

— Κ' εκεί οπού εξήρχετο η γραία — η νεάνις είχεν ήδη εξέλθει — ακούει βοήν, ως φωνήν ανθρώπου κεκρυμμένου εις βάθος.

— Να φύγης από τα σπίτι γλήγορα.

Η γραία κατ' αρχάς ενόμισεν ότι έτριξεν η μονόφυλλος παμπάλαιος θύρα, κλεισμένη, αλλ' η βοή επανελήφθη ευθύς:

— Να φύγης από το σπίτι γλήγορα!

Η γραία άφησε την θύραν ανοικτήν πάραυτα, και απεσύρθη κάτωχρος, τρέμουσα, παραπαίουσα.

— Τι έπαθες, μαννού;

Ηρώτησεν η νεάνις, στηρίξασα την κλονιζομένην γραίαν. Και έως ου δυνηθή ν' αρθρώση την απάντησίν της η γραία, ηκούσθη το τρίτον η βοή ως εξ αποστάσεως:

— Να φύγης από το σπίτι γλήγορα!

— Παναγία μου! εψιθύρισε κατακίτρινος η νεάνις. Και έκαμε τον σταυρόν της.

— Πάμε, παιδί μου, πάμε, είπεν η γραία, συγκρούουσα τους οδόντας της ως εν πυρετώ.

Και κατήρχοντο από του λόφου, σιωπηλαί, ως κατάδικοι αγόμενοι εις την αγχόνην, εν ώ ο γερω-Μπαρέκος, εξελθών από του ναΐσκου, έκλεισεν ήσυχα- ήσυχα, ως νοικοκύρης, την μονόφυλλον αυτού θύραν και στερεώσας αυτήν διά του λαδωμένου σχοινίου εψιθύρισεν:

— Τώρα η καπετάνισσα εάν θέλη, ας μη πωλήση το σπίτι της εις τον κυρ- δήμαρχον.

Παρακάτω εις την βρύσιν, την πεντάκρουνον, του Προφήτου Ηλιού, εκάθησαν αι γυναίκες ν' αναπνεύσουν. Έπιον διαυγές ύδωρ από της αφθόνου πηγής και ανέκτησαν το θάρρος των ολίγον και τα χρώμα των. Ήτο ωραίον εκείθεν τα εξαπλούμενον έξοχον θαλασσινόν πανόραμα. Ολόκληρος η γαλανή Εύβοια με την χιονισμένην της Δίρφυν, αυγόν, κατάλευκον η απότομος γραμμή των βουνών της Κύμης· πέραν η σκιά της ερημικής Σκύρου· κ' εγγύτερον από τον άλλον λόφον, οι λάμποντες οικίσκοι της Γλώσσης ως λατομείου χαράδραι, ωραίου χωρίου της Σκοπέλου, οπόθεν προέρχονται τα καθ' αυτό Σκοπελίτικα αχλάδια.

Και είπεν η γραία προς την νεάνιδα, μη δυναμένη ακόμη ν' αποσπάση τον νουν της από την προ μικρού συμβάσαν φοβεράν σκηνήν:

— Πώς να το δώσω, κορίτσι μου, αφού δεν είνε δικό μου; Είνε του παιδιού μου. Κάθε βράδυ το γλέπω ς' τον ύπνο μου και μου λέει: θαρθώ μάννα! θαρθώ μάννα! Ψες τα βράδυ το είδα πάλι. Είνε μικρό-μικρό, ως οχτώ χρονών. Με τον φύλακα ς' τον ώμο, με το καλαμάρι 'ς το ένα χέρι, και μ' ένα κομμάτι ψωμί 'ς το άλλο· και μου λέει: θαρθώ μάννα, θαρθώ μάννα! Κ' εκεί το χάνω και ξυπνώ.

Και ήρχισε να κλαίη η γραία. Και πάλιν εψιθύρισε: Τ' αυτιά μ' κάμανε. Δεν ήταν τίποτε.

Η νεάνις έβλεπε προς την ευρείαν κυανήν θάλασσαν, αφαιρεθείσα εις μίαν σκούναν η οποία με όλα τα πανιά, επλησίαζε προς τον λιμένα, κατάπριμα.

— Μαννού, κύτταξε εκείνο το καράβι!

Διέκοψε την σιωπήν η νεάνις.

Αλλ' η γραία, βυθισμένη εις τας φοβέρας της σκέψεις, δεν ήκουσε.

Και η σκούνα εχάθη οπίσω από τα ερημόνησα του λιμένος.

— Πάμε, παιδί μου, είπε τέλος η γραία, εγερθείσα και πλύνασα μίαν φοράν ακόμη το πρόσωπόν της, τα οποίον ήδη επανέκτησεν ολοτελώς πλέον την προτέραν του χροιάν. Και πιούσα ύδωρ κατά κόρον ως διψασμένη, — αχ! πόσην δίψαν γεννά της ψυχής ο πυρετός! — ανεστέναξεν εκ βάθους και είπεν ως να ωμίλουν τα σπλάγχνα της:

— Ό,τι κι' αν είνε, δεν το δίνω το σπίτι.

Κατά την επιστροφήν των ουδένα συνήντησαν. Εις το Κακόρεμα τας εύρεν η νυξ, οπόθεν διερχόμεναι, είδον ονάριον φορτωμένον, και τον γέρω- Μπαρέκον, οδηγούντα αυτό εκ των όπισθεν, όστις χωρίς πάλιν να ερωτηθή είπεν:

— Ολίγο άλεσμα πήρα από τον μύλο!

Ο πονηρός ποιμήν δύο εργασίας έκαμεν εκείνην την ημέραν. Επιτυχών ερημίαν — Παραμονή, και οι χριστιανοί δεν εργάζονται — εσύναξεν αρκετούς κλάδους ελαιών διά το ποίμνιόν του, τους οποίους, φορτώσας, μετεκόμιζεν εις την ποίμνην του, και κατά παραγγελίαν του πλουσίου ιδιοκτήτου, — με το αζημίωτόν του, εννοείται — ηθέλησε να φοβίση την γραίαν καπετάνισσαν, ίνα πωλήση πλέον τον οίκον της. Διά την τρίτην εργασίαν εψεύδετο, ίνα μη απολέση την ημέραν.

Ότε εισήλθεν εις την κωμόπολιν, ήτο βαθεία νυξ. Η γραία επίτηδες παρέτεινε την οδοιπορίαν, ίνα μη ακούση μηδέ το άσμα των Χριστουγέννων. Της έκαμνε κακό. Εισήλθεν εις τας στενωπούς. Όλαι ήσαν έρημοι και σιωπηλαί.

Ούτε το πανηγυρικόν άσμα ηκούετο πουθενά πλέον, αλλ' ουδ' έλαμπε φως εις κανέν παράθυρον.

Μετ' ολίγον η γραία ήρχισε παραδόξως να επιβραδύνη έτι μάλλον. Ήρχισε να τρέμη.

— Τι έχεις, μαννού;

Ηρώτησεν η νεάνις.

— Θαρθώ ς' το σπίτι σας, παιδί μου! Φοβούμαι!

Εν τη θορυβημένη ψυχή της ανεκυκλείτο η τρομακτική σκηνή του ναΐσκου. Και να μη πιστεύη κανείς με το στόμα, εν τη ψυχή πάντοτε φοβείται εις τοιαύτας περιστάσεις.

Αλλ' αίφνης προχωρήσασα μικράν ακόμη εγείρει τους οφθαλμούς της και θεωρεί το φοβερόν και παντέρημον ερείπιόν της, κατάφωτον, απαστράπτον, φωταγωγούν τον λιμένα ολόκληρον.

Το δέος καταλαμβάνει αυτήν πλέον πραγματικώς.

Ίσταται αποτόμως και τρίβει τους οφθαλμούς της.

— Τα μάτια μ' κάνουν έτσ';

— Τι είνε, μαννού; ερωτά η νεάνις.

Και διά νεύματος οδηγουμένη παρά της γραίας, τρεμούσης, θεωρεί και αυτή το ερείπιον φωταγωγημένον.

Και αι δύο γυναίκες σταυροκοπούνται επανειλημμένως.

— Τα φαντάσματα, μαννού, τα φαντάσματα, κράζει έντρομος η νεάνις.

— Τάκουα παιδί μ', μα πρώτη φορά τα βλέπω. Είχε δίκαιο ο άγιος που μου το είπε σήμερα. Πάμε στο σπίτι σας.

Τα γόνατά των τρέμουν καμπτόμενα. Μόλις δύνανται να εξακολουθήσωσι την πορείαν. Προχωρούσι προς την οικίαν της νεάνιδος, εγγύς του στοιχειωμένου μεγάρου, και μετά δέους, κρυφά-κρυφά, ρίπτουν τα όμματά των προς τον όγκον εκείνον, όστις εξηκολούθει να φωτίζεται εν υπερβαλλούση λαμπρότητι. Και συγχρόνως ακούονται γέλωτες χαράς κ' ευφροσύνης, ως γάμου βοή. Ίστανται και ακροώνται:

Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βηθλεέμ τη πόλει,
οι ουρανοί αγάλλονται
χαίρει η κτίσις όλη . . .

Ψάλλει χορός παιδιών καλλίφωνος εν τω φωτισμένω μεγάρω και όργανα πολλά συνοδεύουν τα άσμα. Σκιαί φαίνονται κινούμεναι εν αυτώ και φωναί αγαλλιάσεως ασυνάρτητοι, ως είνε αι φωναί της αληθούς χαράς, εξέρχονται ολονέν από των χαλασμένων παραθύρων. Δίπλα δε, παρά τον ημικρημνισμένον μαρμάρινον εξώστην ένα ζεύγος υψηλών ιστών κινείται κυματοειδώς, συμφώνως προς της θαλάσσης τους κυματισμούς. Το δέος της γραίας υπεραυξάνει τότε. Αναπαρίσταται ενώπιον των οφθαλμών της πραγματική η ανύπαρκτος πλέον ευτυχία της. Και σπεύδει προς τον οικίσκον της νεάνιδος, ήτις ρίψασα τελευταίον έμφοβον βλέμμα προς το κατάφωτον μέγαρον ψιθυρίζει κάτωχρος:

— Πω! πω! φαντάσματα και κακό!

Και εκεί που ήτο έτοιμος η γραία να εισέλθη εις τον γειτονικόν οίκον, νά ο γέρω-Μπαρέκος, όστις ασθμαίνων, κάθιδρως σχεδόν, εμφανίζεται, κραυγάζων μακρόθεν:

— Κυρά καπετάνισσα! Καλώς τα δεχθήκατε! και μετ' ολίγον προσθέτει γελών:

— Τα φαντάσματα!

Κ έδειξε το μέγαρον, του οποίου έφεγγον πάντοτε λαμπρώς τα κρημνισμένα παράθυρα.

Η γραία εντροπιασμένη, φοβισμένη δι' όσα έβλεπε και δι' όσα ήκουσε, χωρίς ν' απαντήση εις τον ποιμένα, καλόν ή κακόν λόγον, εισήρχετο, εν ώ ο γέρω-Μπαρέκος εμποδίζει αυτήν, προσθέτων:

— Τα φαντάσματα!

Κ' εξακολουθεί:

— Καλώς τον δέχθηκες τον καπετάνιο σου, ίδιος ο μακαρίτης είνε ο Παπαργυρός. Ήλθεν ο γυιός σου ο ναυαγισμένος, ύστερα από τόσα χρόνια!

Η γραία ίστατο άφωνος ως ανδριάς. Ο δε ποιμήν εξηκολούθει:

— Με μίαν σκούνα, με μια έμορφη γυναίκα εγγλέζα, ξανθή και ροδοκόκκινη, — σπηκ ίγγλισσ; — παρενέβαλε σαρκάζων ο ποιμήν — με δύο παιδάκια — να του ζήσουν — ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι — ζευγαράκι — δεν σου μοιάζουν διόλου, — ροδοκόκκινα και ξανθά. Καλώς τα δέχθηκες τα φαντάσματα, ήλθα ξαργού, να σου το πω και να πάρω τα συχαρίκια, μη τύχη και φοβηθήτε πάλιν.

Παρ' ολίγον να προδοθή ο πονηρός, διά το προηγηθέν επεισόδιον του ναΐσκου, διά τούτο εις το πάλιν εδάγκασε την γλώσσαν του.

Τωόντι. Η σκούνα, την οποίαν εις το βουνόν είχε παρατηρήσει η συνοδός της γραίας, είχε καταπλεύσει, κυβερνωμένη υπό του αγνοουμένου υιού του μακαρίτου καπετάν-Τσούρμα-Παπαργυρού και ηγκυροβόλησε κάτω από το μέγαρον.

Ο γέρω-Μπαρέκος, κατελθών να λάβη την υπεσχημένην αμοιβήν διά το εν τω ναΐσκω κατόρθωμά του, ήκουσε παραδόξως παρά του πλουσίου ιδιοκτήτου ότι δεν έχει να τω δώση τίποτε, διότι αν και το σχέδιον του ποιμένος επέτυχε, το ιδικόν του όμως είχεν αποτύχει τέλεον, διότι κατέπλευσε πλέον ο υιός του καπετάν-Τσούρμα του Παπαργυρού, εις ον ανήκεν ο περιζήτητος οίκος, και κατέπλευσε με περιουσίαν κινητήν και ακίνητον, και ήτο αδύνατον πλέον να πωλήση η μήτηρ το μέγαρον.

Ο γέρω-Μπαρέκος διεμαρτυρήθη και απήτησε την αμοιβήν του. «Δεν σε δούλεψα, βρε αδερφέ!» έλεγε προς τον αποστείλαντα αυτόν. Αλλ' αποτυχών, με όλας τας διαμαρτυρίας του, απειληθείς και με φυλάκισιν — διότι ο απαιτητής του μεγάρου ήτο και δήμαρχος, έσπευσε να συναντήση την γραίαν και λάβη παρ' αυτής τουλάχιστον το εθιζόμενον δώρον της καλής ειδήσεως — τα συχαρίκια — γνωρίζων ότι αύτη, σιγά-σιγά, ως εβάδιζε, θα ήτο ακόμη καθ' οδόν. Διά τούτο εφρόντισε με όλην την ησυχίαν του και συνέλεξεν ικανάς πληροφορίας περί του καταφθάσαντος πλοιάρχου, όσας ημπόρεσεν.

Αλλ' η γραία έμενε βωβή εν τη θύρα της γειτονικής οικίας και κωφή σχεδόν. Τα λόγια του ποιμένος τ' απροσδόκητα εβόμβουν, συγκεχυμένα, εις τα ώτα αυτής, ως ει προ μικρού είχε λάβει αρκετήν δόσιν κινίνης, ότε κατήρχετο και ο παπά- Μακάριος ο πνευματικός της, κατακόκκινος από την κούρασιν — τις οίδεν — όστις είχε την ευτυχίαν πρώτος να σπεύση εις την αιφνιδίαν της λυπημένης χήρας χαράν:

— Καλώς τα δέχθηκες, κυρά-Καπετάνισσα! ήλθεν ο καπετάν- Γιαννάκης!

Και έλαβε την χείρα της γραίας, ψυχράν, ως από μολύβδου.

Δεν ήτο εκ των συνήθων η έκπληξις αύτη.

Η γραία, άφωνος πάντοτε, έβλεπεν ετενώς το φωτισμένον μέγαρόν της, παρακολουθούσα τας εν αυτώ κινουμένας σκιάς ανθρωπίνων φασμάτων, και ψιθυρίζουσα εν απορία: «ο Δεσπότης τάχα ήλθεν;» Αλλά ο γέρων πνευματικός, κατακόκκινος από την κούρασιν — τις οίδεν — εξηκολούθει, κινών την χείρα της και σείων όλον αυτής τον κορμόν, ως ξύλινον, επαναλαμβάνων πυκνώς:

— Καλώς τα δέχθηκες, κυρά-Καπετάνισσα!

Έως ου, μετά πολλά, συνήλθε τέλος η γραία, εκ της πρώτης μεγάλης ταραχής, και, ολίγον κατ' ολίγον, διά των παραινέσεων του ιερέως περί χαράς και λύπης και περί μακαρίου πένθους, θείας προνοίας και θείας ευλογίας, η γραία ανέκτησε τελείως την αίσθησίν της, και συνοδευομένη παρά του γέροντος πνευματικού, εδέχθη ν' αναβή εις τον οίκον της.

— Μου τα είπεν όλα ο καπετάν-Γιαννάκης, έλεγεν ο σεβάσμιος γέρων, όλος χαρά και αγαλλίασις. Το πώς εσώθη από το φοβερόν ναυάγιον της θαλάσσης και από το φοβερώτερον ναυάγιον της ξηράς. Ότι εν τη θαλάσση εσώθη, επιτυχών το ξύλινον μαγειρείον, όπερ επέπλεεν — όλοι οι άλλοι επνίγησαν — εν τη ξηρά δε εσώθη διά της μετανοίας. Η αιφνιδία της τύχης του μεταβολή επί το χείρον, έπεισεν αυτόν ότι, ίνα επανέλθη εις την πρώτην ακμήν, την οποίαν εύρε συγκεκροτημένην διά των κόπων του πατρός του, και κατεπόντισεν εις του Βοσπόρου το αχόρταστον ρεύμα, έπρεπε να εγκαταλίπη τον άσωτον βίον και να επιδοθή φιλοτίμως εις την εργασίαν. Όπερ και έπραξε. Μου τα είπεν όλα αυτά, επανελάμβανεν ο πνευματικός, και ότι, εντρεπόμενος τον πατέρα του, ήθελε να επανέλθη με μίαν τουλάχιστον σκούνα, δι' αυτό κ' εβράδυνεν. Όλα τα ήκουσα και το πώς ενυμφεύθη, τιμιωτάτην σύζυγον, την οποίαν εβάπτισε προηγουμένως, τα πάθη του, τας περιπετείας του, τας θλίψεις του, εργαζόμενος εν Αγγλία· αλλ' είνε τόσον ωραία όλα αυτά τα επεισόδια του τρικυμιώδους βίου του, ώστε θα έλθω να τα ξανακούσω πάλιν.

Και συνώδευε λοιπόν την γραίαν εις το παμπάλαιον και στοιχειωμένον μέγαρον, σταλείς επίτηδες παρά του καπετάν-Γιαννάκη, θέλοντος να προλάβη δυστύχημα πιθανόν εις τοιαύτας περιστάσεις, ίνα προετοιμάση ο ιερεύς εν ειρήνη ψυχής την μετά της μητρός του πρώτην συνάντησιν — την συνώδευε πρόθυμος ο γέρων πνευματικός εκεί όπου την ανέμενον με χαράν τόσα φαιδρά πρόσωπα, τέκνα και νύμφη και εγγονοί, της χαράς τα φαντάσματα, των πόθων της τα όνειρα, τα οποία εν ταις μυστικαίς βουλαίς του Θεού τόσον τρυφερώς ενίοτε πραγματοποιούνται.

Εν τη αυλή υπό το φως μεγάλης λυχνίας, ο μικρός εγγονός, κυνηγών την έρημον και μόνην όρνιθα, γοερώς κακαρίζουσαν, κατετρόμαξε την γραίαν μάμμην του, της οποίας ο νους, άπαξ ταραχθείς εκ των φαντασμάτων, δεν είχε καθησυχάσει ακόμη τελείως. Και όταν πάλιν, ενηγκαλισμένον έχουσα και καταφιλούσα τον μονάκριβον υιόν της, τον οποίον, μετά τόσα έτη, ανελπίστως έβλεπε, μεγαλόσωμον, σοβαρόν, πολιόν σχεδόν, ως τον καπετάν- Τσούρμαν, τον Παπαργυρόν, απαράλλακτον, ακούσασα πατήματα ζωηρά, χορευτικά και φωνάς και γέλωτας και χαράν, εν τω άνω πατώματι, όπου τα παιδία ανέβησαν να ίδουν το θέαμα του λιμένος και της κώμης, απεσπάσθη από τας αγκάλας του υιού της, έντρομος κράζουσα, κ' επάνω βλέπουσα:

— Τι είνε!

Αλλ' ο γέρων πνευματικός, παρών εκεί, την ενεκαρδίωνε· και όταν κατόπιν συνήλθον ομού πάντες οι ταξειδιώται και περιεκύκλωσαν την γραίαν καπετάνισσαν, τα δύο εγγονάκια της, ροδοκόκκινα και ξανθά, μετ' απορίας παρετήρουν κ' εξήταζον τον κατάμαυρον και ασυνήθη της μάμμης ιματισμόν, σύροντα περιέργως τας άκρας της μαύρης μανδήλας της· και ότε η νύμφη της η εγγλέζα, διά νευμάτων, αγνοούσα την γλώσσαν, την περιέθαλπε την πολύπαθη πενθεράν, τόσον θερμώς και τόσον εκφραστικώς, ως εάν ωμίλει την γλώσσαν της και καλλίτερα μάλιστα· και όταν ο υιός της, ο καπετάν- Γιαννάκης, ένδακρυς ανελογίζετο το πολυτάραχον παρελθόν κ' εν γένει, όταν η γραία Καπετάνισσα ανέκτησεν όλον το θάρρος της και την γαλήνην της ψυχής της, και ήρχισε ν' αναπολή και να διηγήται περί του μακαρίτου καπετάν-Τσούρμα του Παπαργυρού, και περί του οικτρού αυτού τέλους με βαθύτατον της καρδίας της πόνον, ώστε να κλαύσουν όλοι, ο γέρων πνευματικός, κατακόκκινος πάντοτε, από την κούρασιν — τις οίδεν — δεικνύων και την ωραίαν σκούναν, η οποία μακρά, με χρυσά κορζέτα, αλλά χωρίς άσπρο μπούρδο, κατάμαυρος πλέον, εκαμάρωνεν εγγύς του μεγάρου, ενώ το κύμα προσκρούον ηρέμα εις τα μαύρα πλευρά της απετέλει ελαφρόν ψόφον ως θρήνου ηχώ μακρυνήν, πλην ηδέος θρήνου, ξεκουράζοντος θρήνου, είπεν ιεροπρεπώς:

— Μόνον όποιος πεθάνη, δεν γυρίζει 'πίσω, κυρά-Καπετάνισσα.

Αλλά την στιγμιαίαν αυτήν θλίψιν, την αναπόφευκτον, διέκοψεν αμέσως ο γέρω-Μπαρέκος, επανελθών και κομίζων επ' ώμου, ποικιλόστικτον μικρόν αιγίδιον, ζωντανόν, ως ο κριοφόρος Ερμής.

Τα ξανθά παιδία έσπευσαν κ' έλαβαν το αιγίδιον, το χριστουγεννιάτικον δώρον των, και κυνηγούντα αυτό εις την μεγάλην αίθουσαν, τριζοκοπούσαν και από την σαθρότητα και από την χαράν, ηυφραίνοντο, τα ξανθά παιδία, και μετ' αυτών ηυφραίνοντο έτι πλέον, οι ευδαίμονες γονείς και η πολυπαθής μάμμη, κ' εγέλα, θαρρείς, κ' ηγάλλετο αγαλλίασιν πνευματικήν το πένθιμον και κατηφές εκείνο μέγαρον των φαντασμάτων.

— Δεν σου τώλεγα εγώ, κυρά-Καπετάνισσα; είπεν ο γέρω-Μπαρέκος τότε. Σπηκ ίγγλισσ; Νά τα λοιπόν τα φαντάσματα, της χαράς τα φαντάσματα! Φίλησέ τα, και μη τα φοβάσαι διόλου τώρα.

 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση