αρχική σελίδα ποίηση Τρία ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη- μικρό αφιέρωμα στα 94 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου Νεοέλληνα ποιητή.
Τρία ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη- μικρό αφιέρωμα στα 94 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου Νεοέλληνα ποιητή. PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - ποίηση
Συντάχθηκε απο τον/την Από το έργο του Τάσου Λειβαδίτη   
Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016 21:37
 
   Πριν λίγες μέρες, στις 20 τ' Απρίλη,  η προοδευτική Ελλάδα τίμησε την 94η επέτειο από τη γέννηση του σπουδαίου ποιητή και κοινωνικού αγωνιστή ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ (20 Απριλίου 1922 - 30 Οκτωβρίου 1988). Με αφορμή την επέτειο αυτή η ιστοσελίδα μας αφιερώνει σήμερα στο αναγνωστικό της κοινό τρία αντιπροσωπευτικά ποιήματα του αξέχαστου δημιουργού:
1. Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα από τσιγάρα
     Πατρίδα
Πατρίδα, είσαι γεννημένη απ΄τους πεθαμένους

     Σημαίες
Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων
εμείς καθόμασταν τα βράδια
και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου.
Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας.
()

      Ποιητική
Κι όταν πεθάνω και δε θά΄μαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους
δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί
και τα εργαλεία του λαού.
()


2. Αιώνας εμπορίου

H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ’ όλη τη βέβαιη νειότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελλοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολλάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ’ τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ’ όλη τη ζωή μου.

 

                                                                      3. ΦΥΣΑΕΙ ΣΤΑ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Παγωνιά
φυσάει στους έρημους δρόμους της πολιτείας
ο άνεμος στροβιλίζει τη σκόνη
παρασέρνει τ΄αποτσίγαρα τα σύννεφα τα χαρτιά
λίγοι μοναχικοί διαβάτες περνάνε βιαστικοί στους δρόμους
φυσάει στις καμινάδες στις στέγες κάτω απ΄τις γέφυρες

φυσάει μες απ΄τ΄αχαμνά σκέλια των κατάδικων που σουλατσάρουν
στα προαύλια των φυλακών
φυσάει στις ματωμένες κοιλιές των γυναικών που γεννάνε
έξω απ΄τις κλειστές πόρτες των νοσοκομείων
φυσάει στις παράγκες στα παραπήγματα στα καπηλειά
φυσάει κάτω απ΄τα παλιά ανάχτορα

Μνημόσυνο για τους πεσόντες

Εξέδρες
τα ψηλά καπέλα των υπουργών
μονύελα
γάντια
ακριβές γούνες
οι φαντάροι στη γραμμή παρουσιάζουν όπλα
πίσω απ΄τις ξιφολόγχες που γυαλίζουν
στριμώχνεται ο λαός

Φάτσες τετράγωνες ρυτιδωμένες
φάτσες μελανιασμένες απ΄το κρύο μελανιασμένες απ΄τις
καπνιές
χοντρά δυνατά σαγώνια σαπισμένα δόντια
μάτια κάτω απ΄τα τσαλακωμένα κασκέτα
κόκκινα και βλοσυρά

Ανάπαυσον ο Θεός τους δούλους σου
αλληλούϊα
φυσάει

Ένας γέρος μισοκοιμάται
ένας σοβατζής με τη φόρμα του χιονισμένη απ΄ασβέστη
δεν υπάρχει διέξοδος
οι Σλάβοι μας απειλούν
ο πόλεμος
ησυχία ησυχία μιλάει ο κύριος υπουργός
ο πόλεμος
αλληλούϊα
φυσάει μες απ΄τα δεκανίκια των σακάτηδων που χτυπάνε
τις πόρτες των πολιτειών

φυσάει μες στις κιθάρες των τυφλών που παίζουν στις γωνιές
των δρόμων
φυσάει ανάμεσα στα κόκκαλα των νεκρών

Μια γυναίκα σφίγγει τρομαγμένη το παιδί της
εκείνο πονάει και μπήγει τις φωνές
σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός
ένας αρτεργάτης φτύνει
καθάρματα
αλληλούϊα
κι η φτυσιά του πηγμένη απ΄τ΄αλεύρι φουσκώνει σαν προζύμι
για ένα μεγάλο αυριανό ψωμί
λάβετε φάγετε
φυσάει


 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση