αρχική σελίδα πολιτισμός ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ - ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ: Δυο κομμουνίστριες δημιουργοί. (Ομιλία της Ελένης Μηλιαρονικολάκη για τις δυο σπουδαίες αγωνίστριες λογοτέχνιδες)

εγγραφή χρήστη



Δημοφιλή

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ - ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ: Δυο κομμουνίστριες δημιουργοί. (Ομιλία της Ελένης Μηλιαρονικολάκη για τις δυο σπουδαίες αγωνίστριες λογοτέχνιδες) PDF Εκτύπωση E-mail
αρθρογραφία - άρθρα για τον πολιτισμό
Συντάχθηκε απο τον/την Από την Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ και υπεύθυνη του Τμήματος Πολιτισμού.   
Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016 20:45
     Αποτέλεσμα εικόνας για Gal;ateia kazantzaki   
     Την Κυριακή 20 του Μάρτη 2016 πραγματοποιήθηκε εκδήλωση που διοργάνωσε η ΚΕ του ΚΚΕ για τη Μέρα της Γυναίκας, με θέμα «Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μέλπω Αξιώτη: Για τη γυναίκα».. Στην εκδήλωση αυτή την κεντρική ομιλία εκφώνησε η συντρόφισσα Ελένη  Μηλιαρονικολάκη, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ και υπεύθυνη  του Τμήματος Πολιτισμού της Κ.Ε..
       Η sispirosi.gr παραθέτει σήμερα ολόκληρο το κείμενο της εμπεριστατωμένης  αυτής ανάλυσης:

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ - ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ
Δυο κομμουνίστριες δημιουργοί

    Καλημέρα αγαπητοί φίλοι και σύντροφοι,

    Όπως καταλάβατε από τα αποσπάσματα που ακούστηκαν, η σημερινή εκδήλωση δεν απευθύνεται στους μυημένους της λογοτεχνίας. Με γυναικεία λογοτεχνική φωνή θέλουμε να μιλήσουμε στη γυναίκα των λαϊκών στρωμάτων, σ’ εκείνη δηλαδή που δέχεται διπλή εκμετάλλευση, ταξική καιφυλετική, αλλά και σε κάθε άντρα της ίδιας κοινωνικής θέσης.

    Ίσως κάποιοι θα φοβάστε ότι θα ακούσετε πράγματα ανεπίκαιρα, γιατί από τον καιρό που έζησαν και δημιούργησαν η Καζαντζάκη και η Αξιώτη πολλά άλλαξαν. Η αλήθεια είναι πως η αστική τάξη όλα αυτά τα χρόνια πήρε κάποια μέτρα που βελτίωσαν τη θέση της γυναίκας -όπως π.χ. η μαζική ένταξή της στην εργασία, η άνοδος του μορφωτικού της επιπέδου ή η σταδιακή θεσμική εξίσωση ανδρών και γυναικών - όχι βέβαια από την καλή της θέληση, αλλά κάτω από την πίεση του εργατικού και γυναικείου κινήματος, των κατακτήσεων του σοσιαλισμού και προπαντός των δικών της αναγκών.

    Πίσω όμως από τη βιτρίνα των λιγοστών κυριών που γίνονται στελέχη επιχειρήσεων, ακόμη και πρωθυπουργοί, η μειονεκτική θέση της πλειονότητας των γυναικών στον κοινωνικό και οικογενειακό καταμερισμό παραμένει. Μορφή αλλάζει η γυναικεία ανισοτιμία. Όχι περιεχόμενο. Και αυτό γιατί η φυλετική καταπίεση των γυναικών είναι προϋπόθεση και επακόλουθο μαζί της εκμετάλλευσης και των δύο φύλων. Μόνο όταν το καπιταλιστικό εκμεταλλευτικό σύστημα θα ανατραπεί και μπουν οι βάσεις του σοσιαλισμού – κομμουνισμού, θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί η αληθινή απελευθέρωση της γυναίκας.

    Βλέπετε το αποκαλούμενο «γυναικείο ζήτημα» δεν έχει τη ρίζα του στις αναχρονιστικές νοοτροπίες και αντιλήψεις των ανδρών ή των ίδιων των γυναικών για το ρόλο τους στην κοινωνία και την οικογένεια, τις οποίες μάλιστα οι νέοι κάθε φορά πιστεύουν ότι τις έχουν πια ξεπεράσει. Γρήγορα η ζωή τους διαψεύδει, γιατί η πραγματικότητα είναι που γεννά τις αντιλήψεις και τις ιδέες και όχι οι ιδέες την πραγματικότητα. Και όταν η αδυσώπητη σημερινή καπιταλιστική πραγματικότητα ανακυκλώνει σε νέα σχήματα τον αποβλακωτικό εγκλωβισμό της εργαζόμενης γυναίκας στα «ασήμαντα και ταπεινά» -περιορίζοντάς την για παράδειγμα τον ελεύθερο χρόνο στο σπίτι για να φροντίζει παιδιά και ηλικιωμένους, αφού δεν υπάρχει η απαιτούμενη κρατική στήριξη, ή απασχολώντας την συχνά ανασφάλιστη, κακοπληρωμένη και περιστασιακά σε απαξιωμένα αντικείμενα εργασίας - πώς θα αλλάξουν μαζικά οι αντιλήψεις για τον υποδεέστερο ρόλο της;

    Στο κάτω – κάτω σε τι διαφέρει η επίθεση ενός κριτικού στη Μέλπω Αξιώτη το 1939 για το ποίημά της Σύμπτωση πως «η θέση της είναι στην κουζίνα» από τη σύγχρονη λαϊκή ρήση «Άντε να πλύνεις κανένα πιάτο». Από την άλλη πλευρά στις μέρες μας το φαινόμενο της θανάτωσης του εξώγαμου παιδιού σε αντίθεση με τη θέληση της μητέρας ως όνειδος για την οικογένεια και την κοινότητα - όπως μας το περιγράφει συγκλονιστικά η Αξιώτη στο απόσπασμα που θα ακουστεί στη συνέχεια και το ίδιο συνταρακτικά η Καζαντζάκη σε ένα θεατρικό της - έχει εκλείψει. Όμως στον «μοντέρνο», «εκλεπτυσμένο» κόσμο μας πόσες οικονομικά και κοινωνικά αδύναμες γυναίκες είναι εκείνες που επιχειρούν να κρατήσουν εκτός γάμου ή συμβίωσης το παιδί τους, όταν απουσιάζει η ουσιαστική κοινωνική μέριμνα για να τις στηρίξει ;

    Έτσι λοιπόν η Γαλάτεια Καζαντζάκη και η Μέλπω Αξιώτη, δυο πρωτοπόρες ιδεολογικά και αισθητικά συγγραφείς, εξακολουθούν να μας συγκινούν και να προκαλούν αμείωτα το ενδιαφέρον μας, προπαντός γιατί το κεντρικό ζητούμενο της δημιουργίας τους, να βρει η γυναίκα το δρόμο για να γίνει ισότιμο μέλος μιας πραγματικά ελεύθερης και δίκαιης κοινωνίας, δεν έχει εκπληρωθεί.

    Οι δύο αυτές λογοτέχνιδες παρουσιάζουν ορισμένες ενδιαφέρουσες βιογραφικές ομοιότητες: Γεννιούνται στην ιστορική εποχή που ο καπιταλισμός χάνει την προοδευτική του ορμή και περνάει στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, παρότι τις χωρίζει μια διαφορά 25 περίπου χρόνων – η Γαλάτεια γεννιέται στα τέλη του 19ου αιώνα και η Μέλπω στις αρχές του 20ού. Προέρχονται από μορφωμένες οικογένειες των ανώτερων μεσαίων στρωμάτων. Μεγαλώνουν με τον προοδευτικών αντιλήψεων πατέρα τους. Εγκαταλείπουν την οικογενειακή άνεση για να ενταχθούν στις γραμμές του ΚΚΕ, η Γαλάτεια τη δεκαετία του 1920 εμπνευσμένη από την Οκτωβριανή επανάσταση και η Μέλπω το 1936, επηρεασμένη από τη ραγδαία ανάπτυξη του επαναστατικού εργατικού κινήματος και στην Ελλάδα. Κερδίζουν τη δημόσια αναγνώριση με την πρώτη αξιοσημείωτη λογοτεχνική εμφάνισή τους, η Γαλάτεια το 1909, πριν την ένταξή της στο ΚΚΕ, με το «Γέλα Παλιάτσο» και η Μέλπω το 1938, αφού δηλαδή έγινε μέλος το κόμματος, με το «Δύσκολες Νύχτες», που της χάρισε και το πρώτο βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών.

    Η τόλμη τους όμως να φέρουν στο φως με ρεαλιστική και αντιρομαντική φωνή τα καταπιεσμένα αισθήματα των γυναικών, προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Στην κατοχή παίρνουν ενεργό μέρος στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ. Μετά την απελευθέρωση διώκονται για τη δράση τους: η Καζαντζάκη απολύεται από τη βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηνών, ενώ η Αξιώτη υποχρεώνεται να αυτοεξοριστεί για 18 χρόνια αρχικά στη Γαλλία κι έπειτα σε διάφορες σοσιαλιστικές χώρες. Τέλος και οι δύο αυτές συγγραφείς, αν και σημάδεψαν όχι μόνο με το ριζοσπαστικό περιεχόμενο της δημιουργίας τους, αλλά και με την πρωτοποριακή μορφή της, την εξέλιξη της λογοτεχνίας μας, είναι ανύπαρκτες στις ιστορίες της Λογοτεχνίας ή κατέχουν περιθωριακή θέση. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη απουσιάζει ολοσχερώς από τις πιο διαδεδομένες ιστορίες Λογοτεχνίας των Δημαρά, Πολίτη και Βίτι, αναφέρεται μόνο από τον

Κορδάτο.

    Ωστόσο, παρά τις συγκλίσεις αυτές και προπαντός την κομμουνιστική στράτευσή τους την ίδια περίπου ιστορική περίοδο, αποτελούν δύο εντελώς ξεχωριστές μορφές της λογοτεχνίας μας. Οι όποιες ομοιότητες στο περιεχόμενο του έργου τους - όπως η συγκαταβατική κριτική στις γυναικείες προκαταλήψεις ή ο τονισμός της ανάγκης να ενταχθεί η γυναίκα στην κοινωνική παραγωγή και δράση- αλλά και οι αραιές συναντήσεις τους στη θεματολογία - π.χ. ξεπεσμός της άεργης γυναίκας, ανάταση της γυναίκας στην ΕΑΜική Αντίσταση - δεν οδηγούν σε παραπλήσιο λογοτεχνικό αποτέλεσμα. Θα μπορούσε κανείς να πει συνοπτικά ότι το έργο της Καζαντζάκη διαπερνά διεισδυτικά και εξαντλητικά το βάθος των απάνθρωπων ανθρώπινων σχέσεων και συμπεριφορών στην καθημερινή ζωή υπογραμμίζοντας την ανάγκη ανατροπής του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος που τις γεννά. Από την άλλη πλευρά η Αξιώτη, πιο αφαιρετική, παρουσιάζει τάσεις γενίκευσης και αναγωγής του καθημερινού στο διαχρονικό και υπαρξιακό (φθορά, μοναξιά, θάνατος) αποφεύγοντας ή σκιαγραφώντας εξαιρετικά αχνά τη σοσιαλιστική –κομμουνιστική κοινωνική διέξοδο.

     Η διαπίστωση αυτή προκαλεί έκπληξη, καθώς η Αξιώτη στο έργο της «Μία καταγραφή στην περιοχή της λογοτεχνίας» (1955) υπερασπίζεται το σοσιαλιστικό ρεαλισμό - την τέχνη δηλαδή που εκφράζει την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού – κομμουνισμού - με αυτοκριτική διάθεση για τη μη εφαρμογή του σε παλιότερα έργα της. Το θέμα έχει βέβαια την εξήγησή του, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργίας της γράφηκε είτε την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας - όπου έπρεπε να εφευρίσκει τεχνάσματα για να περάσει τα μηνύματά της - είτε μετά τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα έχοντας υιοθετήσει τη στρατηγική του ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό, άρχισε να αναθεωρεί και την έννοια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Η σοβαρότερη πλευρά αυτής της αναθεώρησης ήταν ότι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός έχει νόημα και εφαρμογή μόνο στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ως έκφραση των διεργασιών στη νέα κοινωνία, ενώ στις καπιταλιστικές χώρες προσιδιάζει περισσότερο ο κριτικός, ο αστικός δηλαδή ρεαλισμός - που καταγγέλλει τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις αδιαφορώντας για τις νέες που θα πρέπει να τις αντικαταστήσουν.

    Τα παραπάνω, αλλά και η διαφορά ηλικίας των 25 χρόνων αποτυπώνονται και στην αισθητική των δύο συγγραφέων. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη έχοντας θητεύσει με ευχέρεια στα αισθητικά ρεύματα και τις φιλοσοφικές θεωρίες του καιρού της, με αποκορύφωμα την πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα θεατρική σπουδή της στον εξπρεσιονισμό, κατέληξε στα τέλη της δεκαετίας του ’20 στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Η Μέλπω Αξιώτη εισάγει μια ελεύθερη, πρωτότυπη, εντελώς προσωπική τεχνοτροπία για να εκφράσει τον κριτικό κυρίως ρεαλισμό της, με αδιάκοπο χειμαρρώδη λόγο, διαρκή άλματα ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, φανταστικές - ονειρικές παρεμβάσεις και προπαντός ποιητικότητα. Τα στοιχεία αυτά προσδίνουν στην πεζογραφία της τις αρετές της ποίησης: μια σπάνια

οικονομία, πυκνότητα και δύναμη λόγου, που γοητεύει το σύγχρονο αναγνώστη.

Αλλά ας δούμε ορισμένες πλευρές για την κάθε μία ξεχωριστά. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη, έχοντας το προνόμιο με την άριστη γνώση της Γαλλικής και τη λαμπρή βιβλιοθήκη του πατέρα της να βρίσκεται σε επαφή με τα παγκόσμια προοδευτικά ιδεολογικά ρεύματα, εκδηλώνει από τη νεαρή ηλικία ένα ανυπόταχτο στις κοινωνικές συμβάσεις πνεύμα. Με τη νουβέλα της «Γέλα Παλιάτσο» (1909) ανατάραξε τα νερά της ελληνικής λογοτεχνίας, για την τόλμη της να παραμερίσει τις ρομαντικές συναισθηματολογίες του καιρού και τις λουλουδένιες αυταπάτες της ηλικίας της - ήταν 27 χρονών – προβάλλοντας τη σκλαβιά της γυναίκας στον έρωτα, της γυναίκας που αγαπά χωρίς ν’ αγαπιέται, όντας αντιμέτωπη με την κενότητα και την ασυνειδησία της ανδρικής «αγάπης», της κυριαρχούμενης από ορμέμφυτες επιθυμίες. Όχι δε θέλουμε έτσι τη γυναίκα, έχουμε ανάγκη  την αγάπη και την αφοσίωση την απατημένη και μωρόπιστη των ανήξερων γυναικών, απάντησε ο Νίκος Καζαντζάκης -που ήδη συνδεόταν μαζί της - κάτω από την επίδραση αντιφατικών συναισθημάτων θαυμασμού και δυσφορίας.

    Η Γαλάτεια Καζαντζάκη δε δέχεται όμως τον άνθρωπο σκλάβο ούτε στον έρωτα. Και προπαντός δεν ανέχεται να τον βλέπει να ξεγελιέται, όπως η φυματική αδερφή στο «Γυναίκες», που τελικά οδηγείται στο θάνατο. Αν δεν μπορεί κανείς να απαλλαγεί από τη σκλαβιά του, θεωρεί πως τουλάχιστον θα πρέπει να έχει επίγνωση της κατάντιας του και να αντιδρά. Παρ’ όλα αυτά - όπως φαίνεται και από την ταλάντευση της διανοούμενης Αίμης, που τελικά όμως δεν υποχωρεί - δείχνει επιείκεια στους προσωπικούς συμβιβασμούς γυναικών προχωρημένης ηλικίας, ακόμη και των πολιτικά συνειδητοποιημένων:

«Εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί νάχουν μια κοινή πίστη. Όμως ένας – ένας χωριστά στην ιδιαίτερή του ζωή να κάνει τ’ ανάποδα. Παράδειγμα εγώ. Πιστεύω μαζί τους πως ο κόσμος που ζούμε παραέγινε βρόμικος, πως ένας άλλος πρέπει να ρθεί να τον σαρώσει. Κι όμως στο σπίτι μου, φέρνομαι σαν να μην άνοιξαν τα μάτια μου» λέει η ηλικιωμένη κυρία Ρεγγίνα σε ένα από τα τελευταία διηγήματα της Καζαντζάκη.

    Η διαπαιδαγώγηση ενός νέου τύπου εργαζόμενης γυναίκας, που θα αντιμετωπίζει ενιαία κι αγωνιστικά τα συλλογικά και προσωπικά προβλήματα, γίνεται ο σκοπός της συγγραφικής δημιουργίας της μετά τη στράτευσή της στο ΚΚΕ, έχοντας στο μεταξύ εντρυφήσει, όπως φαίνεται στο έργο της, στα σχετικά με το γυναικείο ζήτημα κείμενα του Λένιν. Είναι η περίοδος που οι ανάγκες ανοικοδόμησης μετά τον Α ́ παγκόσμιο πόλεμο, φέρνουν το δεύτερο -μετά την εισαγωγή των μηχανών - κύμα εισόδου των γυναικών στην παραγωγή, πετώντας ακόμη πιο μαζικά τις πολιτικά ανώριμες γυναίκες, ακόμη και των μικροαστικών στρωμάτων, από τη θαλπωρή του σπιτιού, στο αφιλόξενο περιβάλλον της εργασίας. Η εργαζόμενη γυναίκα απασχολεί περισσότερο από κάθε άλλο συγγραφέα της περιόδου το έργο της.

    Τα προβλήματα που επισημαίνονται στη διηγηματογραφία της διαφέρουν μόνο

μορφικά από τα σημερινά οδηγώντας τελικά στο ίδιο αποτέλεσμα: αυξημένη δυσκολία των γυναικών για πρόσβαση στην εργασία, υποβαθμισμένα και μονότονα εργασιακά αντικείμενα, χαμηλοί μισθοί, καταθλιπτικές εργασιακές συνθήκες, σεξουαλική παρενόχληση, διπλή τελικά καταπίεση.  Το θέμα που περισσότερο όμως την προβληματίζει, όπως δείχνουν και τα θεωρητικά άρθρα της ή η ομιλία της στον Εκπαιδευτικό Όμιλο το 1928, είναι ότι η γυναίκα μπροστά στην καθοριστική αυτή αλλαγή της ζωής της – την ένταξη στην κοινωνική παραγωγή, το δημόσιο βίο και την απόκτηση της οικονομικής ανεξαρτησίας - αντί να βγει από τον μικρόκοσμό της για να μπει ορμητικά στον αγώνα για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της, παραμένει ίδια έχοντας φορτωθεί νέο ζυγό, ή αποκτά μια παρεξηγημένη χειραφέτηση αποκλειστικά στον τομέα των σχέσεων με το άλλο φύλο. Πολιτικά αδιάφορη, δέσμια του λούσου, της ματαιοδοξίας και της επιπολαιότητας δε διαφέρει από τις άεργες κι ανώφελες γυναίκες-παράσιτα, τις εξαρτημένες οικονομικά από τον αστό άντρα, όπως η μεγαλοαστή Φανή, που χωρίζει τον άντρα της για να παντρευτεί τον πλουσιότερο και κοσμικότερο συνεργάτη του και η στενόκαρδη και κουτοπόνηρη μικροαστή Δήμητρα με τους ανεκπλήρωτους πόθους. Με λίγα λόγια η εργαζόμενη γυναίκα παραμένοντας παγιδευμένη στη μικροαστική νοοτροπία, στην προσπάθεια να μιμηθεί τις κυρίες της αστικής τάξης, αναπαράγει τον προκαθορισμένο στην αστική κοινωνία ρόλο της του διπλού υποζύγιου.

    Η απάντηση της Καζαντζάκη στο πρόβλημα αυτό είναι η προσπάθεια συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζόμενων γυναικών στα εργατικά σωματεία για τη διεκδίκηση και των δικών τους εργασιακών δικαιωμάτων, μα πάνω απ’ όλα η σύνδεση της τύχης τους με το σύνολο της εργατικής τάξης στον αγώνα για την κοινωνική επανάσταση, που θα καταλύσει όλους τους καταναγκασμούς. Μέσα απ’ αυτό τον αγώνα οι γυναίκες θα ανακαλύψουν «πως μπορεί να είναι κανείς ευτυχισμένος και μόνο όταν δημιουργεί την ευτυχία των άλλων» όπως η κομμουνίστρια δασκάλα Νίνα, που η αυταπάρνησή της για να καλυτερέψει τη ζωή των εξαθλιωμένων χωρικών στο λασποχώρι του διορισμού της όπως και κάθε αδικημένου - με ανταμοιβή την εξόρισή της σ’ ένα νησί - συγκίνησε και ενέπνευσε την ξεστρατισμένη, αλλά καλόψυχη Καίτη, τη μόνη πλούσια αδερφή που ανάλαβε τα έξοδα της φυματικής Άννας.

    Μια σχέση με το άλλο φύλο που εμποδίζει την κοινωνική δραστηριοποίηση θα πρέπει να διακόπτεται υποστηρίζει η Καζαντζάκη. Η Κλειώ, εκπρόσωπος του νέου υποσχετικού κόσμου στο διήγημα «Ο κόσμος που πεθαίνει κι ο κόσμος που έρχεται» μετά από σκληρή εσωτερική πάλη και πισωγυρίσματα, χωρίζει τον αγαπημένο της, γιατί με τις σκουριασμένες αντιλήψεις του για τη θέση της γυναίκας, δεν επέτρεπε την κομμουνιστική δράση της. Η Κλειώ συνεχίζει το δρόμο της ακόμη πιο δυνατή, ενώ εκείνος συντρίβεται. Μεγάλο ωστόσο ρόλο στις ταλαντεύσεις της Κλειώς έπαιξε η υποτιμητική συμπεριφορά των συντρόφων της λόγω του φύλου της. Με περιφρόνηση την αντιμετώπισαν και οι περιστοιχισμένοι από πλήθος συγγενών φυλακισμένοι σύντροφοί της, όταν με προσωπική θυσία πήγε να τους επισκεφθεί, σε αντίθεση με τις διαχυτικές εκδηλώσεις αγάπης και χαράς των φυλακισμένων γυναικών, στο επισκεπτήριο των οποίων ούτε οι μανάδες τους δεν έκαναν τον κόπο να παν, αφού δεν ήταν αρσενικά. Παρά τις όποιες διαφορές με τη σημερινή πραγματικότητα, αξίζει εδώ να προσεχτεί η εύστοχη κριτική της Καζαντζάκη προς τους άνδρες κομμουνιστές, που όταν πρόκειται για τη στάση τους απέναντι στη γυναίκα, ξεχνούν την πρωτοπόρα ιδεολογία και πολιτική δράση τους και υιοθετούν την παλιά κυριαρχική αντίληψη του αντρός, βλάπτοντας τελικά την υπόθεση για την οποία παλεύουν.

    Ο αληθινός όμως έρωτας σαν πηγή ζωτικότητας και χαράς, χωρίς την αθέλητη υποταγή του ενός στον άλλο, μοιάζει δύσκολο κατόρθωμα στον παλιό καπιταλιστικό κόσμο για τη ρεαλίστρια Καζαντζάκη, που το έργο της κατακλύζεται από γυναικείες φυσιογνωμίες, «θαυμάσια ψυχολογημένες, αδύναμες στην πάλη τους με τους άντρες, που πέφτουν θύματα της καρδιάς τους και της κοινωνίας», όπως σημειώνει η Σοφία Μαυροειδή Παπαδάκη, ή πληρώνουν με τη μοναξιά το τίμημα της περηφάνειας τους. Ωστόσο δε ρίχνει το φταίξιμο γενικά στο ανδρικό φύλο. Καταμερίζει τις ευθύνες των ανδρών με ταξικό προσδιορισμό και επίγνωση της επίδρασης που ασκεί στη συνείδησή τους ο πανάρχαιος καταμερισμός των ρόλων, που θέλει τον άνδρα δυνατό, γι’ αυτό σκληρό και συχνά άκαρδο. Τελικά στο έργο της, όπως και μια ηρωίδα της, πίνει «στην υγειά κάθε αντρός που στις προσπάθειες της γυναίκας ν’ αποχτήσει την ανεξαρτησία της, βλέπει ένα βήμα προς τον πολιτισμό». Σ’ αυτό συγκεντρώνει άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς της: Να διδάξει στη γυναίκα και τον άντρα τα στοιχεία ενός ανώτερου πολιτισμού, που θα εξανθρωπίσουν την κοινωνική, αλλά και την ερωτική ζωή τους. Η αποδοκιμασία που εκφράζει συχνά το έργο της στις εκφυλισμένες αντιλήψεις και συμπεριφορές ανδρών και γυναικών της αστικής τάξης, χαράζει στη συνείδηση του αναγνώστη αδιαπέραστα όρια ανάμεσα στις σάπιες αξίες του παρακμασμένου καπιταλιστικού κόσμου και του νέου που πρέπει να τον αντικαταστήσει.

   Στο συγκινητικό διήγημα που θα ακουστεί στη συνέχεια, προϊόν της αισιοδοξίας που έφερε στο έργο της η ηρωική λαϊκή πάλη στις «Κρίσιμες Στιγμές» της Αντίστασης, εκφράζεται η καταλυτικά ευεργετική επίδραση που είχε στη σχέση ενός ηλικιωμένου ζευγαριού η ένταξή του στο κίνημα, βοηθώντας το να αναθεωρήσει την άχαρη και δίχως νόημα ζωή του, που έφυγε πια.

    Το πρώτο μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη «Δύσκολες Νύχτες»- αυτολογοκριμένο και λογοκριμένο απ ́ τη Μεταξική δικτατορία -από τον τίτλο του κιόλας προϊδεάζει για το περιεχόμενό του. Είναι οι δύσκολες νύχτες, κάτι χειρότερο δηλαδή από δύσκολες μέρες, δεκάδων βασανισμένων ανθρώπων -που ανάμεσά τους ξεχωρίζουν δραματικές φιγούρες λαϊκών γυναικών – τα σκληρά χρόνια του μεσοπολέμου στην Αθήνα, τη Μύκονο, τόπο καταγωγής της συγγραφέα και αλλού.

    Από το ξεκίνημα διαγράφεται ο μοναδικός τρόπος της Αξιώτη να κατευθύνει τον αναγνώστη. Δεν επιβάλλει τα συμπεράσματά της, ούτε χρησιμοποιεί τεχνικές για να υποβάλλει αυτά που θέλει να καταλάβουμε. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί η Έλλη Αλεξίου μοιάζει σαν ένας πονεμένος συνάνθρωπός μας που εξιστορεί αυτά τα φοβερά πράγματα σε δικό του άνθρωπο για να του ανοίξει τα μάτια.

    «Βαστώ το καλαθάκι με το λάδι για τα καντήλια. Μας το δωκε την τελευταία στιγμή η μητέρα του κυρίου Αλέξαντρου. Το Λενάκι βαστά το μοσκολίβανο. Ο κύριος Αλέξαντρος δε βαστά τίποτα, δεν τον αφήσαμε, γιατί είναι άντρας».

    Η περιγραφή της τραγικής μοίρας των αμόρφωτων και εξαρτημένων οικονομικά γυναικών, συμβαδίζει στο «Δύσκολες Νύχτες» με τη λεπτή ειρωνεία για τη γυναικεία υποταγή ή τη θρησκοληψία, που όχι μόνο ξεκουτιαίνει, αλλά και σαλεύει το νου. Από την άλλη μεριά δε λείπει ο σαρκασμός των αστικών συνηθειών, όπως η φιλανθρωπία των κυριών, ή των μικροαστικών πόθων για μεγάλη ζωή, που αφήνει κάποιες γυναίκες «στο ράφι». Μα όλα αυτά είναι πλευρές στο κύριο θέμα του βιβλίου, μια ανατρεπτική κριτική στη σήψη του καπιταλιστικού κόσμου.

    Οι ικανότητες και η δύναμη της καθημερινής γυναίκας, που με τη συχνή απουσία του άντρα στους πολέμους, τη θάλασσα, την ξενιτειά, τα βγάζει ταυτόχρονα πέρα με τις ανδρικές και τις γυναικείες οικογενειακές υποχρεώσεις –χωράφι, μαγαζί, σπίτι, παιδιά - δυναμώνουν το θαυμασμό και την επιθυμία της Αξιώτη να τη δει να ανασταίνεται, να βγαίνει από το περιθώριο της κοινωνικής δράσης.

    Διαπιστώνει με πίκρα την ευκολότερη συγκριτικά με τους άνδρες συντηρητική αναδίπλωση της γυναίκας μπροστά στα βιοποριστικά προβλήματα όταν το κίνημα βρίσκεται σε υποχώρηση ή στασιμότητα, καθώς αισθάνεται πρώτη την πίεση απ’ τις ζωτικές ανάγκες των παιδιών. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό -που αφηγείται στο «Χρονικό: Απάντηση σε 5 ερωτήματα» αλλά και στο «20ος αιώνας» - κάποιας συγκέντρωσης σε εργοστάσιο υφαντουργίας, όπου στο κάλεσμα των κομμουνιστών προς τις εργάτριες να δυναμώσουν την πάλη τους για να αποτρέψουν την είσοδό του φασισμού στη χώρα, αγριεμένες οι εργάτριες φώναζαν:

    «Δε μας λες πιο καλά σύντροφε τι θα βράσουμε αύριο στο τσουκάλι μας;».

   «Εδώ τον έχω γραμμένο κείνον το φασισμό που λες! Σώσε μας τα παιδιά μας π’ εσάπισαν ορθά απ ́ την πείνα!»

μέχρι που άρχισαν να αποχωρούν και δεν έμεινε ψυχή στη σάλα.

    «Όταν εβγήκαν έξω και φύγανε, ήταν τέλεια νύχτα»

γράφει η Αξιώτη . «Και δεν είχες μήτε άστρο, μήτε φεγγάρι να φωτίσει, αλλά μόνο σε πλάκωνε ο μαύρος ουρανός».

    Αντίθετα με ενθουσιασμό αντικρίζει τη μαχητικότητα, την αποφασιστικότητα και τη σταθερότητα των γυναικών στην ΕΑΜική Αντίσταση, τότε που η επαναστατική λαϊκή ορμή, οργανωμένη και καθοδηγημένη από το ΚΚΕ έβαλε στην άκρη τις προαιώνιες σκουριές - κάτι που πολύ πιο μαζικά και συστηματικά γίνεται βέβαια αργότερα, στον αγώνα του ΔΣΕ- : τις αγωνίστριες που σκίζανε τον καταχτητή με τα δόντια τους, την υπάλληλο που σηκωνόταν από τη γραφομηχανή για να σταθεί καθοδηγήτρια στην ΕΑΜική Συνεδρίαση, τη νοικοκυρά που κατέβαζε την κατσαρόλα για να καθίσει στο τραπέζι της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης, την αγρότισσα που βγαίνοντας από το στάβλο εκλεγόταν προεδρίνα του Λαϊκού Δικαστηρίου.

«Μ’ αυτούς τους τιμητικούς τίτλους, μ’ αυτήν την καταπληχτική δράση της κέρδισε η γυναίκα ισοτιμία με τον άντρα, συμπεραίνει. Δε θα της τη χαρίσουνε!».

    Είναι απάντηση τούτη η φράση στην αποδοχή από την πλευρά της γυναίκας μιας φυσικής αδυναμίας, που βαφτίζεται θηλυκότητα και που κάθε άλλο παρά είναι εγγενής, σύμφυτη δηλαδή με το φύλο της:

   «εμείς, τι άλλο θέλετε από μας, εμείς είμαστε γυναίκες».

Και ούτε βέβαια με τα κλαψουρίσματα  «πολύ μας πικράνατε» θα φιλοτιμηθεί κανείς να της χαρίσει την ευτυχία. Η ίδια πρέπει να παλέψει για να καταχτήσει τα δίκια της, ν’ αποδείξει την αξία της.

    Πώς όμως μετριέται στην καθημερινή ζωή η αξία του ανθρώπου; Σίγουρα όχι με το να τα ’χεις όλα στην εντέλεια στο σπίτι σου, και με σχολαστικότητα να προφυλάσσεις κάθε τιποτένιο αντικείμενο από τη σκόνη και τη φθορά, όπως σου τόμαθε η μάνα σου και όπως το συνηθίζουν μέχρι τις μέρες μας οι γυναίκες που ο κόσμος τους χαρίζει το παράσημο της «καλής νοικοκυράς». Το σπίτι και τα αντικείμενά του, μας λέει η Αξιώτη, ακολουθούν κι αυτά, όπως ο άνθρωπος τη φυσική φθορά, που όμως συνήθως έρχεται πολλά χρόνια μετά τη φθορά και το θάνατο του ανθρώπου. Στο διήγημά της «Το σπίτι», δημοσιευμένο το 1946 τα αντικείμενα του σπιτιού ζωντανεύουν και διηγούνται την ιστορία τους, απ’ την οποία μαθαίνουμε πως πολλές γενιές γυναικών χρησιμοποίησαν κάτι ψευτοπράγματα - κουμπιά, σκουριασμένα κλειδάκια, χαρτονένια κουτάκια κι άλλα τέτοια - φυλαγμένα σε ένα συρτάρι. Το χειρότερο είναι πως συχνά τα αντικείμενα που με τόση προσήλωση και ξόδεμα οι γυναίκες προσπαθούν να διατηρήσουν, κανείς δε θα τα σεβαστεί μετά το θάνατό τους.

    «Οι άνθρωποι που φεύγουν αφήνουν τα βιβλία τους, τα σπίτια τους, τα παπούτσια, τα φορέματα και οι συγγενείς τα δίνουν όλα αυτά τις Απόκριες για να τα βάλουν οι μασκαράδες» γράφει η Αξιώτη στο τελευταίο βιβλίο της «Η Κάδμω», σαρκάζοντας ταυτόχρονα, όπως και στο διήγημα Το σπίτι το αίσθημα της ιδιοκτησίας. Τα πράγματα έχουν τη δική τους ξέχωρη ζωή, τι νόημα έχει ο άνθρωπος να δένεται τόσο πολύ μαζί τους;

    «Ούτε σένα, ούτε μένα, ούτε κανενός ποτέ» είναι η φράση που χαράζει ένας μικρούλης χτίστης πάνω στην πρώτη πέτρα στα θεμέλια του Σπιτιού.

    Πώς όμως τελικά μετριέται η αξία του ανθρώπου; Ας δούμε τι είχε πει γι’ αυτό ο πατέρας της Πολυξένης, της κομμουνίστριας ηρωίδας της Αξιώτη στο μυθιστόρημά  «20οςαιώνας»,  που αναπολεί τη ζωή της την παραμονή της εκτέλεσής της:

    «Μη βάλεις ποτέ κανέναν στη δυσκολία να μην ξέρει τι έκανες

κάποτε. Στο παρελθόν. Να μην έρθει στιγμή ποτέ, που να ρωτιέται κανείς αν

ήταν καλό ή κακό ό,τι έκανες. Να διαβάζουνται οι πράξεις μας κι όταν

περάσουν χρόνια, απ’ όλους. Σα βιβλία. Προπάντων τότε περισσότερο. Να

μην τις αλλάζει ο καιρός».

    «Να διαβάζουνται οι πράξεις μας κι όταν περάσουν χρόνια. Να μην τις αλλάζει ο καιρός» μονολογεί η Πολυξένη.

    «Γι’ αυτό βρίσκεται τώρα εδώ. Στη φυλακή. Καρτερώντας το δήμιο να την πάρει για εκτέλεση».

    Με άλλα λόγια η Αξιώτη απαντά πως η αξία της ζωής του ανθρώπου μετριέται με τα έργα διαρκείας, αυτά που γράφονται στο στίβο της ταξικής πάλης στην κάθε της μορφή, τα μόνα που σέβεται ο χρόνος και περνούν στο βιβλίο της ιστορίας. Της ιστορίας που δεν ξεχωρίζει φύλα, όπως λέει πιο κάτω η Πολυξένη - αναφερόμενη στην ιστορία ως διαδικασία κοινωνικής εξέλιξης και όχι στις γραπτές πηγές της, οι οποίες ασφαλώς και κάνουν φυλετικές διακρίσεις.  Η κοινωνική δράση για να προχωρήσει μπροστά η ζωή, είναι δηλαδή ο τρόπος για να πάψει να είναι αδιάφορο κι ανώφελο το πέρασμα της γυναίκας, όπως και κάθε άντρα απ’ αυτή. Οι γυναίκες όμως έχουν διπλό λόγο κι αφορμή για να γράφουν τέτοια έργα. Έργα καθημερινά - για να ταΐσεις το παιδί πρέπει να κάνεις απεργία- αλλά διαρκείας, γιατί θα είναι χρήσιμα σε όσους θα συνεχίσουν ό,τι εμείς αφήσαμε μισοτελειωμένο, αφού η ζωή δεν είναι ατομική μας υπόθεση, όπως υπογραμμίζει η Καζαντζάκη και η Αξιώτη συμπληρώνει

    «Είναι μικρός ο άνθρωπος. Μεγάλα είναι τα έργα του».

    Να λοιπόν γιατί τις κομμουνίστριες Γαλάτεια Καζαντζάκη και Μέλπω

Αξιώτη, δεν τις άλλαξε ο καιρός. Τα έργα τους διαβάζονται και τώρα. Και ίσως τώρα χρειάζεται να διαβαστούν περισσότερο. 

Ελένη Μηλιαρονικολάκη
 

 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση