αρχική σελίδα βιβλιοθήκη Ο Δημήτρης Φωτιάδης για το κοινωνικό περιεχόμενο της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Ο Δημήτρης Φωτιάδης για το κοινωνικό περιεχόμενο της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης του 1821. PDF Εκτύπωση E-mail
βιβλιοθήκη - βιβλιοθήκη
Συντάχθηκε απο τον/την Αναδημοσίευση αποσπασμάτων από το έργο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΩΤΙΑΔΗ "ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ" (1957)   
Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016 16:21
   Αποτέλεσμα εικόνας για φωτιάδη καραισκάκης
    Με την ευκαιρία της σημερινής επετείου της 25ης του Μάρτη του 1821, της επετείου του μεγάλου Επαναστατικού Αγώνα του Λαού μας για τη Λευτεριά και την Εθνική Ανεξαρτησία, η ιστοσελίδα μας παραθέτει μερικά αποσπάσματα από το κορυφαίο έργο "Καραϊσκάκης"(1957) του αγωνιστή ιστοριογράφου και λογοτέχνη Δημήτρη Φωτιάδη (1898 - 1988). Τα αποσπάσματα έχουν θέμα τους το πραγματικό επαναστατικό περιεχόμενο του '21, πέρα και έξω από τις κούφιες λογοκοπίες της αστικής επετειακής ρητορείας.
   Ο Δημήτρης Φωτιάδης, ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της ΕΑΜικής Εθνικής μας Αντίστασης και της μεταπολεμικής Ελλάδας, σκύβει με βαθύτατη ευσυνειδησία και σεβασμό στον αγώνα και τις θυσίες του ελληνικού λαού το 1821, για την εθνική και κοινωνική του απελευθέρωση, και μας δίνει διαχρονικά μαθήματα επαναστατικής αλήθειας και αυτοσυνείδησης. Η sispirosi.gr εύχεται τούτο ακριβώς το κορυφαίο μαθημα ιστορικής συνείδησης να γίνει σύντομα και πάλι έμπρακτος σύγχρονος επαναστατικός αγώνας: ένα σύγχρονο '21 για την ανάσταση του καθημαγμένου τόπου μας, για τη ζωή και το δίκιο του Λαού μας.

    Τα δυο Εικοσιένα
  Το Εικοσιένα, όπως το ξέρουμε μέσα από την επίσημη ιστορική παράδοση, μοιάζει με τ' αναστραμμένο είδωλο που βλέπουμε να καθρεφτίζεται στα θαμπά νερά μιας λίμνης. Είναι βέβαια η ίδια εικόνα, μα δοσμένη από την ανάποδη. Για να γνωρίσει κανείς τ' αληθινό Εικοσιένα, πρέπει να σκύψει πάνω σ' άλλα κείμενα· σ' εκείνα που προετοίμασαν το σηκωμό, σ' αυτά που γράγτηκαν όσο βρόνταγε το καριοφίλι κι άστραφτε το γιαταγάνι και στ' απομνημονεύματα των αγωνιστών -του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου, του Σπυρομήλιου, του Περραιβού, του Σπηλιάδη και τόσων άλλων.
  Δυο ήταν τα Εικοσιένα· το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων. Του πρώτου οι ρίζες αντλούνε τους χυμούς τους από τα "Δίκαια του ανθρώπου" του Ρήγα Βελεστινλή,πάνω στ' άλλο πέφτει βαρύς ο ίσκιος της "Πατρικής διδασκαλίας" του Μακαριωτάτου Πατριάρχη της Αγίας Πόλης Ιερουσαλήμ Κυρ-Ανθίμου -ή πιο σωστά του Γρηγορίου.
          Ο σκοπός όπου απ' αρχής κόσμου οι άνθρωποι εσυμμαζώχθηκαν από τα δάση την πρώτην φοράν διά να κατοικοίσουν όλοι μαζί,  κτίζοντας χώρας και πόλεις, είναι διά να συμβοηθώνται και να ζώσιν ευτυχισμένοι και όχι να συναντιτρώγονται ή να ρουφά το αίμα τους ένας (...) Αυτά τα φυσικά δίκαι είναι: πρώτον, το να είμεθα όλοιν ίσοι και όχι ο ένας κατώτερος από τον άλλον· δεύτερον, να είμεθα σίγουροι εις την ζωή μας και κανένας να μην ημπορή να μας την πάρη αδίκως και κατά φαντασίαν.
  Αυτή είναι η φωνή του Ρήγα στα "Δικαιώματα του ανθρώπου" και αυτό είναι το  πρώτο Εικοσιένα.
             Κλείσατε τ' αυτία σας και μην δώσετε καμίαν ακρόασιν εις ταύτας τας νεοφανείς ελπίδας της ελευθερίας εναντίον εις τα ρητά της θείας γραφής και των Αγίων Αποστόλων, όπου μας προστάζουν να υποτασσώμεθα εις τας υπερεχούσας αρχχάς, όχι μόνον τας επιεικείς, αλλά και τας σκολιάς. διά να έχωμεν θλίψιν εις αυτόν τον κόσμον.
  
Αυτό είναι το φαρμάκι της "Πατρικής διδασκαλίας" κι αυτό στέκεται το αντι-Εικοσιένα. (...)

Ο λαός κ' οι κοτζαμπάσηδες
  Το Εικοσιένα δεν ήταν μια εξέγερση, μα μια επανάσταση. Μια επανάσταση που είχε όχι μονάχα εθνικό, μα και κοινωνικό περιεχόμενο. Γι' αυτό και δε στάθηκε έργο της άρχουσας τάξης των ραγιάδων, μα του δυναστευόμενου λαού και των πιο φωτισμένων πρωτοπόρων του. Άλλοι απ' αυτούς, όπως ο Κοραής, πίστευαν πως ο έθνος θα λυτρωνόταν από τη σκλαβιά με τη μάθηση και την παιδεία κι άλλοι, οι πιο ρεαλιστές, με πρώτο και καλύτερο το Ρήγα Βελεστινλή, κατάλαβαν πως ο ο μοναδικός δρόμος για να καταχτήσουν τη λευτεριά στεκόταν ο ένοπλος αγώνας. (...)
   Οι κοτζαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος κράτησαν, εξόν από εξαιρέσεις, εχθρική στάση τόσο στο φωτισμό του λαοού όσο και στην εξέγερση του έθνους, όπως φοβόνταν μη χάσουν τα προνόμιά τους.
   Δίπλα σ' αυτούς η εμποροναυτική ταξη, ξέχωρα στα νησιά και στο εξωτερικό, είχε πια αποχτήσει, μαζί με τον πλούτο, δύναμη κ' επιρροή. αυτοί δεν ήταν εχθροί της εθνικής παλιγγενεσίας, όπως την έλεγαν, υποστήριζαν όμως, τρέμοντας για το βιος που καζάντησαν, πως δε χρειάζεται να πολεμήσει το έθνος για τη λευτεριά του. Προτίμαγαν να πιστεύουν πως θα του τη χάριζαν οι ισχυροί της γης.
   Ο λαός όμως, που στέναζε κάτω από το διπλό ζυγό του αγά και του κοτζάμαπαση, έβλεπε διαφορετικά τα πράματα. Γι' αυτόν ο κάθε χρόνος που πέρναγε μέσα στη σκλαβιά -ακόμα τούτη η άνοιξη, τούτο το καλοκαίρι, ραγιάδες, ραγιάδες...- ήταν μια μαχαιριά στην καρδιά του. Πάνω του είχανε πέσει με την ίδια αρπαχτικιά διάθεση μπέηδες και προύχοντες ρουφώντας το λιγοστό του αίμα. Δώστου στο φτωχό ραγιά αγγαρείες και χαράτσια, ξυλοδαρμοί και φάλαγγα. Άμα κατάφερνε να κρατήσει μια μπουκιά μπομπότα για τον εαυτό του και τη φαμελιά του ευλόγαγε τον Παντοδύναμο. Πολλές φορές χειρότεροι από τους Τούρκους ήταν ο κοτζαμπάσηδες. "Εισέπρατταν",  γράφει ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη Φωτάκος, εκατόν και έδιδον μόνον είκοσι πέντε εξαπατώντας τους Τούρκους"( Φωτάκου  "Απομνημονεύματα πολεμικά", εκδ.β΄ τ.α', σ.44.)
   Ο ανώνυμος συγγραφέας της "Ελληνικής Νομαρχίας" ανιστοράει με  τα πιο μαύρα χρώματα το τι τραβούσαν οι ραγιάδες από τους Τούρκους, τους κοτζαμπάσηδες και το ιερατείο. Στο χωριάτη έδινε τ' αφεντικό τη γη και το σπόρο. Αν έβγαζε, να πούμε εκατό οκάδες γεννήματα, του έπαιρνε τις εβδομήντα, άρπαζε κιμο κεχαγιάς του άλλες δέκα κι απόμεναν στο ζάβαλο που όργωνε τη γη μονάχα είκοσι για να ζήσει αυτός κι η φαμελιά του και να πλερώσει και το χαράτσι. "Οι γεωργοί, η σεβασμιωτέρα κλάσις μιας πολιτείας" γράφει "ο σταθερώτερος στύλος της πολιτικής ευτυχίας, ζη χειροτερα από τα ίδια τα ζώα. Βέβαια ο πλούσιος οθωμανός τρέφει  τα άλογά του με πολλά και καλλιότερα φαγητά από εκείνα όπου φυλάττουσιν εις την ζωήν και εις τας θλίψεις τον αθώον και δίκαιον χωριάτην. Αλλά μήπως τελειώνει εις αυτά μόνον η δυστυχία του; Αυτός ο ταλαίπωρος πρέπει προς τούτοις, ω εντροπή ανυπόφορος!, πρέπει λέγω να χορτάση την λύσσαν και του ληστού της Εκκλήσίας, ήτοι του αρχιεπισκόπου...
   Αλλά τι να ειπώ διά τους πολίτας; Αί, αυτοί, χωρίς να έχουν ολιγοτέρους κόπους και μόχθους από τους χωριάτας,  έχουν τα βάσανα και περισσότερα και φοβερώτερα από αυτούς. Οι τεχνίται, λοιπόν, δουλεύουν σχεδόν δεκαοκτώ ώρας το ημερονύκτιον και ποτέ δεν ημπορούν να αναπληρώσουν τας αναγκαίας χρείας των. Οι προεστοί με τα άδικα δοσίματα όπου τους επιφορτώνωσι τούς αρπάζουσιν από το εν μέρος τον ολίγον καρπόν των ιδρώτων των· το πλήθος των εορτών και αι αγγαρείαι τούς εμποδίζουσιν απότο άλλο μέρος κάθε περισσότερον κέρδος όπου ήθελαν ημπορέσωσι να κάμωσι. Και ανάμεσα εις τόσας χιλιάδας όταν τινάς φθάση να αναπληρώση τας χρείας του με όσον κέρδος του μένει νομίζεται πολλά ευτυχής. Πρόσθες ακόμη τα ανυπόφορα κακά όπου καθημερινώς δοκιμάζουσιν από τους αχρείους επιστάτας του τυράννου, οι οποίοι με άκραν ασπλαχνίαν και χωρίς συνείδησιν επιφορτώνουσι εις τους άλλους τα βάρη του μέρους των και αυτοί μένουν ασύδοτοι. Εκείνοι λέγω οι άφρονες και νωροί άνθρωποι οπού κράζονται προεστοί και άρχοντες, οίτινες από την βρωμεράν συνήθειαν έχασαν σχεδόν και την εντροπήν των ανθρώπων και τον φόβον του Θεού και με άκραν αναισχυντίαν δεν διστάζουσιν από το να αρνώνται ποτέ μεν τας ποσότητας των πληρωμών, πότε δε να ξαναζητώσι εκείνο όπου έλαβαν ήδη και το χειρότερον,  να καυχώνται εις το να δεικνύονται οπαδοί και δούλοι του τυράννου εκούσιοι!"
( "Ελληνική Νομαρχία" εκδ. β' σελ.99-102)
   Αυτοί ήταν οι κοτζαμπάσηδες κι έτσι τυράνναγαν, πιστά τσιράκια των Τούρκων, το  λαουτζίκο,το φακίρ-φουκαρά, όπως τόνε λέγανε. (...)
    Όταν όλοι οι ήρωες της επανάστασης, κ'οι Κολοκοτρώνηδες κ' οι Παπαπαφλέσηδες κ' οι Καραϊσκάκηδες κ' οι Μακρυγιάννηδες κ΄οι Αντρούτσοι τους έλεγαν τουρκοκοτζαμπάσηδες είχανε πέρα για πέρα δίκιο.  "Επλησίαζαν και υπηρε΄τουν τους Τούρκους διά να πλουτήσουν διά της αδικίας και της καταπιέσεως των ομοεθνών τους. Ήσαν Τούρκοι κατά την ψυχήν και την καρδίαν κα μόνον το όνομά των ήτο χριστιανικόν. Οι Έλληνες δεν πρέπει να έχουν καμμίαν καλήν ιδέαν περί των τοιούτων ανθρώπων , και ούτε αρμόζει να γράφουν εις τα ιστορικά των διηγήματα ότι ο δείνα ήτο διερμηνεύς εις τον στόλον του Σουλτάνου, και ήτο καλός άνθρωπος και ότι ωφέλησε το Έθνος. Τοιαύτας μωρίας δεν πρέπει να τας φέρουν ως παραδείγματα φιλοπατρίας και να επαινούν ανθρώπους τοιούτους, ως δήθεν συντελέσαντας εις την εθνικήν παλιγγενεσίαν." (Φωτάκου: "Απομνημονεύματα της Ελληνικής επαναστάσεως" εκδ. γ  τ. β΄ σ.205-206)
(...)
    Μπροστά στη διπλή τούτη τυραννία δεν απόμενε πολλές φορές άλλο τίποτα στον κατατρεγμένο,παρά ν' αδράξει ένα παλιοντούφεκο και νάβγει  κλέφγτης στα βουνά. Εκεί φύσαγε άλλος αέρας- η λεβεβντιά που μας αποθανάτισαν τα δημοτικά μας τραγούδια
  Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γένεις νοικοκύρης,
για ν' αποχτήσεις πρόβατα, ζευγάρια κι αγελάδες,
χωριά κι αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν.
- Μάνα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,
να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν,
και να 'μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι στους γερόντους.
Φέρε μου τ' αλαφρό σπαθί και το βαρύ τουφέκι,
να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά στα κορφοβούνια.
Εγώ ραγιάς δνε γένομαι, Τούρκους δεν προσκυνάω
δεν προσκυνλω τους άρχοντες και τους κοτζαμπασήδες.
(...)

   Η κοινωνική προεπαναστατική σύνθεση του τόπου μας ήταν φεουδαρχική κι αυτό όχι μονάχα στη Στερεά Ελλάδα και στο Μοριά, μα και σ' αυτά  ακόμα τα νησιά. Ο Κασομούλης, που πέρασε από τις κυκλάδες στις αρχές του 1821, μας δίνει τούτη δω την αποκαλυπτική περιγραφή για τη Νάξο: "Τρεις κλάσεις εφαίνοντο εις την Νάξον οι πολίται· μία η των παλαιών Ευγενών και αρχόντων, μία των  εμπόρων και μία του λαού, των χωρικών. Οι χωρικοί επαναστατήσαντες, αλησμόνησαν τα προνόμια των Αρχόντων και δεν τους προσφέρουν τίποτα" (Κασομούλης "Στρατιωτικά ενθυμήματα" τ. α΄σ.172)
(...)
   Το κολινωνικό περιεχόμενο του Εικοσιένα το παραδέχουνατι κ' οι πιο αντιδραστικοί ιστορικοί -κι ας γυρεύουν να το θάψουν, ο Παπαρηγόπουλος κι ο Τρικούπης. Ο Σπηλιωτάκης γράφει:  "Ευθύς εξ αρχήςαπό δυναστικής ή πολιτικής, εγένετο (η ελληνική επανάσταση) και κοινωνική. Οι λόγιοι αυτής, οι σπουδασταί, πάντες οι φυγάδες, όσοι καταδιωκόμενοι ένεκα των ανατρεπτικών ιδεών των συνερρευσαν, ίνα μετάσχωσι του αγώνος, ζητούντες άσυλον, ήσαν απόστολοι των κοινωνικών νεωτερισμών της Γαλλικής Επαναστάσεως. (...) Η Ελληνική Επανάστασις ολίγον κατ' ολίγον περιεβάλλετο τον χιτώνα της μεγάλης Γαλλικής Επαναστάσεως, από πολιτικής εγένετο και κοινωνική" (Σπηλιωτάκη "Η Κρίσις")
    Η άρνηση του κοινωνικού περιεχόμενου της επανάστασης του Εικοσιένα είναι η άρμηση της ίδιας της αλήθειας.(...)

Δημήτρη Φωτιάδη: "ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ", 
 Εταιρία Λογοτεχνικών Εκδόσεων, Αθήνα 1957,
σελ. 87-93 (αποσπάσματα)

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτιάδη καραισκάκης

 
Αποτέλεσμα εικόνας για δημητρης φωτιάδης

 

Ο Δημήτρης Φωτιάδης εξόριστος στον Άη- Στράτη το 1951.
 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση